Αλλά πως και με τι κριτήρια αποφασίζεται η αρχική
επένδυση Μ(0)? Οι κύριοι κάτοχοι του αρχικού κεφαλαίου, είτε μέσω συμβούλων,
είτε με δική τους πρωτοβουλία: (α) κάθονται και αναλύουν προσεκτικά τα
επιμέρους στοιχεία του συνολικού κόστους παραγωγής Ν ποσότητας αγαθού G σε
χρόνο Τ, κάτι που είναι δυνατό να προσδιοριστεί με μια σχετική ακρίβεια,
δεδομένων των υφιστάμενων τιμών πρώτων υλών, μέσων παραγωγής, εργατικής δύναμης
για κάθε επιδεξιότητα που χρειάζεται, κτλ., αν και διακυμάνσεις πολλές φορές
έντονες και απρόβλεπτες μπορούν να επηρεάσουν αυτό το κόστος σημαντικά κατά τη
διάρκεια της επένδυσης· (β) προβλέπουν
και υπολογίζουν προσεγγιστικά (στη βάση διάφορων σεναρίων εξέλιξης της παραγωγής,
του κόστους της και της προσδοκώμενης κατανάλωσης) τη μελλοντική προσοδοφορία ή
χρηματικές εισροές από (πάντα πιθανά) μελλοντικά κέρδη της επιχείρησης. Από το
(α) και (β) προκύπτει, συνήθως με προσομοιώσεις, η μέση απόδοση της επένδυσης
για το κεφάλαιο. Η τιμή προσφοράς και η αναμενόμενη πραγματοποίηση της αξίας
του αγαθού πρέπει να είναι τέτοια ώστε να υπερκεράζει το κόστος παραγωγής, σε
βάθος χρόνου τουλάχιστον, και να επιτυγχάνει ένα ελάχιστο προαπαιτούμενο από το
κεφάλαιο ποσοστό κέρδους, σε σχέση με άλλα στον ίδιο τομέα ή εντός της ίδιας
γεωγραφίας ή της καπιταλιστικής παραγωγής εν γένει.
Φυσικά, τα (α) και (β) ενέχουν σημαντικό βαθμό
αβεβαιότητας καθώς η γνώση της αγοράς, του ανταγωνισμού, της έγκαιρης
διαθεσιμότητας πρώτων υλών και της εργατικής δύναμης σε σχετικά σταθερές τιμές,
της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών, της ζήτησης που θα απαιτήσει το αγαθό
σε σχέση με άλλα ομοειδή (market share),
ενδεχόμενα εις βάρος άλλων από ετερογενείς κατηγορίες ή και την ίδια
επιχείρηση, η εξέλιξη άλλων μακροοικομικών συντελεστών (πληθωρισμός, προσφορά
χρήματος, κτλ.) είναι ελλιπής. Η εξωτερική καπιταλιστική αγορά, στο τεράστιο γεωγραφικό
και μονεταριστικό μέγεθός και την ποικιλομορφία της παραγωγή (με νέα αγαθά να
πρωτο-εμφανίζονται και άλλα να εξαφανίζονται ως απαρχαιωμένα συνεχώς) και τη
φαινομενική «αναρχία της» είναι για το ατομικό κεφάλαιο σε μεγάλο βαθμό terra incognita. Αναρίθμητοι
παράγοντες εκτός ελέγχου του δρουν σε τυχαίες χρονικές στιγμές από το σημείο
μηδέν μπορούν να επηρεάσουν στη μια ή την άλλη κατεύθυνση το κόστος παραγωγής
και την τιμή ζήτησης. Ο πολιτικός παράγοντας που μπορεί να δράσει έμμεσα είναι
επίσης απρόβλεπτος. Μακροοικονομικές δυνάμεις και τάσεις που αναπτύσσονται και παρουσιάζονται
ενίοτε ισχυρότατες δεν προεκτείνονται αξιόπιστα σε μεγάλο βάθος χρόνου και οι
επιπτώσεις τους σε μια ατομική επιχείρηση είναι μόνον στοχαστικά και κατά
προσέγγιση προβλέψιμες. Όπως ο καιρός, πέρα από μερικές ώρες ή ημερονύκτια από
το σήμερα. Είπε
χαρακτηριστικά
ο Niels Bohr:
“Prediction is notoriously difficult, especially about the future.”
Καμιά αμφιβολία, λοιπόν, ότι κάθε νέα επένδυση ενέχει
ρίσκο, μια έννοια που αφορά αποκλειστικά στην αβεβαιότητα πραγματοποίησης στο
μέλλον της αρχικά αναμενόμενης απόδοσης και με δεδομένη την αδυναμία ακριβών
προβλέψεων σε μια καπιταλιστική κοινωνία εξαιτίας του πλήθους των δυνάμεων με
διαφορετικές επιπτώσεις που ενεργούν. Τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο. Αυτή
η αβεβαιότητα εκδηλώνεται στην πράξη από τις σημαντικές ταλαντώσεις και
μεταβλητότητα των κερδών και προσαρμογών κόστους και τιμής προσφοράς στα αρχικά
στάδια, μέχρι την τελική «απορρόφηση» του αγαθού από την αγορά, την ωρίμανσή
του στην παραγωγή και κατανάλωση, την εξισορρόπηση ή εξουδετέρωση των ανταγωνιστικών δυνάμεων, την καθιέρωση ενός
μεριδίου στην αγορά ανάμεσα σε ομόλογα αγαθά, τη σύγκλιση του κέρδους στο μέσο όρο του τομέα παραγωγής ή κάποιου
εθνικού ή παγκόσμιου μέσου όρου. Φυσικά, τέτοιου είδους συγκλίσεις είναι
ασυμπτωτικές και διακυμάνσεις στα τρία βασικά μεγέθη της παραγωγής (κόστος,
κέρδος, τιμή) συμβαίνουν πάντα στη διάρκεια της ζωής του αγαθού που η αρχική
επένδυση έθεσε ως σκοπό να παράγει. Όπως είναι καθόλα πιθανή και η αρνητική
αντίδραση της αγοράς, η ανυπαρξία ζήτησης, ζημιές και αρνητική απόδοση για
μεγάλα χρονικά διαστήματα, οπότε το απαξιωμένο από τις ζημιές κεφάλαιο
αποσύρεται και αναζητεί την τύχη του αλλού.
Ενώ από τη μια μεριά η επιτυχία μιας επένδυσης μόνον
στοχαστικά και με μικρή προσέγγιση μπορεί να προδιαγραφεί, το ρίσκο που
αναλαμβάνουν κατ’ αρχήν οι κάτοχοι του κεφαλαίου του είναι ένας υποκειμενικός,
ψυχολογικός παράγων που δεν ποσοτικοποιείται. Υποκειμενικός διότι κάθε
άνθρωπος, και εν προκειμένω ο φυσικός κάτοχος του κεφαλαίου, έχει διαφορετική
ροπή ή αποστροφή προς το ρίσκο. (Κάτι ανάλογο ισχύει με τις προτιμήσεις των
καταναλωτών προς μια υπηρεσία ή ένα προϊόν Α σε σχέση με το Β). Όταν όμως η
ανάλυσή τέτοιων υποκειμενικών (και ψυχολογικών) ροπών μετατοπιστεί από το
ατομικό σε ένα ευρύτερο κοινωνικό (ή μακροοικονομικό) επίπεδο με τη χρήση
στατιστικών εργαλείων, τότε μέσα από τις διαφορετικές υποκειμενικές, ατομικές
τάσεις είναι δύναται να διαγραφούν και προκύψουν ομοιόμορφα πρότυπα και μέσοι
όροι (στη μέση απόδοση των κεφαλαίων ή στις καταναλωτικές συνήθειες) που να διατηρούνται
αμετάβλητοι για σχετικά μεγάλα χρονικά διαστήματα.
Σε καμιά περίπτωση, βέβαια, αυτό καθαυτό το ρίσκο, αυτός
ο μη ποσοτικοποιήσιμος, ψυχολογικός παράγων που αναλαμβάνει ο κεφαλαιοκράτης
δεν εξηγεί πως και από που προκύπτει το κέρδος, αυτό το μετρήσιμο μέσο κέρδος
στην πραγματική, καθημερινή παραγωγή αγαθών. Ακόμα και αν συνδέαμε το ρίσκο με
την αβεβαιότητα στη μελλοντική απόδοση μιας επένδυσης με μιαν, ας υποθέσουμε,
προσδιορίσιμη διακριτή πιθανότητα ή συνάρτηση πυκνότητας πιθανότητας, δηλαδή αν
μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι η απόδοση θα είναι μεταξύ α+δα με πιθανότητα δP - πράγμα εξαιρετικά δύσκολο, τότε μια προσδοκώμενη απόδοση των διαφόρων κεφαλαίων που θα επενδύσουν με
βάση αυτήν την στοχαστική κατανομή θα ήταν δυνάμει προσδιορίσιμη. Ωστόσο, το αν
η τελική πραγματική μέση απόδοση
ταυτίζεται με την προσδοκώμενη εξαρτάται από την ακρίβεια του μοντέλου του
‘ρίσκου’ που χρησιμοποιήθηκε, το οποίο κατά πάσα πιθανότητα είναι ελλιπές,
καθώς βασίζεται σε ατελή μέχρι τούδε γνώση και πληροφορία. Το βέβαιο είναι ότι από
τα κεφάλαια που επενδύθηκαν με βάση αυτό το ίδιο το μοντέλο ρίσκου, άλλα θα
επιτύχουν μικρότερες και άλλα μεγαλύτερες αποδόσεις, άλλα θα αποκομίσουν
ενδεχομένως τεράστια κέρδη και άλλα τεράστιες ζημιές και θα απαξιωθούν εντελώς.
Μακροπρόθεσμα και σε τελική ανάλυση, το μέσο ποσοστό
κέρδους θα συγκλίνει προς έναν κοινωνικό μέσο όρο ανεξάρτητα του αρχικού
‘ρίσκου’. Και αυτό παρόλο που οι κάτοχοι
των συγκεκριμένων κεφαλαίων έχουν ακριβώς την ίδια ροπή προς το ρίσκο, καθώς
χρησιμοποιούν την ίδια μέτρηση του ρίσκου, το ίδιο μοντέλο για το ρίσκο.
Συνεπώς, το ρίσκο όχι μόνον δεν εξηγεί στον καπιταλισμό από που πηγάζει το
κέρδος (που είναι η υπεραξία που παράγεται από τους εργαζόμενους για το
κεφάλαιο), αλλά ούτε και μπορεί να χαρακτηριστεί ως αμοιβή προς το κεφάλαιο.
Και η τελευταία δήλωση μπορεί να εξακριβωθεί με αναρίθμητα παραδείγματα από την
καθημερινή ζωή κεφαλαίων που αποκομίζουν κέρδη, καμιά φορά σημαντικά, ενώ ο
κοινός νους χαρακτηρίζει το ρίσκο που αναλαμβάνουν από μηδενικό, έως δυσανάλογα
μικρό προς την απόδοση που απολαμβάνουν.
No comments:
Post a Comment