Monday, May 1, 2017

Πρόγονοι - 7 Στη Ν. Μαγνησία

Η μαούνα με τα λίγα εναπομείναντα, ευτελή πλέον υπάρχοντα, που τους πήρε από τον Αγιαστέφανο τους έφερε κατά Θεσσαλονίκη μεριά. Ξεμπάρκαραν στο Μπαχτσέ Τσιφλίκι, εκεί που σήμερα, εξελληνισμένο στην ονομασία του, βρίσκεται το χωριό κι η παραλία των Νέων Επιβατών. Πολλά ανθρώπινα δράματα λάμβαναν χώρα μέσα στο χάος και το σκοτάδι της προσφυγιάς, όπου κανείς δεν ήξερε πως το αύριο θα ξημέρωνε, αν ξημέρωνε. Στην αρχή έμειναν σε κάτι παράγκες αυτοσχέδιες, που στήθηκαν από τους ίδιους, ίσως και με τη βοήθεια μερικών φαντάρων και φιλόξενων ντόπιων. Η αρχοντιά και τα μεγαλεία του Αγιαστέφανου, του πρόσφατου παρελθόντος τους, απομακρύνονταν στο χρόνο με γρήγορους ρυθμούς, εξαφανίζονταν στη δίνη εκείνων των ημερών. Τέτοιου είδους θύμησες, η νοσταλγία μιας προηγούμενης ζωής που έφυγε ανεπιστρεπτί, θα ήταν παντελώς ανώφελες για τον συναισθηματικό τους κόσμο, μη εποικοδομητικές και πρακτικές για τον ανήφορο της επιβίωσης που κλήθηκαν να ανεβούν, για το βάρος της πέτρας του Σίσυφου που θα έπρεπε να ξανακουβαλήσουν σε κάποια κορυφή. Δεν υπήρχαν πολλά πράγματα για ν’ ακουμπήσουν πάνω τους και να σταθούν, για να χτίσουν κάποιο καινούργιο μέλλον εφάμιλλο της ζωής που άφησαν πίσω. Όλα, το χθες, το σήμερα και το αύριο, είχαν ανακατωθεί σε έναν στρόβιλο αβεβαιότητας.

Το 1924 άρχιζε να μορφώνεται κάποια στοιχειώδης κοινωνική και προσφυγική πρόνοια από ένα κράτος που μόλις άρχιζε να ξεπερνάει το σοκ της Μικρασιατικής Καταστροφής. Το γραφείο του «Εποικισμού» του Υπουργείου Γεωργίας και η τότε νεοσύστατη «Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων» ανάλαβε να τους παραχωρήσει οικόπεδα με στοιχειώδη καταλύματα, και κάποιον γεωργικό κλήρο, ίσως και λίγα χρήματα για να τα βγάλουν πέρα έως ότου η πρώτη σοδειά από τα χωράφια να φέρει, με μιαν ανταλλακτική αξία, κάποια εισοδήματα και τα αναγκαία αγαθά για την επιβίωση της οικογένειας.  Έτσι καταλήξαν, καθοδηγούμενοι στα τυφλά από πολλές φορές ασυναφή διατάγματα του ελληνικού κράτους, στην πεδινή και εύφορη περιοχή δυτικά της μεγαλούπολης, διάσπαρτη από μπαξέδες λαχανικών και χωράφια δημητριακών, στις ανατολικές όχθες του Γαλλικού ποταμού -του μικρού αδερφού του Αξιού· δίπλα στο χωριό των Διαβατών, αλλά από την άλλη μεριά του κατ’ ευφημισμού «εθνικού» δρόμου Θεσσαλονίκης-Αθηνών. Γνωστή η περιοχή ως Αραπλί από τα χρόνια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας μετονομάστηκε, μάλλον χάριν μιας ακόμα ντιρεκτίβας του κράτους, που συστηματικά καταργούσε κάθε ιστορικό και συμβολικό σύνδεσμο με την Τουρκοκρατία (το πιο πιθανό), ίσως από κάποιους μορφωμένους πρόσφυγες με ελληνική συνείδηση και κουλτούρα (το λιγότερο πιθανό) σε Νέα Μαγνησία. Ως Μαγνησία τον έμαθα και εμπέδωσα εκείνο τον τόπο, στης Μαγνησίας τους δρόμους και τους μπαχτσέδες περπάτησα και έπαιξα ως παιδί, από τις συκιές της μάζεψα σύκα το Δεκαπενταύγουστο, στις  εκκλησίες του έκανα πολλές φορές Ανάσταση.

Από εκείνον τον νεοσύστατο οικισμό των προσφύγων από την Πόλη, την Προύσα και αλλού, συγκροτήθηκε με τον καιρό μια σφριγηλή και σχετικά εύπορη αγροτική κοινότητα, με τον κοινοτάρχη, το δημοδιδασκαλείο, και τις δυο εκκλησίες της: το παλιότερο και παρακατιανό εκκλησάκι του Άη-Θανάση στις εξοχές, δίπλα στα μνήματα τα περιφραγμένο από στήλες κυπαρισσιών, και τη νεότερη και κεντρική και επίσημη, του Αγίου Παντελεήμονα, δίπλα στο σχολείο και την «Κοινότητα». Τα Διαβατά, από την άλλη μεριά, ο μεγάλος αδερφός κατά κάποιο τρόπο της Μαγνησίας, τα απάρτιζαν κυρίως «ντόπιοι» χριστιανοί· ανάμεσά τους αρκετοί εξελληνισμένοι Σλαβομακεδόνες, καθώς Σλαβομακεδόνες συνιστούσαν ακόμα εκείνα τα χρόνια του μεσοπολέμου ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού της υπαίθρου της Θεσσαλονίκης. Τα δυο χωριά τα χώριζε ο δρόμος που οδηγούσε στη Χαλκηδόνα και από εκεί στην Αθήνα, κομμάτι της περίφημης, χιλιοοδηγημένης «Παλαιάς» Εθνικής Οδού Θεσσαλονίκης-Αθηνών, που μέχρι να φτιαχτούν οι νεότεροι αυτοκινητόδρομοι της μεταπολίτευσης, ταλαιπωρούσε με ατελείωτες ώρες ταξιδιού μέσα από λακκούβες και κακοστρωμένο, θανατηφόρο οδόστρωμα αυτοκινητιστές, λεωφορειούχους, φορτηγατζήδες, ταξιδιώτες. Παράλληλα με την Εθνική Οδό, κυλούσε και η σιδηροδρομική γραμμή από την Παλιά Ελλάδα, που μόλις το 1918 έφτασε μέχρι τη Θεσσαλονίκη. Σιδηροδρομικό σταθμό δεν είχαν τα δίδυμα χωριά× μόνον ένα σταθμαρχείο με το φύλακα του έλεγχε την ισόπεδη διάβαση που σύνδεε τα Διαβατά με τη Μαγνησία και τις μπάρες της. Αργότερα προστέθηκε κι ένα δεύτερο, στις παρυφές του χωριού, που έλεγχε τη διακλάδωση των σιδηροτροχιών: το ένα κλαδί τους τραβούσε βόρεια, για του Ευζώνους και την Ευρώπη, το άλλο καμπτόταν βόρεια και τα ανατολικά με προορισμό την Ανατολική Μακεδονία τη Θράκη και την Αλεξανδρούπολη.

No comments:

Post a Comment