Το λειτουργικό κέρδος (ΕΒΙΤ) που πραγματοποιείται στο T2 θα είναι
ΔΜ, όπου ΔΜ=Μ(Τ2)-Μ(Τ1), και, επομένως, το ποσοστό κέρδους στην ίδια περίοδο r=(Μ2-C)/Μ2, όπου C=R+W+O+(ΔF)+(o+w) το
συνολικός κόστος παραγωγής στην ίδια περίοδο. H απόδοση του κεφαλαίου, που στο
ίδιο διάστημα είναι α, όπου Μ(Τ2)=M(T1)(1+α)=C(1+α). [Μερικές
σημειώσεις που έχουν σημασία ιδιαίτερα στη μελέτη των κατ’ ευφημισμό αποκαλούμενων
business cycles ή των
περιοδικών υφέσεων στον καπιταλισμό και των επιπτώσεων του πληθωρισμού... Η διάρκεια της ολικής απόσβεσης των σταθερών μέσων
παραγωγής είναι μεγαλύτερη και καλύπτει αρκετές περιόδους ΔΤ, κατά τις οποίες
μόνον ένα κλάσμα της αξίας τους αποσβένεται. Φυσικά, αυτή η φθορά (οφείλει να) υπεισέρχεται
στη διατίμηση του αγαθού, καθώς αποτελεί τμήμα του υποκείμενου κόστους
παραγωγής. Αν και η διαφορική απόσβεση (ΔF) στην
παραπάνω εξίσωση και η σχετική απαξίωση μέσων παραγωγής με μεγάλη διάρκεια ζωής
δεν αναπληρώνεται στο τέλος κάθε περιόδου ΔΤ, αλλά όταν το σύνολό της αξίας του έχει αποσβεσθεί, ωστόσο
ένα χρηματικό ποσό από το Μ(Τ2)-Μ(Τ1) κατά κανόνα (αν και όχι πάντα) αποταμιεύεται
με σκοπό την αναπλήρωση των μέσων παραγωγής στο τέλος της χρήσιμης ζωής
τους. Δεύτερο, η απόσβεση σε κάθε
περίοδο ΔΤ είναι δύσκολο να υπολογιστεί επακριβώς, καθώς διάφορα τμήματα του
σταθερού κεφαλαίου αποσβένονται με διαφορετικούς ρυθμούς και, επίσης, ενώ η
τιμή αναπλήρωσής τους μετά από το χρόνο απόσβεσης επηρεάζεται από τον
πληθωρισμό, ωστόσο η λογιστική τιμή απόσβεσης βασίζεται σε ιστορικές τιμές
απόκτησής τους, αν και εκπίπτει από τη φορολόγηση των κερδών της εταιρίας. Τα
τελευταία σημεία εξηγούν την γενικά απροθυμία των εταιριών να επενδύσουν σε capital goods σε συνθήκες
υψηλού πληθωρισμού.]
Κατά τα τ’ άλλα, το συνολικό κέρδος που η παραγωγή του G αποκόμισε,
του ανάλογου με την αξία και υπεραξία που πραγματοποιήθηκε, κατανέμεται και
αποδίδεται ως εξής: (α) μέρισμα στους ιδιοκτήτες της επιχείρησης ανάλογα με τη συμμετοχή
τους στο αρχικό κεφάλαιο× (β) φόρος στο κράτος× (γ) τοκοχρεολύσια
στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο που συνεισέφερε με πίστωση στην αρχική επένδυση
Μ(0)× (δ) αποταμίευση σε χρηματική μορφή ως συσσωρευμένο κεφάλαιο, που δύναται ανά
πάσα στιγμή να επανεπενδυθεί στην επέκταση της ίδια επιχείρησης ή άλλες
επιχειρήσεις μέσω acquisitions ή έμμεσα ή να επιστραφεί τελικά στους αρχικούς μετόχους
ως χρήμα.
Αν υπό (εξιδανικευμένες!) συνθήκες σταθερού κόστους παραγωγής, τιμής πώλησης του G στη διάρκεια της επένδυσης και διάρκειας κύκλων παραγωγής (ΔΤ), τότε το ποσοστό κέρδος είναι επίσης σταθερό και ίσο r=(1-C/S), όπου C πάντα το κόστος παραγωγής και S οι εισπράξεις από την πώληση του G. Στην πράξη, τιμές, κόστος παραγωγής και κέρδος ταλαντώνονται πολλές φορές βίαια γύρω από ιστορικούς μέσους όρους, εξαιτίας αυξομειώσεων στην προσφορά και τη ζήτηση του G (και στις εισπράξεις S), στις τιμές των πρώτων υλών ή της ενέργειας, στην τιμή και κόστος της εργασίας, τον ανταγωνισμό από ομοειδή ή παρεμφερή κεφάλαια, ενδογενείς αυξήσεις στην παραγωγικότητα, κρατικές παρεμβάσεις που επηρεάζουν το (ο+w), την προσφορά χρήματος στην αγορά και τα επιτόκια δανεισμού, καθυστερήσεις στην ανταλλαγή αγαθών, κτλ.
Ανεξαρτήτως της μεταβλητότητας του ποσοστού κέρδους στο χρόνο, a priori και αποκλειστικός στόχος του κεφαλαίου είναι η μεγιστοποίηση του μέσου ως προς το χρόνο της επένδυσης ποσοστού κέρδους, με απώτερο αντικειμενικό στόχο τη μεγιστοποίηση της απόδοσης της αρχικής επένδυσης ή της χρηματικής διατίμησης του στο τέλος του χρόνου της επένδυσης. Απλά πορίσματα αυτής της καπιταλιστικής (ή επενδυτικής) αρχής είναι: (α) το κεφάλαιο μετακινείται από δραστηριότητες με χαμηλά προς εκείνες με υψηλά ποσοστά κέρδους εντός του ίδιου ή διαφορετικών τομέων παραγωγής, εντός του ίδιου ή διαφορετικών εθνικών πλαισίων· (β) το κεφάλαιο αποσύρεται εντελώς από δραστηριότητες με προοπτική χαμηλής ή αρνητικής απόδοσης· (γ) το κεφάλαιο χρησιμοποιεί κάθε μέσο στη διάθεσή του (πληροφορίες που αφορούν την αγορά και τον ανταγωνισμό, τεχνικές βελτιώσεις στα προϊόντα και μεθόδους παραγωγής που μειώνουν το κόστος, διαχείριση inventory και portfolio των ομοειδών αγαθών που παράγει, κτλ.) ούτως ώστε διαρκώς να μεγιστοποιεί αυτό το ποσοστό κέρδους· (δ) τέλος, συχνά επεμβαίνει μονομερώς στην τιμή προσφοράς του προϊόντος, είτε για να «πραγματοποιήσει» την πώληση έγκαιρα και πριν και παρά τον ανταγωνισμό, είτε για να μειώσει το κόστος συντήρησης μεγάλων ποσοτήτων inventory, είτε για να αυξήσει το μερίδιο του στην αγορά που θα το αξιοποιήσει αργότερα σε μείωση του κόστους που διευρυμένες «οικονομίες κλίμακας» επιτρέπουν, είτε - σε μονοπωλιακές ή ολιγοπωλιακές συνθήκες ή καρτέλ καταστάσεις – απλά για να αυξήσει τα κέρδη του. Αλλά κάθε «επιχειρηματική» ενέργεια του κεφαλαίου αποβλέπει στο ένα και το αυτό αντικείμενο: την αύξηση της κερδοφορίας του.
Αν υπό (εξιδανικευμένες!) συνθήκες σταθερού κόστους παραγωγής, τιμής πώλησης του G στη διάρκεια της επένδυσης και διάρκειας κύκλων παραγωγής (ΔΤ), τότε το ποσοστό κέρδος είναι επίσης σταθερό και ίσο r=(1-C/S), όπου C πάντα το κόστος παραγωγής και S οι εισπράξεις από την πώληση του G. Στην πράξη, τιμές, κόστος παραγωγής και κέρδος ταλαντώνονται πολλές φορές βίαια γύρω από ιστορικούς μέσους όρους, εξαιτίας αυξομειώσεων στην προσφορά και τη ζήτηση του G (και στις εισπράξεις S), στις τιμές των πρώτων υλών ή της ενέργειας, στην τιμή και κόστος της εργασίας, τον ανταγωνισμό από ομοειδή ή παρεμφερή κεφάλαια, ενδογενείς αυξήσεις στην παραγωγικότητα, κρατικές παρεμβάσεις που επηρεάζουν το (ο+w), την προσφορά χρήματος στην αγορά και τα επιτόκια δανεισμού, καθυστερήσεις στην ανταλλαγή αγαθών, κτλ.
Ανεξαρτήτως της μεταβλητότητας του ποσοστού κέρδους στο χρόνο, a priori και αποκλειστικός στόχος του κεφαλαίου είναι η μεγιστοποίηση του μέσου ως προς το χρόνο της επένδυσης ποσοστού κέρδους, με απώτερο αντικειμενικό στόχο τη μεγιστοποίηση της απόδοσης της αρχικής επένδυσης ή της χρηματικής διατίμησης του στο τέλος του χρόνου της επένδυσης. Απλά πορίσματα αυτής της καπιταλιστικής (ή επενδυτικής) αρχής είναι: (α) το κεφάλαιο μετακινείται από δραστηριότητες με χαμηλά προς εκείνες με υψηλά ποσοστά κέρδους εντός του ίδιου ή διαφορετικών τομέων παραγωγής, εντός του ίδιου ή διαφορετικών εθνικών πλαισίων· (β) το κεφάλαιο αποσύρεται εντελώς από δραστηριότητες με προοπτική χαμηλής ή αρνητικής απόδοσης· (γ) το κεφάλαιο χρησιμοποιεί κάθε μέσο στη διάθεσή του (πληροφορίες που αφορούν την αγορά και τον ανταγωνισμό, τεχνικές βελτιώσεις στα προϊόντα και μεθόδους παραγωγής που μειώνουν το κόστος, διαχείριση inventory και portfolio των ομοειδών αγαθών που παράγει, κτλ.) ούτως ώστε διαρκώς να μεγιστοποιεί αυτό το ποσοστό κέρδους· (δ) τέλος, συχνά επεμβαίνει μονομερώς στην τιμή προσφοράς του προϊόντος, είτε για να «πραγματοποιήσει» την πώληση έγκαιρα και πριν και παρά τον ανταγωνισμό, είτε για να μειώσει το κόστος συντήρησης μεγάλων ποσοτήτων inventory, είτε για να αυξήσει το μερίδιο του στην αγορά που θα το αξιοποιήσει αργότερα σε μείωση του κόστους που διευρυμένες «οικονομίες κλίμακας» επιτρέπουν, είτε - σε μονοπωλιακές ή ολιγοπωλιακές συνθήκες ή καρτέλ καταστάσεις – απλά για να αυξήσει τα κέρδη του. Αλλά κάθε «επιχειρηματική» ενέργεια του κεφαλαίου αποβλέπει στο ένα και το αυτό αντικείμενο: την αύξηση της κερδοφορίας του.
No comments:
Post a Comment