Monday, April 27, 2026

36 - Αγία Νάπα

Η λίγη ζωή έξω από τη δουλειά, τα μεθυσμένα βράδια των Παρασκευών και των Σαββάτων, αρμένιζε στα ταραγμένα νερά της σχέσης με τη J: στιγμές όπως πάντα είτε του ύψους και της έκστασης, είτε του βάθους και της απογοήτευσης, είτε φωτισμένες από αισθησιακές τέρψεις, είτε βυθισμένες στα σκοτάδια της οργής και αμοιβαίου μίσους μετά από βίαιες προστριβές. Παρασυρμένος τις απολαύσεις των σαββατοκύριακων, ξεχνούσα την απογοητεύσεις και την απελπισία από την υστερία, τη βία και το μίσος που περιοδικά με απωθούσαν στον αγύριστο· επιλήσμων του γεγονότος ότι ο πυρήνας του ανθρώπινου χαρακτήρα παραμένει με τον καιρό αναλλοίωτος. Έτσι, μετά τα σαββατοκύριακα των τριών ωρών και διακοσίων χιλιομέτρων πέρα-δώθε, των σαρκικών απολαύσεων ποτισμένων στο αλκοόλ, παραβλέποντας την τελευταία εμπειρία που είχε αφήσει δυσάρεστες εντυπώσεις, αποφάσισα να οργανώσω εκ νέου τις καλοκαιρινές διακοπές με την J: χωρίς πολλή σκέψη και προμελέτη, στο τοξικό περιβάλλον της Αγίας Νάπας, του χωριού-πάρτι της Κύπρου, που κάθε καλοκαίρι ασφυκτιούσε κάτω από βάρος μιας έξαλλης τουριστικής νεολαίας από τον ευρωπαϊκό βορρά ασφυκτιούσε και τεράστια γκάμα από cocktail-bars και night-clubs υποδοχής της για τοξικές εκτονώσεις μέχρι παράλυσης τις πρωινές ώρες. Αποδείχτηκε εκ των υστέρων μια ατυχής και παραλίγο τραγική επιλογή και ώθησε τη σχέση μας προσωρινά σε βάθη χωρίς προηγούμενο. Όφειλα να γνωρίζω καλύτερα.

Οι ρηχές ανθρώπινες επιθυμίες για τον ήλιο, τo χάδι από το απαλό αεράκι των ζεστών βραδινών, τη θάλασσα και την καυτή αμμουδιά, τα γεύματα al fresco, τη σεξουαλικά φορτισμένη διασκέδαση από μισόγυμνα κορμιά νέων, την κρύα μπύρα, και, φυσικά, τον έρωτα στο επίκεντρό όλων αυτών, ασκούσαν ακόμα ισχυρή έλξη καθώς έκλεινα τον κύκλο της νιότης. Και όλα πήγαιναν καλά, χωρίς αξιομνημόνευτα περιστατικά μέχρι το προτελευταίο βράδι. Κάναμε το γύρο του νησιού με το αμάξι που νοίκιασα, πήγαμε στον Τρόοδο, μέσα από τους έρημους από ανθρώπους δρόμους της Λευκωσίας το καυτό απόγεμα του Ιούλη, την Πράσινη Ζώνη που χώριζε την πολιτεία στα δύο, είδαμε από μακριά τη βάση της αποικιοκρατικής αυτοκρατορίας. Τα ενδότερα του νησιού ήταν όπως το περιέγραφαν οι σχολιαστές διακοπών σε εφημερίδες και περιοδικά: scruffy. Τα θέλγητρα για τους νέους τουρίστες και στερημένους φαντάρους σε άδεια, βρισκόταν στις ακρογιαλιές, στα πάρτι σε bars και clubs. Η νυχτερινή ζωή στην Αγία Νάπα αντί να αλλοιώσει, ενίσχυσε τις προκαταλήψεις που είχα για τους Ελληνοκύπριους «αδερφούς» μας. Αλλά, το εύκολο χρήμα από τον τουρισμό διαφθείρει -παντού και πάντα και, για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, όχι μόνον τους κατοίκους του νησιού που ζουν και πλουτίζουν από αυτόν.

Το τελευταίο βράδυ των διακοπών, μετά από μερικά ποτά μαζί στο μπαλκόνι ενός τυχαίου bar της πλατείας, η J, πιστή σε μια βασανιστικά επαναληπτική συμπεριφορά που σχεδόν αδιάλειπτα υιοθετούσε σε νυχτερινές εξόδους, αποσύρθηκε (ή μάλλον παρασύρθηκε) σε ανύποπτο χρόνο μακριά μου σε κάποιο γωνιά του bar στο ισόγεια, όπου την είδα να χαριεντίζεται, εκ νέου, με ένα «παλικάρι» της Κύπρου, από αυτά που εμφανίζονται από το πουθενά στη θέα του θηράματος- κάποιας καλλίγραμμης ξανθιάς από τη Βόρεια Ευρώπη, ζαλισμένης από το ποτό.

Παρόμοια ρουτίνα είχα ανεχτεί και το βράδι της προηγουμένης. Τότε έβρισα κατάμουτρα, με το θάρρος και την αδιαφορία που πρόσφεραν δυο και τρία πιοτά ως προς τις πιθανές συνέπειες, ένα ανάλογο «παλικάρι» που είχε βρει πρόσφορο έδαφος στην αφέλεια και ψυχικές αδυναμίες της J. Εκείνος δεν απάντησε. Φάνηκε σοκαρισμένος και κρύφτηκε ανάμεσα στο πλήθος του bar, αλλά μετά από λίγο η J ξαναβρέθηκε στο πλευρό του. Αγιάτρευτα εξοργισμένος πλέον τους άφησα στο bar να τα «πούνε». Αργότερα είδα τη J στο γαλάζιο ολόσωμο φόρεμά της να εξαφανίζεται μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, με το «παλικάρι» δίπλα της, με κατεύθυνση, όπως έμαθα εκ των υστέρων, μια από τις αμμουδιές έξω από το χωριό. Επέστρεψε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου πρωινές ώρες, αλλά δεν είχα ούτε το κουράγιο, ούτε την διάθεση προς μιαν καινούργια φασαρία παραμονή της αναχώρησης μας από την Κύπρο για ένα επεισόδιο, που στη σχέση μας είχα καταντήσει ρουτίνα.  Παρά τις προειδοποιήσεις από την συσσωρευμένη αρνητική εμπειρία των λίγων ημερών εκεί, όπως και πριν έναν χρόνο στην Χαλκιδική, γεγονότα που θα έπρεπε να μου είχαν βάλει μυαλό και αποτρέψει τέτοιου είδους εξόδους, βγήκαμε το επόμενο και τελευταίο βραδινό για μερικά ποτά. Ως γνωστόν, σε τέτοιες τοποθεσίες παραθερισμού δεν υπάρχουν πολλές εναλλακτικές επιλογές να περάσει κάποιος το βράδι και κάθε βράδι του εκεί.  

Την προβλέψιμη εκτροπή εκείνο το τελευταίο βράδι το διακοπών την παρακολουθούσα αδιάφορος από το μπαλκόνι στο πάνω πάτωμα του «κέντρου» που έβλεπε στην πλατεία του χωριού από μια γωνιά της. Η πλατεία ήταν ασφυκτικά περικλεισμένη από παρόμοια κέντρα που ανταγωνίζονταν το ένα το άλλο στο φτηνό αλκοόλ και τη δυνατή, αχαρακτήριστη και έκλυτη μουσική, όλα σχεδιασμένα να προσελκύσουν νεαρές τουρίστριες διψασμένες για εκτόνωση και περιπέτειες, ενόψει των ατέλειωτων σκοτεινών και κρύων χειμώνων του βορρά και μαζί ανάλογο αριθμό από τα ντόπια καμάκια και άλλους διψασμένους για ερωτικές περιπέτειες νέους. Η πλατεία γέμισε γρήγορα με τον κόσμο που είχε ολοκληρώσει το απογευματινό μπάνιο και ηλιοθεραπεία, καθώς ο ήλιος έδυε και το χωριό σε λίγο θα λουζόταν από φώτα νέου και την μουσική ηχορύπανση των κέντρων ψυχαγωγίας της νεολαίας. Η πίσω μεριά του μπαλκονιού έβλεπε στον κύριο χώρο του bar, στη γωνιά του DJ και μια μικρή πίστα για χορό στο κέντρο. Η απουσία της J διάρκεσε αρκετή ώρα. Καμιά έκπληξη: «εδώ είμαστε πάλι!» έλεγα στον εαυτό μου, παραιτημένος, ζαλισμένος και συναισθηματικά μουδιασμένος από το αλκοόλ.  Όταν τέλειωσα και την τελευταία βότκα-πορτοκάλι, έσκυψα προς την πίσω μεριά του μπαλκονιού που στο εσωτερικό του ισόγειου του κέντρου για να δω τι γίνεται και εκτιμήσω το status της βραδιάς. Το ροδοκόκκινο από την ηλιοθεραπεία των ημερών σώμα της J, πίσω από ένα ολόσωμο γαλάζιο φόρεμα, στριφογύριζε στην πίστα. Ένα μελαχρινό παλικάρι, σε ένα εφαρμοστό άσπρο πουκάμισο με ανοιχτά τα κουμπιά του μέχρι κάτω στο τριχωτό στήθος, και σκούρο παντελόνι (χαρακτηριστική ένδυση των Ελλήνων και Κύπριων καμακιών), την στριφογύριζε σαν σβούρα με άξονα περιστροφής την αδύνατη σιλουέτα της κρατώντας το χέρι της ψηλά.  H J γελούσε· φαινόταν να το διασκεδάζει. Μπουχτισμένος και από αυτήν την σκηνή, κατέβηκα στο ισόγειο και την πίστα, της άγγιξα με το χέρι τον ώμο, και εκνευρισμένος και βλοσυρός είπα κάτι σαν: ‘I΄m leaving, you coming?’, που πιθανόν πνίγηκε στον εκκωφαντικό θόρυβο της μουσικής. Η J γύρισε τα γλαρωμένα της μάτια και στιγμιαία με κοίταξε με εκείνο το γνώριμο, συννεφιασμένο από τη ζάλη, και ένα ενοχλημένο πρόσωπο προς  κάποιον ξένο και παρείσακτο, που διατάρασσε τη διασκέδασή της στην κορύφωσή της. Με αγνόησε περιφρονητικά και συνέχισε το χορό της.

Βγήκα από το μαγαζί  να περπατήσω στα δρομάκια γύρω από την ασφυκτική πλατεία με κατεύθυνση το ξενοδοχείο. Μετά από λίγη ώρα, χάριν σε αποθέματα φιλότιμου και έγνοια για την τύχη της, επέστρεψα. Πλησίαζαν μεσάνυχτα. Άρχισαν να σχηματίζονται οι ουρές μπροστά από τα πιο δημοφιλή night clubs. Η πλατεία γέμιζε από κόσμο χαμένο, σε transit, να αναζητά το επόμενο hot-spot για να ανέβει μερικά ακόμα σκαλοπάτια και να κορυφώσει την έκσταση από μια διασκέδαση, που δύσκολα θα της έδινε κανείς περιεχόμενο: απευθυνόταν αποκλειστικά και απευθείας στις αισθήσεις, με μόνο στόχο μιαν ακραίας μορφής εκτόνωση χωρίς αύριο. Από την άλλη μεριά, στα τριάντα-δύο χρόνια, ανάμεσα σε κόσμο κατά μέσο όρο δέκα και παραπάνω χρόνια νεότερη μου, ένιωθα γερασμένος. Κουβαλούσα παντού την άχαρη όψη και εμφάνιση του σοβαρού, του μελετημένου και μετρημένου, που σήμαινε ότι ήμουν παρείσακτος σε εκείνη κόλαση ήχων, φωτός, τσιρίδων, γέλιων, μέθης, μισόγυμνων κοριτσιών. Ήμουν τριάντα και κάτι: κατάλαβα ότι βρισκόμουν εκτός τόπου και χρόνου, ότι δεν «κολλούσα».

Η J, μια αγριόγατα σε άγουρη νιότη που βγήκε από το κλουβί ενός πρόωρου γάμου και φροντίδας παιδιών, ήταν άφαντη. Διέσχισα την φίσκα από κόσμο πλατεία και ξαναπήρα τον δρόμο για το ξενοδοχείο, με ένα μίγμα θυμού και ανησυχίας για την τύχης της. Καταμεσής της πλατείας, διέκρινα ένα πηγαδάκι από τρεις-τέσσερις νεαρές κοπέλες, και ανάμεσα τους μια ξανθιά πεσμένη στο έδαφος, με το φόρεμα τραβηγμένο ατημέλητα να αποκαλύπτει  τους γλουτούς, κουλουριασμένη, να προσπαθεί, στηριγμένη σε έναν αγκώνα , να σταθεί στα πόδια της. Έκλαιγε και φώναζε ακατανόητα και υστερικά. Ήταν η J. Χώθηκα στο πηγαδάκι από τα κορίτσια γύρω της, συστήθηκα ως σύντροφος της, και ανέλαβα να την σηκώσω από τους ώμους και να την κουβαλήσω στο ξενοδοχείο. Το θολωμένο της μυαλό και τα μάτια της, μισόκλειστα και κοκκινισμένα από το αλκοόλ, και δεν ξέρω τι άλλο, φαίνεται ότι με αναγνώρισαν. Το πρόσωπό της ήταν χλωμό και κουρασμένο, τα μάγουλά υγραμένα από δάκρυα, το ύφος της έκρυβε μίσος. Αντί να πιάσει το χέρι μου να σηκωθεί, άρχισε να με κλωτσάει με τα πόδια της ακόμα στο έδαφος, ενώ όταν κατάφερε και στάθηκε όρθια προσπαθούσε με άγαρμπες κινήσεις των χεριών της να με χτυπήσει. Κάθε προσπάθειας διαλόγου και λογικής συνεννόηση με δεδομένη την ημι-παράλυτη κατάσταση της ήταν μάταιη, και παραιτήθηκα. Απομακρύνθηκα από την ίδια και τα κορίτσια γύρω της. Δυο από αυτά κατάφεραν να την κατευνάσουν και στηρίξουν στους ώμους τους. Την πήραν μαζί τους προς τα περίχωρα το χωριού. Τους ακολούθησα και περίμενα έξω από ένα διώροφο σπίτι, με την ταμπέλα “Rooms to Let” πάνω από την κεντρική πόρτα.

Μετά από λίγη ώρα, εν αναμονή του ξεπεράσματος της κρίσης, πρόβαλα πίσω από την ανοιχτή πόρτα του ισόγειου νοικιαζόμενου δωματίου. Η J ήταν καθισμένη στην άκρη ενός ντιβανιού, και ένα ζεστό ρόφημα στο χέρι της. Τα κοκκινισμένα μάτια της είχαν στεγνώσει από δάκρια, αλλά μου έριξε την ίδια γεμάτη μίσος ματιά, όπως όταν πάλευε με μένα και τους δαίμονες της στην πλατεία, πριν ξανασκύψει και πάλι το χλωμό πρόσωπό της. Δεν ήθελε να με δει, ούτε να μου μιλήσει, ούτε να είμαι πουθενά κοντά της· από μέσα της με κατηγορούσε, ίσως επειδή πίστευε ότι την είχα εγκαταλείψει στις διαθέσεις του τυχάρπαστου που την κόλλησε· κάτι που κάθε καλοπροαίρετος θα έβρισκε ακατανόητο, όπως ήταν απίθανο και η ίδια με το θολωμένο από ουσίες μυαλό να εξηγήσει. Αυτά συζητούσα με την συνετή κοπέλα με αμερικάνικη προφορά, νοσοκόμα στο επάγγελμα, μια από αυτές που την κουβάλησαν στο διαμέρισμά τους και την φρόντισαν. Τους έδωσα τις πληροφορίες του ξενοδοχείου που μέναμε κι έφυγα για το δωμάτιο με την ελπίδα μέχρι την ώρα της αναχώρησης να συνερχόταν.

Όταν ξύπνησα με την αυγή, η J δεν βρισκόταν στο διαμέρισμα που είχαμε νοικιάσει. Βγήκα έξω για να την ψάξω εκ νέου, και τη βρήκα στο γαλάζιο φόρεμά της πάνω σε μια σαιζλόνγκ κάτω από μιαν ομπρέλα δίπλα στην έρημη από κόσμο πισίνα, με το χέρια να αγκαλιάζουν τα γόνατα το πρόσωπο σκυμμένο ανάμεσά τους. Πήγα και στάθηκα από πάνω της, αλλά απέφυγε το βλέμμα μου. Φαίνεται ότι το μίσος της προηγουμένης είχε καταλαγιάσει. Δεν ανταλλάξαμε ούτε μια λέξη μέχρι τον χωρισμό μας στο αεροδρόμιο και από εκεί στους διαφορετικούς μας προορισμούς: εγώ σκόπευα περνούσα τις τελευταίες μέρες της άδειας μου στη Θεσσαλονίκη, η J θα επέστρεφε στο Birmingham και τα παιδιά της, που πάντα μετά από τέτοια επεισόδια της λείπουν σε υπερθετικό βαθμό. Από την μεριά μου, σκεφτόμουν ότι η σχέση με τη γυναίκα εκείνη έπρεπε όχι απλά να αναθεωρηθεί, αλλά να τερματιστεί. Η σύγκρουση χαρακτήρων και οι κρίσεις που η συμπεριφορά της, όπως πίστευα, προκαλούσε, άγγιξε νέες άνευ προηγουμένων βάθη.

Αλλά, και πάλι! Πόσες φορές δεν κατέληξα στο ίδιο σημείο, ανήμπορος από τις προσωπικές συνθήκες για το οριστικό ρήγμα;  Αυτή την φορά, με την επιστροφή στο Rochester, δεν επιχείρησα να επικοινωνήσω για αρκετές βδομάδες. Γνώριζα καλά ότι η ανάλυση, συζήτηση και λογική εξήγηση ενός ακόμα δηλητηριώδους επεισοδίου ήταν ανώφελες· κάποια εκ νέου επανασύνδεση θα οδηγούσε στα ίδια και χειρότερα ναδίρ. Θα ξαναβλέπαμε μια ταινία που είδαμε πολλές φορές στα δυο χρόνια σχέσεις. Ξανά μόνος, λοιπόν, στο μελαγχολικό διαμέρισμα του Chatham. Θα έπαιρνα τα μέτρα μου, με όλη την εμπειρία τριών χρόνων επιβίωσης σε ξένο τόπο, να επανεκκινήσω προσωπική και συναισθηματική ζωή προς κάτι τις καλύτερο, με ό,τι θα μπορούσε σε εκείνο τον κόσμο μέσω trials and errors να στοιχειοθετήσει «βελτίωση». Καθώς αφορούσε κυρίως την ψυχή, για τον κόσμο των συναισθημάτων και των αισθήσεων, θα ήταν δύσκολο να βρεθεί κάποιο καλό μονοπάτι και να το εκτιμήσω κατά την διαδρομή του πριν από το τέρμα.

Sunday, April 12, 2026

35 - Προσωπικά και Λίγα Υπαρξιακά

H ζωή στο εργοστάσιο συνεχίστηκε σχετικά απρόσκοπτη μετά το επεισόδιο με τις απολύσεις, εκείνη τη διδακτική για μένα τουλάχιστον εμπειρία. Στεναχωρήθηκα για αυτούς που έφυγαν, αλλά το συναίσθημα, υπό την πίεση των καθημερινών ασχολιών και καθηκόντων στη δουλειά, εξασθένισε γρήγορα, μέχρι που βυθίστηκε στην καθημερινότητα. Σκέφτηκα: αυτά έχει ο καπιταλισμός και η ζωή και ο αγώνας για επιβίωση σε αυτόν, για την υλιστική και ατομική τουλάχιστον βελτίωση μέσα από το σύστημα συνεχιζόταν. Έπρεπε. Και η ζωή, το μεγαλύτερο κομμάτι του καιρού σε κείνο το στάδιο της, θα συνεχιζόταν στους επόμενους μήνες σε ίδιους και εντατικότερους ρυθμούς, χωρίς πολλά σκαμπανεβάσματα. Η «κακή χρονιά» ξεχάστηκε, η εταιρία πέρασε σε μια φάση χλωμής ανάκαμψης, τα τεχνικά προγράμματα και οι πωλήσεις πήραν μιαν ανιούσα σε ένταση και αριθμό. Όπως ξεχάστηκαν, η μια μετά την άλλη, και οι «εργάσιμες» μέρες και βδομάδες στη μονοτονία και ομοιομορφία τους.

Στην προσωπική ζωή έλειπαν οι εκλάμψεις – οι «στιγμές», που λένε οι υπαρξιστές. Τα βράδια στο μίζερο διαμέρισμα του Chatham μέχρι την ώρα του ύπνου έσβηναν μοναχικά, ίσως καταθλιπτικά, μπροστά στην μικρή τηλεόραση, σε άσκοπες περιπλανήσεις μπροστά  από σειρές με ομοιόμορφα γερασμένα σπίτια με απεριποίητες αυλές πάνω από τον μελαγχολικό δρόμο, τον Luton Road, που τον γέμιζε η τσίκνα από το Turkish Delight Kebab House ή τα καμένα λάδια από ένα Fish & Chips μαγαζί λίγο πιο πέρα. H J ήταν ακόμα εκεί· στο Rednal του Birmingham και με πρόσμενε κάθε Σαββατοκύριακο. Για να διαγράψει ένα μεγάλο κομμάτι του παρελθόντος με τον πρώην σύζυγο από την ζωή της, μετακόμισε λίγο παραπέρα από την παλιά της γειτονιά. Τα Σαββατοκύριακα τα προσδοκούσαμε και οι δύο, είναι αλήθεια, με κάποια μικρή και ανεκδήλωτη λαχτάρα. Έπαιρνα το μακρύ δρόμο από Rochester για το Birmingham τις Παρασκευές αμέσως μετά τη δουλειά, και πριν χτυπήσω την πόρτα της J, ταλαιπωρημένος στο Rubery αργά το βράδυ, σταματούσα, πεινασμένος και διψασμένος, πρώτα στο Fish & Chips μαγαζί και κατόπιν στο off-license της γειτονιάς για δυο τετράδες κουτιών μπύρας.

Τα κορίτσια κοιμόταν εκείνη την βραδινή ώρα που έφτανα στο σπίτι της. Έτρωγα τα fish & chips λαίμαργα από την λαδόκολλα, καταπίναμε τις μπύρες τη μια μετά την άλλη, με trendy τραγούδια της J στο στέρεο, πέφταμε στο κρεβάτι μεθυσμένοι από τις μπύρες, κάναμε σχεδόν ενστικτωδώς τον έρωτα τα νιάτα μας στερήθηκαν για μια βδομάδα, τον επαναλαμβάναμε αργά το επόμενο πρωινό μόλις ανοίγαμε τα μάτια στην κλειδωμένη κρεβατοκάμαρα και νιώθαμε την παρουσία του άλλου δίπλα. Το υπόλοιπο του Σάββατου, της μόνης πλήρους ελεύθερης μέρας, χωρίς δουλειά και μετακινήσεις, άραζα εξαντλημένος, μετά από μιαν απογευματινή επίσκεψη στο pub. Ήταν μια, κατά  κάποιο τρόπο, κτηνώδης κατάσταση διαβίωσης, όσο την αναλογίζομαι μετά από χρόνια: ικανοποιούσε κυρίως την αυτοσυντήρηση και βιολογικά ένστικτα. Το «Αχ! Να ’ταν η ζωή μας Σαββατόβραδο!» που τραγουδούσα νεότερος, ταίριαζε περισσότερα στα σαββατοκύριακα εκείνη της περιόδου. Και ερχόταν η Κυριακή το απόγευμα που, με την ανόρεχτη και άτονη και βαριά διάθεση εργατών και μισθωτών, έπαιρνα τον ψυχολογικά ατέλειωτο δρόμο της επιστροφής για το θλιβερό διαμέρισμα του Chatham.

Πέρασαν αρκετοί μήνες προτού η J ξεπεράσει τις φοβίες του άβγαλτου από τον μικρόκοσμο της συνοικίας της κοριτσιού, και αρχίσει να με επισκέπτεται στο Rochester. Την παραλάμβανα, με το Astra Vauxhall μου από τo σταθμό λεωφορείων της Victoria. Στο χαμόγελο ευτυχίας πίσω από τα μεγάλα φουμέ τζάμια του λεωφορείου που την έφερνε, στο χέρι της που με απαλές κινήσεις μου έγνεφε, έβλεπα πόθο και μιαν αγάπη, αισθήματα βαθύτερα από τις σαρκικές απολαύσεις που μας κλείδωναν στο σπίτι και την κρεβατοκάμαρα τα Σαββατοκύριακα. Αλλά και πάλι, στην γκαρσονιέρα του Chatham, στο μονό ντιβάνι που μετά βίας μας χωρούσε, ή στη μοκέτα και το μικρό καναπέ από μπαμπού, αν υπήρχαν βαθύτερα συναισθήματα ξεχνιόταν, τα ήθη εκλύονταν, οι εαυτοί μας εκτονώνονταν από τη βδομάδα καταπίεσης και ρουτίνας στην απελευθερωτική ιδιαιτερότητα που πρόσφερε το δωμάτιο: από την καταλυτική επίδραση αλκοόλ και μερικές φορές της κάνναβης που έφερνε από το Birmingham η J; στους ήχους του Blue Velvet ή κάποιου φιλμ-νουάρ στην τηλεόραση, της ψυχεδέλειας και heavy metal ακουσμάτων CD του εγγλέζικου ροκ που πρωτάκουσα στο Birmingham και άρχισα να συλλέγω. Και κάναμε έρωτα με κάθε τρόπο, σε στάσεις, παραδοσιακές, ορθόδοξες ή και ανορθόδοξες, που ακόμα και η J, η διψασμένη για σεξ -οποιασδήποτε εκδοχής σεξ, καμιά φορά χαρακτήριζε ως «ανώμαλες» και «εξευτελιστικές». Οι αναστεναγμοί της ξεπερνούσαν την μελωδική ομορφιά αυτών της Beatrice Dalle στο Betty Blue. Έρωτας! Νύχτες της Παρασκευής, πρωινά και απογέματα και μεθυσμένα βράδια του Σαββάτου, Πρωϊνά της Κυριακής· η σεξουαλικότητά της προχωρημένης νιότης μου, απογειωνόταν και κορυφωνόταν.

Ήταν το πρωί ενός Σαββάτου, η J καθισμένη πάνω στο γυμνό ανάσκελο σώμα μου, ολόγυμνη και η ίδια, απολάμβανε μιαν φλόγα μέσα της με αργές ρυθμικές κινήσεις και ολοένα αυξανόμενους σε ένταση αναστεναγμούς, καθώς πλησίαζε της λυτρωτική της ολοκλήρωση, όταν αναπάντεχα άνοιξε η πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Κάποιος είχε μπει στο διαμέρισμα αθόρυβα και απαρατήρητος και άνοιξε μια χαραμάδα στην πόρτας του μοναδικού δωματίου, πιθανόν προσελκυσμένος από τους αναστεναγμούς, ίσως και από τη μυρωδιά της κάνναβης που είχε κατακλύσει το διαμέρισμα από την προηγούμενη νύχτα. Δεν είδα το πρόσωπό του, καθώς η πόρτα ήταν πίσω μου και τα μάτια στραμμένα στα ιδρωμένα παλλόμενα στήθη της J, στο πάθος του προσώπου της. H J όμως τον είδε. Είδε το μεγάλο, ξυρισμένο κεφάλι, και ένα αθώο ανέκφραστο πρόσωπο, που αφού έριξε μια γρήγορη αμήχανη ματιά προς το γυμνό κορμί της, έκλεισε την χαραμάδα της πόρτας και αποσύρθηκε πίσω της. Η J σταμάτησε απότομα και άδοξα αυτό που τόσο απολάμβανε, και τραβήχτηκε από μένα προς τον καναπέ, και τυλίχτηκε στο μπουρνούζι. Η πόρτα είχε κλείσει και ο ξένος επισκέπτης αποσύρθηκε στο μπάνιο δίπλα όπου τον άκουσα να μαστορεύει. Τότε Θυμήθηκα! Ήταν ο υδραυλικός, που είχα ζητήσει από τον νοικοκύρη να στείλει και να επισκευάσει μια διαρροή στο μπάνιο, μια αβαρία που μου είχε στοιχίσει ακριβά στον τελευταίο λογαριασμό ύδρευσης.

Ψιθυριστά κουβεντιάσαμε ότι κάποιος από τους δυο μας όφειλε να τον αντιμετωπίσει πρόσωπο-με-πρόσωπο, ίσως να του πρόσφερε κάτι… έναν καφέ ή ένα τσάι. Και αυτός ο ένας θα ήταν η J με περισσότερο θάρρος και με δεδομένη την δική μου ατολμία και συστολές. Τυλιγμένη στο μπουρνούζι, αναμαλλιασμένη και αναψοκοκκινισμένη, πήγε στο μπάνιο όπου ο απρόσμενος υδραυλικός είχε ήδη να μαστορεύει σα να μην είχε συμβεί τίποτε, ώστε να του προσφέρει ένα αφέψημα. Ευγενικά αρνήθηκε το τσάι. “Sorry about thatWere not expecting anyone,” του είπε με το αφοπλιστικό κοριτσίστικο γελάκι ενοχής που συνήθιζε. “No worries, luv, its perfectly natural,” της απάντησε ο υδραυλικός σε σοβαρό τόνο και με το πατροπαράδοτο εγγλέζικο φλέγμα. To απροσδόκητο συναπάντημα όπου ένας ξένος έγινε μάρτυρας των ερωτικών μας περιπτύξεων J θα το διηγείται σαν αστείο σε αδερφές και φίλες για πολύ καιρό μετά. Εμένα μου έμεινε το “perfectly natural, luv!” του υδραυλικού, καθησυχαστικό για την ντροπή μου, και η εντύπωση που άφησε  απερίσπαστος να συνεχίσει τη δουλειά που του είχε ανατεθεί. Έχει αρκετά καλά η εγγλέζικη κουλτούρα. 

Στην υπαρξιστική φάση της ζωής μου δεν είχα περάσει ακόμα. Δεν είχα διαβάσει Sartre ή Heidegger. Τις αντιλήψεις για το παράλογο και την ελευθερία του Camus της είχα βάλει στο ράφι, ενώ περισσότερο με συνέπαιρνε ιδεολογικά η λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας και η κοινωνιολογία του, όπως την είχε σκιαγράψει ο Μαρξ. Πολλές κρίσεις, μικρές ή μεγάλες, του καπιταλισμού τις έβλεπα στα οικονομικά μεγέθη και να αντανακλώνται στην καθημερινότητα του εργοστασίου – σε περικοπές και απολύσεις, στην ανησυχία για την συμπίεση εσόδων και κερδών. Για τις άλλες φιλοσοφίες, δεν φανταζόμουν καν αν ήταν εφαρμόσιμες στη ζωή ενός μηχανικού στα τριάντα και κάτι του χρόνια, που δούλευε καθημερινά σε ένα εργοστάσιο για κάποιο ανώνυμο κεφάλαιο. Η γνώση της κοινωνίας και του πρωταρχικού υλιστικού κόσμου γύρω μου αρκούσε· δεν υπήρχε λόγος να σκύψω στα βάθη του «είναι»  –δεν χρειαζόταν για την ώρα, με το θάνατο μακριά στον ορίζοντα, το χρόνο ακόμα άπλετο μπροστά, την ύπαρξη να κυλάει χωρίς «αντανακλάσεις», χωρίς «κλήσεις και επικλήσεις στη συνείδηση». Αγνόησα το «είναι» μου. Έκανα, επαναλάμβανα, καμιά φορά ασυνείδητα αυτό που έβλεπα να κάνουν άνθρωποι γύρω μου.

Η ρουτίνα και η επανάληψη είναι οι λέξεις που θα περιέγραφαν την ύπαρξη εκείνη την περίοδο και για πολύ καιρό ακόμα. Η αίσθηση του πραγματικού χρόνου χάνεται, ο άνθρωπος αποδέχεται και υποτάσσεται στην κοσμική αντίληψη του χρόνου, στη «χυδαία χρονικότητα», που μετριέται από ρολόγια και ημερολόγια, με προθεσμίες ή επετείους ως στίγματα, με εργάσιμες μέρες και βδομάδες, με αργίες ξεκούρασης, και τα γνωστά. Κίνηση τυφλή του «είναι» μέσα στον κόσμο. «Θύμα του κόσμου μου» κι εγώ, με πήρε ένα ρεύμα, ζούσα την επανάληψη καταστάσεων και στιγμών. Μέρες ξεχασμένες, πολλές μέρες πεταμένες χωρίς να πετάξουν πάνω από ένα τέλμα παρά μερικές σποραδικές στιγμές, αραιά και που, ανάμεσα σε μέρες ρουτίνας και καθημερινές συνήθειες. Κι όμως «υπήρχα»· ζούσα μια ζωή, χωρίς συνείδηση της ύπαρξης και του χρόνου που κυλούσε ακατάπαυστα στο φόντο της.