Wednesday, June 24, 2026

43 - Παραίτηση Νο. 2

Εγγενείς δειλία και φοβίες μου δεν στάθηκαν αξεπέραστα εμπόδια στην ανακοίνωση της παραίτησής μου από την μικρή εταιρία του Rochester στον Steve. Το δέλεαρ μιας ανανεωμένης ζωής με περισσότερη οικονομική άνεση, σε ένα καινούργιο και διευρυμένο επαγγελματικό ταμπλό με υψηλότερα προφίλ, υπό την αιγίδα γνωστής πολυεθνικής στην καρδιά της Αγγλίας, πιο κοντά στην J, σαφώς υπερίσχυε. Με θέληση ξεπέρασα τη νευρικότητα μου. Κοντοστάθηκα στιγμιαία έξω από το γραφείο του, μάζεψα θάρρος, στάθηκα απέναντι του με τον ώμο να γέρνει χαλαρά πάνω στην ανοικτή πόρτα, και ελαφρώς τρεμάμενη φωνή του είπα: “Steve, can I have a word with you?” Ήταν εξαιρετικά ευφυής άνθρωπος για να καταλάβει ότι επρόκειτο για κάτι εμπιστευτικό, και μάλιστα περί τίνος ακριβώς επρόκειτο, και μου ζήτησε να κλείσω την πόρτα. Καθισμένος απέναντι του στο γραφείο του ανακοίνωσα ορθά-κοφτά την απόφαση μου να παραιτηθώ. Χρησιμοποίησα το γεγονός της εγκυμοσύνης της J ως κύριο λόγο της παραίτησής μου: ήταν περισσότερο ψέμα, παρά αλήθεια, καθώς απέκρυψα την δουλειά που είχα ήδη αποδεχτεί σε μιαν άλλη εταιρία στο Reading. Με κοίταξε με το ίδιο πονηρό χαμόγελο και την ίδια λοξή ματιά που -σήματα κατατεθέντα του Steve, χωρίς ίχνος απογοήτευσης. Αφού, μιλώντας γρήγορα, τελείωσα με μια ανάσα τις δυο-τρεις σύντομες φράσεις που είχα προβάρει εκ των προτέρων στο μυαλό, μου ψιθύρισε ότι και ο ίδιος σκόπευε να φύγει. Μάλιστα είχε ήδη δώσει στο μεγάλο αφεντικό, τον Ken, την τρίμηνη προειδοποίηση που η βαθμίδα και το συμβόλαιο του απαιτούσαν, ώστε να ξεκινήσει λίγο παρακάτω στο Kent τη δική του εταιρία, που θα ανταγωνιζόταν αυτήν όπου συνεργαζόμαστε ως τότε. Είχε εξασφαλίσει κεφάλαια από επενδυτές και όχι μόνον· είχε επιπλέον καταφέρει να πείσει μερικούς από τους ικανότερους της ομάδας να τον ακολουθήσουν στη νέα επιχειρηματική δραστηριότητα. Έκλεισε την συνομιλία μας κατακρίνοντας την έλλειψη οράματος και μακρόπνοης προοπτικής από τα μεγάλα αφεντικά και τους νέους εξ Αμερικής ιδιοκτήτες της εταιρίας. Η απόφαση του Steve να φύγει και ο ίδιος διευκόλυνε σημαντικά την θέση μου και χαλάρωσα. Η δύσκολη συζήτηση να με πείσει να μείνω, όπως περίμενα, αποφεύχθηκε. Στον Brian και τον Ken, που με συνάντησαν αργότερα, εξήγησα τους «προσωπικούς και οικογενειακούς λόγους» που με οδήγησαν στην απόφαση και συμφώνησα να διατηρήσω επαφή και ανοικτή την προοπτική για συνεργασία στο μέλλον. Ήμουν ανειλικρινής απέναντί τους και φυσικά δεν τήρησα τον λόγο μου.

 Η έγνοια των τελευταίων ημερών δουλειάς στο εργοστάσιο του Rochester που με βασάνιζε ήταν πως θα στεκόμουν και τι θα έλεγα στη συγκέντρωση των εργαζομένων που συνηθίζεται την τελευταία μέρα, του αποχαιρετισμού ενός από τους εργαζομένους. Θυμόμουν τον προκάτοχό μου, τον Jun, και το comme il faut μετά από καιρό σε έναν χώρο εργασίας, που επέβαλλε να πει κάτι, έστω τετριμμένο, μπροστά στο πλήθος των συναδέρφων που είχε μαζευτεί να τον αποχαιρετίσει. Προς μεγάλη μου ανακούφιση στην περίπτωσή μου κάτι τέτοιο δεν χρειάστηκε. Στο pub που μαζευτήκαμε την τελευταία μέρα μου για μερικά ποτά, όπου κέρασα όλους, πολλούς εις διπλούν, ο Steve είπε με αμερικάνικη εκφραστικότητά του δυο λόγια για την «προσφορά» μου, είπα κι εγώ ένα ή δυο μεγάλα ευχαριστώ, και με πόσο άξιους ανθρώπους είχα την χαρά να συνεργαστώ. Η απουσία των μεγάλων αφεντικών, του Ken και Brian, και η μπύρα καταπολέμησαν τα λίγα νεύρα μου. Πριν τη λήξη της βάρδιας έκανα το γύρο του εργοστασίου και χαιρέτισα δια χειραψίας όσους γνώριζα με τα μικρά τους ονόματα και έτυχε κατά διαστήματα να συνεργαστούμε, και ομολογουμένως με μια μικρή δόση συγκίνηση που γρήγορα έσβησε από τις προσδοκίες του μέλλοντος, άφησα το Rochester και το εργοστάσιο και τους ανθρώπους του για πάντα.

Friday, June 19, 2026

42 - Αλλαγή Ρότας

Δεν δυσκολεύτηκα να βρω δουλειά, παρόλο που χρειάστηκε, όχι για πρώτη φορά ούτε και για τελευταία, να θυσιάσω ένα ακόμα καλοκαιράκι και τις διακοπές του στο βωμό της προώθησης της  «επαγγελματικής καριέρας», όπως στο παρελθόν είχα θυσιάσει την ξεγνοιασιά αρκετών καλοκαιριών στο βωμό της γνώσης, των εξετάσεων και στο κτίσιμο ενός ασαφούς μέλλοντος που συνήθως παρουσιάζεται διαφορετικό από ότι το σχεδιάζουμε και φανταζόμαστε. Η οικονομία στη Βρετανία και αλλού έμπαινε σε περίοδο ανάκαμψης, και χωρίς να το αντιληφθώ θα βρισκόμουν στη μέση της δίνης της νέας τεχνολογικής επανάστασης του τέλους του 20ου αιώνα. Συνειδητά πλέον έβαζα πλώρη ‘to follow the money’, όπως μετά από χρόνια θα με συμβούλευε για την καριέρα μου ένας Αμερικάνος συνάδερφος· θα ζύγιζα επιλογές με κύριο άξονα τα οικονομικά οφέλη που θα αποκόμιζα. Γνώριζα καλά και από νωρίς στην ζωή, ότι στον κόσμο που ζούμε τη φήμη και δόξα πολλοί μπορεί να μίσησαν, αλλά το χρήμα ουδείς.

Η συνέντευξή μου από τον Keith, τον μάνατζερ μιας μεγάλης ομάδας στο Reading μια γιαπωνέζικης πολυεθνικής, διήρκεσε μόλις ένα μισάωρο. Οι ερωτήσεις ήταν λιγοστές: είχε εντυπωσιαστεί από το βιογραφικό (ντοπαρισμένο ανάλογα με στοιχεία, που μου επεσήμανε με ένα χαμόγελο ως άσχετα) και φοβόταν, μου είπε, μην τυχόν εκθέσει την σχετική άγνοιά του με άγαρμπες τεχνικές ερωτήσεις. Αλλά και στη συνέντευξη με τον Steve δυο χρόνια πριν δεν χρειάστηκε να πω πολλά πράγματα ή να απαντήσω σε δύσκολες τεχνικές ερωτήσεις. Αλλά τότε ο Steve ανάλωσε τον χρόνο της συνέντευξης στο να περιαυτολογεί για τα δικά του επαγγελματικά επιτεύγματα. O Keith αντίθετα ήταν σεμνός και μετριόφρων ως προς το τεχνικό του υπόβαθρο. Είχε αποστασιοποιηθεί από τεχνικές λεπτομέρειες και ‘ψείρες’ του engineering, ώστε να αφιερώνει την προσοχή και ενέργειά του στην διεύθυνση μιας μεγάλης ομάδας μηχανικών και ενισχύσει το κύρος που ένας μάνατζερ, ένα αφεντικό, οφείλει να αποπνέει στους υφιστάμενούς του. Περισσότερο μου ανάλυσε το ρόλο και τις φιλοδοξίες της ομάδας του, τις προσδοκίες της εταιρίας από εκείνο το ερευνητικό κέντρο και το εργοστάσιο κατασκευής που είχε στα Midlands, για διάφορα καινοτόμα τεχνολογικά σχέδια στα σκαριά που κλήθηκε να επανδρώσει, για τις επενδύσεις που η μητρική είχε ήδη κάνει και τις δεσμεύσεις να ενισχύσει το κέντρο R&D και την ομάδα του σε έμπειρο και ποιοτικό έμψυχο δυναμικό –ένδειξη εμπιστοσύνης στις δυνατότητές και τα ταλέντα της ομάδας. Όλα αυτά τα περιέγραφε στην συμπαθή, αδιάψευστη, και ασμίλευτη από χρόνια μακριά από τον τόπο του προφορά από την βορειοανατολική Αγγλία, που χρωμάτιζε την θαυμάσια εγγλέζικη αίσθηση του χιούμορ που διέθετε, και ένα γελαστό και φιλικό πρόσωπο με πυκνά εκφραστικά φρύδια και λαμπερά μπλε μάτια, που κοιτούσαν με ένταση. Καταγόταν από το Sunderland, μου είπε, και ήταν φανατικός οπαδός της τοπικής ομάδας και ανάφερε, με ανάλογη δόσεις χιούμορ και περηφάνειας, τα κύπελλα που κέρδισαν. Στον εύπορο νότο της Αγγλίας τον έφερε, όπως και πολλούς από τα μέρη του που μάστιζε η παρακμή και ανεργία στον απόηχο μιας θατσερικής περιόδου κλεισίματος παραδοσιακών βιομηχανιών, η έλξη καλύτερης και πλουσιότερης ζωής. Λογικό: κατά βάθος, παρόμοιοι λόγοι έφεραν και μένα στο νησί. Αισθάνθηκα άνετα in my own skin, όπως λένε.

Τον Keith στο τραπέζι της συνέντευξης και τη θέση του συνεντευξιάζοντος διαδέχτηκε, κάποιος Fowler, μάνατζερ από το τμήμα προσωπικού για μια λιγόλεπτη, εξίσου φιλική και λιγότερο απαιτητική κουβέντα. Επέστρεψα στο Rochester ευχαριστημένος, ελπιδοφόρος κι αισιόδοξος. Και η αισιοδοξία μεταμορφώθηκε σε μεγάλη, ανείπωτη χαρά όταν βρήκα και άνοιξα το γράμμα με την προσφορά από την εταιρία στο Reading. Κυρίως, από την αμοιβή που μου προσφερόταν και η οποία θα συνιστούσε εισοδηματικό άλμα σχετικά με τις μέχρι τότε αποδοχές μου. Νέος τόπος και οικονομική άνεση! Η ζωή θα άλλαζε προς το καλύτερο.

Ποτέ δεν υποτίμησα τη σημασία του παρά και του πλούτου ως ανταμοιβή ικανοτήτων και προσπάθειας. Δεν είναι η ώρα για μακροσκελείς αναλύσεις περί του φετιχισμού του χρήματος, και το κυνήγι του οποίου η πλειοψηφία των ανθρώπων στην ακμή της ζωής τους επιδίδονται.  Φαινόταν, έστω και πρόσκαιρα, σαν μια προσωπική δικαίωση: ο νέος που έχασε ενάμιση χρόνο στην κόλαση της θητείας, που στάθηκε στα πόδια του, χωρίς πολλά ανθρώπινα στηρίγματα, σε μια ξένη χώρα, άρχιζε να σκαρφαλώνει σιγά-σιγά τη σκάλα μιας επαγγελματικής (και μαζί με αυτήν οικονομικής) επιτυχίας. Την εγκυμοσύνη της J, προκατειλημμένος και ζαλισμένος από τη χαρά μου για τις νέες προοπτικές που μου ανοίγονταν, είχε προσωρινά περάσει στο φόντο των σκέψεων.

41 - Δυο Λέξεις που θα Άλλαζα την Ζωή

Ήταν Φλεβάρης του 1996, αργά το βράδι μιας Παρασκευής όπως πολλές άλλες, όταν έφτασα στο Birmingham μετά από το πολύωρο βασανιστικό ταξίδι από τη νοτιοανατολική άκρη. Η J με περίμενε ανήσυχη, μάλλον τρομαγμένη, πίσω από την ανοιχτή πόρτα πριν ακόμα παρκάρω το αμάξι, με πρόσωπο μισο-κρυμμένο πίσω από τις παλάμες, τα μάτια και τις κόγχες τους βρεγμένες από δάκρια, φαινόταν μετά βίας να συγκρατεί ένα ξέσπασμα σε κλάμα. Πριν ακόμα προλάβω να διαβώ το κατώφλι, χωρίς χαμόγελο, χωρίς Hello!, μου ανακοίνωσε σε απολογητικό τόνο κάτι συνταρακτικό. Η περίοδός της καθυστέρησε, δεν ήρθε από την αρχή του χρόνου· είχαν περάσει ένας και δυο μήνες από την τελευταία· ήταν έγκυος πέραν κάθε αμφιβολίας, το είχε επιβεβαιώσει εις διπλούν με τεστ εγκυμοσύνης. Α, και δεν υπήρχε περίπτωση να κάνει έκτρωση πρόσθεσε κατηγορηματικά, πριν πάρει ανάσα και πριν προλάβω να αντιδράσω στα νέα, έχοντας στο μεταξύ ξεσπάσει σε κλάμα. Την ιδέα της έκτρωσης, που στην συνείδηση της J ισοδυναμούσε με θάνατο, την ακύρωση μιας ζωής εν τη γενέσει της, την έβρισκε απαράδεκτη και αποκρουστική.

Προφανώς ανησυχούσε για την αντίδρασή μου. Η προσδοκία εκ μέρους μου μιας αρνητικής προδιάθεσης την είχε τρομοκρατήσει, ίσως πανικοβάλει. Δικαιολογημένα: υπήρχε και το προηγούμενο μιας έκτρωσης στο ξεκίνημα της σχέσης μας πριν τρία χρόνια. Οι φόβοι της όμως αποδείχτηκαν αβάσιμοι. Στον καναπέ που καθίσαμε, έφερα τα χέρια μου γύρω από τους ώμους της, την τράβηξα κοντά μου, και την καθησύχασα με ένα χαμόγελο, κάπως βιασμένο και μάλλον πικρό από το σοκ της είδησης. Περιέργως, μετά από λίγο και δυο-τρεις μπύρες παρακάτω, το νέο που θα άλλαζαν συλλήβδην τη ζωή και διαμόρφωνε το μέλλον με γέμισε με ικανοποίηση -σαν κάποιο προσωπικό επίτευγμα. Και στιγμιαία, μέσα στον στρόβιλο των αναπάντεχων νέων και μπλεγμένων συναισθημάτων, ένα αίσθημα χαράς κυρίευσε. Έδειξα ηρεμία και ψυχραιμία, αξιοσημείωτη για έναν άνθρωπο με παντελή έλλειψη εμπειριών και γνώσης και ωριμότητας σε θέματα ζωής και θανάτου και με τη δεδομένη ανατροφής. Πιθανόν αυτό οφειλόταν στο ότι το συνταρακτικό γεγονός θα συνέβαινε μετά από έξι-επτά μήνες, αρκετό καιρό για να συμμαζέψω σκέψεις και πλάνα, προτού συνειδητοποιήσω πλήρως το ενδεχόμενο της γέννησης στις πραγματικές γιγαντιαίες του διαστάσεις. Μέχρι στιγμής, γεννήσεις και θάνατοι στο κοντινό περιβάλλον πάντα με έβρισκαν μακριά, απρόσιτο και απόμακρο, κυριολεκτικά και συναισθηματικά.

Έσφιξα και άλλο το αδύνατο κορμί της, τους στενούς της ώμους. Την καθησύχασα, της είπα αδέξια ότι με γέμιζε χαρά η ιδέα ότι θα γινόμουν επιτέλους πατέρας -στα περασμένα τριάντα. Θα έπλαθα το μέλλον μου, το μέλλον μας, κατά δύναμιν και τα λίγα μέσα στην διάθεσή μας, με δεδομένο τον ερχομό στον κόσμο της καινούργιας ύπαρξης που κατά το μισό δική μου, θα πάλευα και μοιραζόμουν τη ζωή στη νέα πραγματικότητα. Το πρόσωπο της έλαμψε, τα δάκρυά στέγνωσαν, η φωνή της γλύκανε, γέμισε κι η ίδια με χαρά, αγαλλίασε. Η ιδέα ότι σε όλα αυτά «υπήρχε δόλος για να με τυλίξει», από τις στρεβλές απόψεις που η πατροπαράδοτη ελληνική και οικογενειακή καχυποψία καλλιεργεί, δεν πέρασε καθόλου από το μυαλό μου. Δεν είχα διαβρωθεί ηθικά.  

Η ζωή τους ερχόμενους μήνες θα συνεχιζόταν με την προοπτική της άφιξης μιας ύπαρξης στον κόσμο μου, να παραμένει στο παρασκήνιο της δουλειάς μου Rochester, αλλά να έρχεται στο προσκήνιο κάθε Σαββατοκύριακο που επισκεπτόμουν την J. Και να επηρεάζει ολοένα και περισσότερο, όσο η μεγάλη στιγμή πλησίαζε, τις σκέψεις και σχέδια για επαγγελματικό και οικογενειακό μέλλον. Μέσα είχε πλέον σχηματιστεί και φούντωνε και ωρίμαζε η ιδέα ενός δέντρου οικογενειακής ζωής στην Αγγλία, με την J, τα κορίτσια της, το παιδί που θα ερχόταν στον κόσμο. Με αυτήν την ιδέα στο επίκεντρο των σκέψεων, δίχως ίσως έχει αποκτήσει το βάρος που ο κοινός νους επέβαλε, συνέτρεχαν και άλλοι λόγοι που τελικά θα με οδηγούσαν σε ολιστική αναθεώρηση της ζωής: το Rochester θα ήταν μακριά από την J και το παιδί που θα έφερνε στον κόσμο, ενώ η δουλειά κατάντησε ρουτίνα και άρχισε να με κουράζει, πέρα από και παρά την ανασφάλεια που ενέπνεε. Από επαγγελματική και τεχνική άποψη την είχα υπερβεί. Προσόντα και γνώσεις, μετά από τη σύντομη περίοδο προσαρμογής και εθισμού στα τερτίπια της δουλειάς, ξεπερνούσαν κατά παρασάγγες τις απαιτήσεις της, ενώ η νέα εμπειρία της Ουαλίας, αν και πάλι κατώτερη περιστάσεων και φιλοδοξιών, ενίσχυε τις φυγόκεντρες δυνάμεις από εκείνο το μέρος. Η ώρα μεγάλων αποφάσεων και αλλαγών πλησίαζε. Κουράγιο και θέληση υπήρχαν.  

Thursday, June 4, 2026

40 - O Άραβας Καθηγητής κι ο Γερμανός Μποέμης

 Το 1996 θα το ξεκινούσα λίγο-πολύ στο ίδιο μοτίβο με την χρονιά που πέρασε, όντας ανύποπτος για τις δραματικές αλλαγές, αναπάντεχες και ασχεδίαστες, που θα έφερνε. Μερικές δεν ήταν στο χέρι μου να επηρεάσω, άλλες αλλαγές τις τροχοδρόμησα και στον βαθμό που είναι δυνατό στον κόσμο που ζούμε τις καθοδήγησα με δικές μου πρωτοβουλίες. Καλώς ή κακώς, η συνεργασία με τον M και το μικρό και άσημο πανεπιστήμιο της Νότιας Ουαλίας -ως εξωτερικός συνεργάτης, είχε επισημοποιηθεί με υπογραφές και ξεκινήσει στο τέλος του προηγούμενου χρόνου, και έμπαινε πλέον σε μια πορεία που θα διαρκούσε σχεδόν δύο δεκαετίες.

Στις πρώτες επισκέψεις στο Pontypridd, τη μικρή πόλη κοντά στην Ουαλική μητρόπολη, το Cardiff,  αντίκρυσα έναν αισθητά διαφορετικό κόσμο από αυτόν του Birmingham ή του Rochester και βέβαια του Λονδίνου, αν και στα όρια της ίδιας νησιώτικης χώρας. H πολυχρωμία της Βρετανίας, η πολυπολιτισμικότητα της με μοντέρνους όρους, ο πλούτος διαλεκτών και εκφράσεων, δεν πάντα με εξέπληττε και συνάρπαζε. Από τον γυάλινο κόσμου του πανεπιστημίου και από τις μποέμικες μέχρι αυστηρά ακαδημαϊκές αποχρώσεις του, βρέθηκα στις νότιες εργατικές συνοικίες του Birmingham, είδα και γνώρισα γυναίκες μουσουλμάνες, έφαγα Balti σε εστιατόρια Bangladeshi μεταναστών του μαύρου και παράνομου μεροκάματου, μίλησα και δούλεψα με γνήσιους βιομηχανικούς εργάτες στο εργοστάσιο του κατ’ εξοχήν «λευκού» και συντηρητικού Rochester, που οι ένας ή δυο Ασιάτες ανάμεσά τους γίνονταν αντικείμενο ρατσιστικών πειραγμάτων, κοιμήθηκα με τις μυρωδιές τoυ Τούρκικου Kebab House και τις φωνές και βρισιές των μεθυσμένων μετά το σχόλασμα των pubs απ’ έξω από τη θλιβερή γκαρσονιέρα του Chatham, εκνευρίστηκα με τους αυτάρεσκους και φαντασμένους Έλληνες και Κύπριους των ελληνικών στεκιών του Birmingham και του Λονδίνου, μιας εξαγόμενο κακέκτυπο μιας φτηνής και πλαστικής τουριστικής κουλτούρας, χάθηκα ανώνυμος και μεθυσμένος σε πλήθη από κάθε άκρη του πλανήτη στο Soho: ανάμεσα σε ομοφυλόφιλους, punk, Κινέζους, περίεργους τουρίστες από την Αμερική και την Ευρώπη, κάθε καρυδιάς καρύδι.

Και τώρα βρέθηκα για λίγες μέρες στο Pontypridd: να συνομιλώ και συνεργάζομαι με έναν Βρετανό ιρακινής καταγωγής καθηγητή που μιλούσε άπταιστα αγγλικά με αδιαμφισβήτητη ουαλική προφορά. Για την πρώτη συνάντηση, το εναρκτήριο λάκτισμα της συνεργασίας μας, πήραν τον ατέλειωτο αυτοκινητόδρομο για το Cardiff και το Pontypridd από νωρίς το απόγεμα της προηγούμενης μέρας. Για πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό στο Νησί, στα μονότονα επίπεδα της Νότιας Αγγλίας με ανάξιους λόγου διάσπαρτους λοφίσκους, βρισκόμουν αντιμέτωπος με κάπως ψηλότερα βουνά και βαθιές κοιλάδες. Η σήμανση, γραμμένη σε δύο γλώσσες, η πρώτη ακατανόητη, με μπέρδεψε κι έχασα το δρόμο μου, μέσα στη βροχή. Α, η βροχή από την Δύση και τον Ατλαντικό… Βροχή ακατάπαυστη, σε μονότονη μελαγχολία, κάτω από μόνιμα γκρίζους και μολυβένιους ουρανούς, με ακολούθησε σε όλο το διαδρομή μετά την γέφυρα του Severn. Ήταν ο καιρός μου.

Η μικρή πόλη στις παρυφές του campus ήταν φτωχική και θλιμμένη, από μικρά παλιά σπίτια με μικρά παράθυρα και πόρτες και γκρίζες στενές προσόψεις, στρυμωγμένα το ένα δίπλα στο άλλο,. Οι πόρτες τους άνοιγαν στα στενά πεζοδρόμια καμπυλωτών δρόμων. Έμεναν άνθρωποι σε εκείνα τα σπιτάκια, γέροι και απόμαχοι, και μερικοί νέοι, ίσως, χωρίς πολλές ελπίδες και στενούς ορίζοντες.  Πίσω από τις δαντελωτές κουρτίνες διαγραφόταν η φιγούρα ενός λαμπατέρ ή κηροπήγιου ή κάποια κορνίζα, αλλά καμιά αίσθηση ανθρώπινης παρουσίας· ούτε στους δρόμους, ούτε στα pubs, που φαίνονταν έρημα από πελάτες, μερικά κλειδαμπαρωμένα και εγκαταλειμμένα. Διέσχισα την πόλη κατά μήκους του ποταμού Rhondda και της κοιλάδας τoυ και των γραμμών του τραίνου. Δεν έβρισκα μέρος για να διανυκτερεύσω πέρα από ένα ή δυο pubs που διαφήμιζαν δωμάτια σε μικρές και φτωχικές κοινότητες στις παρυφές της μικρής πόλης, που η μιζέρια τους ξεπερνούσε και αυτήν του Pontypridd. Σε μια στροφή του δρόμου είδα τον λυπημένο, σκουριασμένο ατσάλινο σκελετό από ένα εγκαταλειμμένο ανθρακωρυχείο, τον τροχό στην κορυφή του, μια καπνοδόχο, μακρόστενα κτίρια από καρβουνιασμένα τούβλα. Σε άλλες εποχές, διάβαζα, τα ανθρακωρυχεία της κοιλάδας έδιναν δουλειά και ψωμί για δεκαετίες στους ντόπιους και μετανάστες στις κοινότητές τους από διάφορα μέρη του κόσμου· τα τελευταία καρότσια με κάρβουνο α στην επιφάνεια από τα έγκατα το 1986, δέκα χρόνια πριν. Και για δέκα χρόνια ακολούθησε ένας απότομος κατήφορος οικονομικής παρακμής, φτώχιας και μιζέριας. Έτσι εξηγούνταν πολλά από όσα έβλεπαν το μάτια μου.

Στο βάθος αυτού του ερημωμένου και απελπισμένου γκρίζου τοπίου, που φαινόταν ξεχασμένο από θεό και ανθρώπους ξεχώρισε μέσα στη βροχή η φιγούρα ενός ξενοδοχείου, από τη λίστα πιθανών καταλυμάτων που είχα προετοιμάσει. Το κτίριο ήταν μοντέρνο και αξιοπρεπές, up-market σε μεγάλο βαθμό, σε αντίθεση με το τοπίο και την σχετική φτώχια που είχα αντικρύσει καθ’ οδόν. Αποφάσισα να μείνω εκεί τα δύο πρώτα βράδια, αν και η έγνοια ότι θα γινόμουν μια πολυδάπανη πολυτέλεια για τον περιορισμένο προϋπολογισμό ενός μικρού πανεπιστημίου σε ένα φτωχικό μέρος του κόσμου βάραινε την συνείδηση, τότε και τις επόμενες φορές που θα διανυκτέρευα εκεί πέρα. Με έκπληξη διαπίστωσα, αργότερα στο εστιατόριο ότι το ξενοδοχείο είχε αρκετούς πελάτες για προχωρημένο φθινόπωρο και τον αναπόφευκτα βροχερό καιρό: κυρίως Αμερικάνους που θα επισκέπτονταν την Ουαλία ως τουρίστες, για τις όμορφες κοιλάδες και τα βουνά της, τα ποτάμια με τα κρυστάλλινα νερά, ίσως για την μακριά ιστορία των ανθρακωρυχείων της, είτε για να βρουν κάποιες βαθιά θαμμένες ρίζες του γενεαλογικού τους δέντρου.

Το άλλο πρωί συνάντησα τον M στο ασήμαντο στενόμακρο γραφειάκι στο τέλος ενός μακρινού διαδρόμου, στον τελευταίο όροφο ενός τετραώροφου γκρίζου και απρόσωπου κτιρίου. Ήταν κοντός (πιο κοντός από μένα), με ένα στρογγυλό κεφάλι, όπου ξεχώριζε μια μεγάλη και στρογγυλή μύτη πάνω από ένα χαμόγελο από παχιά χείλη, και θαμνώδη φρύδια πάνω από μικρά και ζωηρά μαύρα μάτια. Τα σκούρα πυκνά μαλλιά με αρκετούς τόνους γκρίζου με μια ακανόνιστη φράντζα δεν ενδεικνύονταν για κτένισμα και περιποίηση. Είχε τα ζεστά και φιλόξενα χαρακτηριστικά και το χαμόγελο που περίμενα από έναν καθαρόαιμο Άραβα της Μεσοποταμίας. Μου έκανε εντύπωση η ευπροσηγορία και γλυκοί τόνοι της ομιλίας του. Η ευχαρίστηση του ακροατή από τον λόγο του Μ  επαυξανόταν από την μελωδικά παρατεταμένη προφορά των φωνηέντων που κληρονόμησε από χρόνια συναναστροφής με Ουαλούς, όχι πολύ διαφορετική από την τραγουδιστική ομιλία των Ιταλών. Μόνον από την βαρύτερη προφορά των συμφώνων διέκρινε κανείς στοιχεία αραβικής κληρονομιάς. Το πρόσωπο και η ομιλία ανέδυαν μια συγγενική φιλικότητα και ζεστασιά, που γρήγορα με αγκάλιασαν. Αισθάνθηκα άνεση και την αμεσότητα από τις πρώτες στιγμές, χωρίς προηγούμενο σε επαγγελματικό περιβάλλον -προϋπόθεση για ευδοκίμηση κάθε λογής συνεργασίας ανάμεσα σε ανθρώπους. Μου είχαν λείψει αυτά τα στοιχεία στο Birmingham και στον κόσμο του πανεπιστημίου εκεί, όπου αναγκάστηκα να προσβλέπω για χαλάρωση και παρηγοριά σε παρέες και φιλίες με Έλληνες φοιτητές και τον περιθωριακό Alan.  

Όσο, όμως, ευχαριστούσε τον συνομιλητή του με την μελωδική του ευφράδεια ο M, τόσο ο λόγος του υστερούσε σε ουσία και περιεχόμενο -από επιστημονική και τεχνική άποψη και μόνον, είναι αλήθεια. Θυμήθηκα τα απαξιωτικά σχόλια του Κ, είχαν κάποια βάση. Στη επιστημονικές μας συζητήσεις για ερευνητικά θέματα διαπίστωνα κενά σε γνώσεις, στην αντίληψή και κατανόηση, που τα αντιπαρερχόταν με εύμορφες γενικολογίες, και όταν βρισκόταν σε κάποιο αδιέξοδο κατανόησης έκλεινε το θέμα με ένα στεγνό, χαμηλό σε τόνο, και διαλλακτικό ‘Yes…’ πριν συζητήσουμε το επόμενο. Σαν να έλεγε: «ΟΚ, σε πιστεύω, τα ξέρεις καλύτερα.»

Την ίδια μέρα της πρώτης επίσκεψης με σύστησε και στο πρωτοπαλίκαρο φοιτητή του, που το διδακτορικό του επέβλεπε, τον J. Ήταν συνομήλικος μου και, όπως και ο Alan, μάλλον προχωρημένης ηλικίας για την θέση και τον ρόλο του σε κείνον τον τόπο. Όπως γινόταν προφανές από το ονοματεπώνυμο, η σκούφια του τραβούσε από την Γερμανία. To ίδιο μαρτυρούσε, με βάση στερεότυπα που ο καθένας μας καλλιεργεί στο μυαλό του συνήθως με ασυναφή αποκόμματα εικόνων και ακουσμάτων από εδώ και κει, από το ογκώδες σώμα με την προεξέχουσα κοιλιά, αλλά και το πρόσωπο του με πλούσιο σγουρό γένι που άρχισε να γκριζάρει πρόωρο, και ένα πλατύ μέτωπο. Η εμφάνιση του είχε αξιοσημείωτες ομοιότητες με εκείνη του Μαρξ στην ακμή του. Μαρξιστής μπορεί να μην ήταν, ούτε ποτέ έμαθα τι τον έφερε σε εκείνη την άκρη της Βρετανίας από το Ανόβερο που καταγόταν. Ζούσε στο περισσότερο κοσμοπολίτικο Cardiff για πολλά χρόνια, ανεξήγητα πολλά χρόνια, και έφτιαχνε μια μικρή χωρίς απαιτήσεις μοναχική ζωή κάτω από το μεγάλο δέντρο του πανεπιστημίου που, όπως και στην Ελλάδα, δίνει σκιά και χαρίζει καρπούς σε πολλούς ανθρώπους -άλλους αφοσιωμένους, άλλους παρείσακτους που αδιαμαρτύρητα διαβίωναν με τα ψίχουλα μερικών ωρών βοηθητικής διδασκαλίας και λεφτά από το περιστασιακό ερευνητικό project. Όταν τον γνώρισα, ο J ήδη συμπλήρωνε πέντε-έξι χρόνια ως μεταπτυχιακός. Πολλά χρόνια για έναν μεταπτυχιακό φοιτητή ώστε να χαρακτηριστεί «αιωνόβιος» ή αρουραίους κάποιου εργαστηρίου.

Και ήταν κατά κάποιο τρόπο ο άρχοντας εκείνου του υποτυπώδους εργαστηρίου της μικρής ερευνητικής ομάδας, το έργο και κύρος της οποίας ο διευθυντής της, Μ, ήθελε να επεκτείνει και ενισχύσει με την προσθήκη μου. Και εκεί οδηγήθηκα για συστάσεις με την ευρύτερη ομάδα υπό τον Μ. Βρήκα τον J καθισμένο σε ένα μικρό γραφείο δίπλα σε έναν ακατάστατο πάγκο με από-συναρμολογημένα (υπό επισκευή) όργανα και εργαλεία. Η κουβέντα μας περιστράφηκε γύρω από ερευνητικά και τεχνικά θέματα και τα της σχολής και του πανεπιστημίου, πριν καταλήξει στα πραγματικά ενδιαφέροντα του J: την «κλασσική» BMW μοτοσυκλέτα που καβαλούσε και είχε οργώσει με αυτήν την Ευρώπη, πιθανόν με άλλους Hells Angels, και τα υπόγεια και μάλλον ύποπτα rock clubs που σύχναζε στο Cardiff. Ήταν αυτά τα hobbies και όχι κάποιος λανθάνον μαρξισμός που εξηγούσε την αναρχική ή, έστω μη συμβατική,  εμφάνισή του. Εξαρχής κατάλαβα ότι με αντιμετώπιζε με κάποια καχυποψία, ίσως και ανταγωνιστικά, όντας συνομήλικός μου: ένας αναξιόπιστος Έλληνας από φτωχή και παρακατιανή χώρα, ουρανοκατέβατος χάριν στο M να διαταράξει τα ήρεμα ερευνητικά νερά του ίδιου και του περιβάλλοντός του· κάποιος που είχε ξεπεράσει, επιστημονικά τουλάχιστον, έναν ψηλότερο πήχη από τον J, και θα αναλάμβανε την επίβλεψή του. Ήταν όμως ο J ευγενικός, εξυπηρετικός, και εκφραζόταν διαλλακτικά και συγκαταβατικά και με φιλική διάθεση, σε κείνη την πρώτη και τις συναντήσεις που ακολούθησαν, και τελικά στην πορεία συνεργάσιμος, αν και πολλές φορές με αδέξιο τρόπο. Κατά βάθος, δεν ήθελε ούτε εμένα ούτε άλλους πάνω από το κεφάλι του, να τον επιβλέπουν και καθοδηγούν την δουλειά του.

Στην πορεία και με αμοιβαία εξοικείωση, μου αποκάλυψε τις προσωπικές αντιπαλότητες και αψιμαχίες και αντιπάθειες, που ήταν στοιχεία της καθημερινότητας στη ζωή της σχολής και του πανεπιστημίου: ανάμεσα στον M και τον δεύτερο τη τάξει παλαιστίνιο λέκτορα· ανάμεσα στο J και τον νεότευκτο λέκτορα από κάποια χώρα της Αφρικής· την ανεξήγητη αντιπάθειά του J για τον νέγρο φοιτητή, που μοιραζόταν το εργαστήριο και τα όργανά του, και που μόνον η παρουσία του στον ίδιο χώρο τον εξόργιζε, με πιθανή αφετηρία, υπέθεσα, υποβόσκουσες ρατσιστικές προκαταλήψεις, και ούτω καθ’ εξής. Αλλά όλες αυτές τις προστριβές, όλη αυτή τη χαοτική δυσαρμονία στις επαγγελματικές σχέσεις ανθρώπων, τις είχα ξαναδεί σε άλλους παρόμοιους χώρους και επίπεδα· είναι σε τελική ανάλυση αναπόσπαστο κομμάτι της δουλειάς σε πανεπιστήμιο.

 Τελικά ο J μου εκμυστηρεύτηκε και συνόψισε την άποψη του για την τεχνική συνεισφορά στο σαθρό ερευνητικό οικοδόμημα γύρω από τον Μ στη φράση: “M is as useful as a wet towel in technical and research matters.” Χαμογέλασα. Είχε εν μέρει δίκιο, αν και ο ίδιος ο J αποτελούσε αντιπαράδειγμα, τουλάχιστον επιστημονικής αφοσίωσης και εργατικότητας, αν όχι ικανοτήτων και γνώσεων. Ο M, είναι αλήθεια, διακρινόταν στη ρητορική και στον δημόσιο λόγο, στην προφορική και γραπτή έκφραση, στις δημόσιες σχέσεις. Θα διέπρεπε, όπως φαινόταν, περισσότερο σε μια αρένα, όπως αυτή της πολιτικής, αντί της έρευνας σε ένα στεγνό και άδοξο ερευνητικό αντικείμενο, εκτός των επιστημονικής μόδας και των κύριων τεχνολογικών ρευμάτων της εποχής. Και έτσι αποδείχτηκε. Την καθηγητική του δραστηριότητα σταδιακά την αντικατάστησε από την ενασχόληση με τα κοινά, μέσα από την ιδιότητα τους ως ενεργό μέλος του Εργατικού Κόμματος, ως δημοτικός σύμβουλος και αργότερα στον «διακοσμητικό» (όπως τον χαρακτήριζε με μετριοπάθεια ο ίδιος) ρόλο του δήμαρχου της πόλης που είχε το σπίτι και την οικογένειά του. Παρακολουθούσα με ενδιαφέρον μέσα από τα ψήγματά στο internet την πολιτική του δραστηριότητα, και, μέχρι σήμερα, οι πολιτικές απόψεις και δηλώσεις του σε πολλά θέματα με έβρισκαν σύμφωνο. Βρισκόμαστε και οι δύο στην ίδια αριστερή όχθη της πολιτικής αρένας.

Κάπως έτσι ξεκίνησε, λοιπόν, μια παράλληλη πορεία ημι-επαγγελματικής συνεργασίας, «μερικής απασχόλησης» με το μικρό πανεπιστήμιο της Ουαλίας, που διήρκεσε χρόνια και παρατάθηκε πέρα από την συνταξιοδότηση του M· επικάλυψε ένα μέρος της καριέρα του J μέχρι την προαγωγή του σε λέκτορα, ο οποίος ακόμα βρίσκεται και φθείρεται εκεί· κάλυψε το ακαδημαϊκό κομμάτι της καριέρας του Z, συμπατριώτη του M που πριν την συνταξιοδότηση του ήθελε να τον χρήσει διάδοχο του στον καθηγητικό του θώκο -αφού, όμως. πρώτα με συμβουλεύτηκε για τον αν ενδιαφερόμουν για μιαν θέση που θα έμενε κενή. Εκείνη όμως η πορεία, μέτρια στα αποτελέσματά της καθώς τελικά αποδείχτηκε (και όπως αναμενόταν να είναι) έμεινε σταθερά στο περιθώριο της ζωής μου, επαγγελματικής και προσωπικής. Εκείνο τον καιρό, το τέλος του 1995, την δέχτηκα σαν ένα αδύναμο αλλά ούριο αγεράκι σε μιαν καριέρα που ακόμα είχε μέλλον, και σαν μια μικρή, αλλά πάντα ευπρόσδεκτη ενίσχυση του εισοδήματος. «Κάτι είναι και αυτό, κάτι καλό θα βγει στο τέλος», σκεφτόμουν πάρα το βάρος στην ψυχή κάθε φορά που όφειλα να επισκεφτώ εκείνη την άκρη. Στο κάτω-κάτω της γραφής γνώρισα ανθρώπους: όπως τον Άραβα M και την συνεπή αφοσίωση του στην πολιτική και τα ιδανικά της «αριστεράς» στην Βρετανία· τον Γερμανό quasi-περιθωριακό J με το μποέμικο lifestyle του· τον Πέτρο τον Κύπριο, που δεν έβλεπε πολύ χαΐρι με το διδακτορικό που έκανε υπό την επίβλεψη μου· τον Πορτογάλο Rafael,  που τελικά βρεθήκαμε μαζί σε ένα άσχετο συνέδριο στο San Diego να τρώμε γαρίδες και να πίνουμε κρύα καλιφορνέζικη μπύρα, απολαμβάνοντας το μεγαλοπρεπές ηλιοβασίλεμα του Ειρηνικού ωκεανού που απλωνόταν απέραντος μπροστά μας. Έκτισα μια φιλία με τον Z, τον εκμοντερνισμένο, αλλά αφοσιωμένο άραβα μουσουλμάνο, σε αντίθεση με τον κοσμικό συμπατριώτη του, και που θέλω να πιστεύω ότι βοήθησα στην καριέρα του, όσο μπορούσα και περνούσε από το χέρι μου. Τελικά κάπως άξιζε τον κόπο, τις θυσίες από τον ελεύθερο χρόνο και από χαμένες μέρες διακοπών από την κυρίως δουλειά, σε ταξίδια σε κείνο καταφρονημένο μέρος, που όμως η φτώχια και παρακμή πρόσδιδε μοναδικό χαρακτήρα.

Monday, June 1, 2026

39 - 1995: Πρώτα Χριστούγεννα στην Αγγλία

 Προς το τέλος του καλοκαιριού του 1995 ήρθε στην Αγγλία και ο μικρός Αδελφός, για σπουδές στο Southampton. Την άφιξη του ακολούθησε επίσκεψη των γονιών. Ήταν η πρώτη από τις λίγες επισκέψεις τους στην Αγγλία· περισσότερο για να δουν τον Αδερφό, την εγκατάστασή και τακτοποίηση στο Southampton, λιγότερο για να πάρουν μια πρώτη γεύση της ζωής στην Αγγλία, να καταλάβουν τι μας προσέλκυσε στους κόλπους της, και ακόμα λιγότερο για τουρισμό. Στον μικρό Αδερφό ο Πατέρας κατά γενική ομολογία έτρεφε ιδιαίτερη αδυναμία, κυρίως λόγω της ζωηράδας και ευφυΐας του (Ι was alwaysmums boy’), και είχε εναποθέσει τις οικογενειακές ελπίδες για ακαδημαϊκή καταξίωση σε μιαν επιστήμη που από νέος ευλογούσε με στόμφο.

Τους παρέλαβα από ένα ξενοδοχείο 3* στο Hammersmith και τους οδήγησα στο Southampton για να δούμε τον Αδερφό. Επιστρέψαμε μετά από την εξαντλητική διαδρομή κατά μήκος της νότια ακτής της Αγγλίας στο θλιβερό διαμέρισμα του Chatham. Ο ανέκαθεν χωρίς τακτ και διακριτικότητα Πατέρας το κακοχαρακτήρισε ως «τρύπα», ως ένα σημείο δικαιολογημένα. Έδειξε το ελάχιστο ενδιαφέρον για την δουλειά μου στο εργοστάσιο· κάθε άλλη δουλειά έξω από τον ελληνικό δημόσιο τομέα της Ελλάδας και ιδιαίτερα τα πανεπιστήμια της, την θεωρούσε προσωρινή και παρακατιανή. Καθώς ο  απογευματινός του ύπνος ήταν υψίστης σημασίας και εκ των ων ουκ άνευ έγειρε κουρασμένος στο μονό κρεβάτι. Η Μάνα δεν είπε πολλά ενώ τον περιμέναμε να ξυπνήσει. Κοιτούσε γύρω με λυπημένο ύφος από την ακατανόητη για αυτήν επαγγελματική και οικογενειακή κατάσταση μου, αλλά καμιά φορά («για να μην με στενοχωρήσει») φορούσε το γνώριμο, τραβηγμένο και προσποιητό χαμόγελο της. 

Ήταν η πρώτη και τελευταία πράξη που παίχτηκε σε κείνην την γκαρσονιέρα και στο Rochester παρουσία οικογένειας. Σύντομα, πριν την συμπλήρωση ενός χρόνου από το Birmingham, θα άφηνα τo διαμέρισμα της Luton Road, της φτωχογειτονιάς του Chatham και τις μυρωδιές του Turkish Delight Kebab Shop για ένα κάπως αξιοπρεπέστερο διαμέρισμα, με ξεχωριστό υπνοδωμάτιο, στο Strood, μια πιο συμμαζωμένη γειτονιά του Rochester προς την κατεύθυνση του Λονδίνου. Άφησα και το Bingo στη αρχή του παλιού μου δρόμου, που είχα επισκεφτεί δυο φορές –χωρίς να έχω καταλάβει γιατί· ίσως εξαιτίας της αφόρητης μοναξιάς στην καταθλιπτική γκαρσονιέρας και τον άχαρο δρόμο κάτω και την πλήξη των βραδινών μπροστά στην τηλεόραση· ίσως από την ανθρώπινη ανάγκη μετά τη δουλειά να βρεθώ ανάμεσα σε κόσμο. Τελικά, οι λίγες ώρες στο Bingo, ανάμεσα στην κυρίως ηλικιωμένη πελατεία του, αποδείχτηκαν εξίσου καταθλιπτικές με την παραμονή στο διαμέρισμα. Και καμιά μικροχαρά από κέρδη στο Bingo δεν ένιωσα γιατί δεν κέρδισα ποτέ τίποτε. Ο Αδερφός με βοήθησε στην φόρτωση και εκφόρτωση του ασήμαντου σε όγκο νοικοκυριού, που έγινε με το Astra και ένα νοικιασμένο βαν από το Chatham στην άλλη μεριά του ποταμού, στο Strood του Rochester από την άλλη μεριά του Medway. Το αξιοπρεπέστερο διαμέρισμα με ξεχωριστό από το καθιστικό υπνοδωμάτιο, που έβλεπε στην πρασινάδα ενός μικρού πάρκου. Ως επιπλωμένο, οι ελεύθεροι χώροι του εξαντλήθηκα από τα περίσσια δικά μου έπιπλα που αναγκάστηκα να φέρω. Το νέο μου σπιτικό βρισκόταν κοντά στη δουλειά, το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας άνοιγε στην πράσινη ανοιχτωσιά ενός μικρού πάρκου απέναντι. Αντιστοιχούσε σε αναβάθμιση σε σχέση με τις δυο ή τρεις τελευταίες εμπειρίες. Αλλά η ονομαστικά και εκ πρώτης όψεως καλύτερη γειτονιά, δεν αποδείχτηκε τόσο «καλή». Μετά από δυο βδομάδες, ξεκινώντας ένα πρωϊνό για τη δουλειά βρήκα το τζάμι του αυτοκινήτου σπασμένου και το ραδιοκασετόφωνο ξεριζωμένο. 

Τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά που ακολούθησαν αποφάσισα να τα περάσω στην Αγγλία, για πρώτη φορά απ’ όσο θυμάμαι: στο council house στην ίδια περιοχή του Birmingham, το Rubery, όπου είχε μετακομίσει η J με τα παιδιά, γιατί πίστευε ότι έτσι θα έσβηνε και τα τελευταία απομεινάρια από το παρελθόν της με τον Paul.

Ήταν μεγάλη υπόθεση τα Χριστούγεννα για την J. Για τα παιδιά κυρίως, όπως έλεγε, αλλά και για την ίδια. Αναπόσπαστο κομμάτι της κληρονομιάς από τα χρόνια της βικτωριανής Αγγλίας και παλιότερα, στο σύγχρονο κλίμα που ενισχυόταν και χρωματιζόταν ανάλογα με τον ψυχικό καταναγκασμό που ασκούσε ο καταναλωτισμός της καπιταλιστικής κοινωνίας, που γινόταν εξαντλητικός πριν τις γιορτές. Πράξεις και ενέργειες τις βδομάδες (και για μερικούς μήνες) που οδηγούν στα Χριστούγεννα ακολουθούν ένα τελετουργικό, και ένα εθιμοτυπικό πρωτόκολλο. Το χριστουγεννιάτικο δέντρο της J, συνήθως δυσανάλογα μεγάλο για τον διαθέσιμο χώρο του living-room και βαριά στολισμένο για να εντυπωσιάσει, στηνόταν από την πρώτη του Δεκέμβρη. Στις βδομάδες που οδηγούσαν στη μέρα των Χριστουγέννων, από αναρίθμητες επισκέψεις σε ασφυκτικά πολυσύχναστα μαγαζιά αγοράζονταν δώρα για την κάθε κρυφή ή φανερή επιθυμία των κοριτσιών, για να φέρουν πολλές μικρές ή μεγάλες παιδικές χαρές της στιγμής -του πρωϊνού της 25η του Δεκέμβρη. Τα δώρα, μέχρι να τυλιχτούν επιμελώς σε φανταχτερά και γιορταστικά περιτυλίγματα και να τοποθετηθούν στον τεράστιο σωρό, που θα σχηματιζόταν παραμονές κάτω από το δέντρο, κρύβονταν προσεκτικά σε ντουλάπες και συρτάρια, μακριά από τη θέα των παιδιών. Κάτι τέτοιο θα μείωνε την ευχάριστη έκπληξη του απροσδόκητου, και θα έκανε τα Χριστούγεννα λιγότερο συναρπαστικά. Μερικά, άλλωστε, ήταν από τον Άη-Βασίλη προσωπικά. Και τα παιδιά ήταν συνεπαρμένα με την προσδοκία του ερχομού του Santa, και του ανοίγματος των πακέτων με τα δώρα που, παρόλο που πίστη κλονιζόταν μετά τα πρώτα χρόνια στο σχολείο. Έτσι, ο ενθουσιασμός των παιδικών ψυχών φούντωνε καθημερινά: από τα σοκολατάκι το τραβηγμένο κάθε πρωί από το χριστουγεννιάτικο ημερολόγιο· από την καθιερωμένη θεατρική παράστασης παντομίμας -που η J, παιδί και αυτή στην ψυχή, μας πήγαινε να παρακολουθήσουμε· από το σχολικό nativity play· από  video στο ζεστό δωμάτιο ή σινεμά με εποχιακές ταινίες. Το σπιτικό, το σύμπαν όλο, παλλόταν να ευχαριστήσει μικρά παιδιά, και από τη χαρά τους αντλούσαν οι μεγαλύτεροι πριν την φορτίσουν με αλκοόλ. Η μητρική αγάπη της J εκείνες τις περιόδους απογειωνόταν, διαχεόταν κατά κάποιο τρόπο και στους άλλους γύρω της -και σε μένα που έγινα ευπρόσδεκτος να μοιραστώ εκείνη, σε μεγάλο βαθμό πρωτόγνωρη, οικογενειακή χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα.

Όλα αυτά, μαζί με την πατροπαράδοτη γαλοπούλα που θα τρώγαμε ανήμερα, μου φαίνονταν μέχρι τότε απόμακρα και ξένα. Έφταιγε η ανατροφή σε μια μετρημένη οικογένεια που τις γιορτές, το δέντρο, τα πάρτι, το πιοτό θεωρούνταν κάτι περιττό στις πρακτικές ζωές μας· υπέρβαιναν την αυστηρότητα και την απλότητα, ίσως και την στεγνότητα, που οι γονείς είχαν καθιερώσει και είχε γίνει ιδεολόγημα, πυξίδα και σήματα κατατεθέντα της οικογενειακής μας ζωής. Τα ρεβεγιόν, τα ξεσπάσματα σε κοσμικά κέντρα, ανταλλαγές ακριβών δώρων «επί τοιούτου» εξέφραζαν ένα συβαριτισμό, γίνονταν από και για κάποιους «φαντασμένους» και αιθεροβάμονες, όπως έλεγε η Μάνα -χωρίς να διευκρινίζει τι σήμαινε αυτό, και μερικούς νεόπλουτους του κύκλου μας. Ο δε Πατέρας είτε βαριόταν να μπει σε κόπους για τέτοιου είδους προετοιμασίες και έθιμα, είτε δεν ήθελε να ξοδέψει λεφτά στο όνομα αμφίβολης και πρόσκαιρης χαράς και ευχαρίστησης μιας ή δυο ημερών χωρίς πρακτικό αντίκτυπο στο μέλλον.

Έφταιγε, λοιπόν, στην προσωπική στάση που κρατούσα απέναντι στις γιορτές των Χριστουγέννων, ένας χαρακτήρας και μια νοοτροπία που είχαν καλλιεργηθεί στο οικογενειακό περιβάλλον. Επιπλέον, ήταν και ο καλυμμένος μαρξιστικός-σοσιαλιστικός εαυτός που σάρκαζε όλα αυτά ως συνήθειες έξωθεν και άνωθεν επιβεβλημένες, καθώς θεωρούσε ότι, κάτω από το πέπλο μιας τεχνητής και καταναγκαστικής ευτυχίας και χαράς που καλλιεργούσαν, κυρίως αποσκοπούσαν σε μια ένεση στον τζίρο και τα κέρδη επιχειρήσεων, ένα μικρό σκούντημα στο οικονομικό σύστημα. Από εκείνα τα πρώτα Χριστούγεννα στην Αγγλία, χάριν των αφορισμών που σκόρπιζα κατά του γενικού ρεύματος και κλίματος που μας περίβαλε και ένιωθα ότι κατανάγκαζε, η αντι-εορταστική στάση έγινε γρήγορα αντιληπτό από ανθρώπους της όχθη των εορταζόντων, των αυθόρμητα ή τεχνηέντως ή προσποιητά γλεντζέδων και γλεντοκόπων. Απέκτησα, δικαιολογημένα είναι αλήθεια, τίτλους όπως kill-joy, Grinch, Scrooge, ενός κατ’ εξοχή μίζερου -ανάμεσα στα κορίτσια της J, την J την ίδια, τους φίλους και οικογένειά της αργότερα. Εν πάση περιπτώσει, τα Χριστούγεννα ήταν και είναι περίοδος δοκιμασίας για εσωστρεφής και είτε εκ γενετής, είτε επίκτητους ακοινώνητους.         

Αλλά εκείνα τα Χριστούγεννα μέσα από την ατμόσφαιρα, τα κεράκια πίσω από θαμπωμένα τζάμια, τα φώτα του δέντρου να αναβοσβήνουν, το κονιάκ για μένα και το Baileys που η J έπινε τέτοια εποχή και της είχα δωρίσει, ένιωσα μια σπάνια ζεστασιά και εγγύτητα. Παρά και πέρα από τις σαρκικές επαφές η σχέση μας απόκτησε θαλπωρή και κάποιο έστω λίγο και προσωρινό βάθος. Η διάθεση και η συμπεριφορά της J άλλαξε εκείνες τις Χριστουγεννιάτικες μέρες, απείχε πολύ από την αστάθεια και έκλυση των άτυχων καλοκαιρινών διακοπών μας στην Αγία Νάπα, ενώ διατηρήθηκε το ερωτικό πάθος διατηρήθηκε ακέραια και επαυξήθηκα. Ακόμα κι όταν ήρθαν πιωμένες, με την καλύτερη φίλη της περιόδου την Gill, και κάθισαν στη μοκέτα μπροστά στον καναπέ όπου ήμουν στρογγυλοκαθήμενος, τότε που η Gill αγγίζοντας τον μηρό του ποδιού μου είπε με μεθυσμένη φωνή: ‘All I need now is a big dick!’. H J μπορεί να γέλασε σε κάτι που θεώρησε πείραγμα, αλλά αυτό ενδυνάμωσε το λίμπιντο μου και έφερε στην επιφάνεια φαντασιώσεις των φοιτητικών χρόνων για παρτούζες και «τραινάκια», που συζητούσαμε μεταξύ σοβαρού και αστείου, αλλά ποτέ δεν επιχειρήσαμε.

H Gill, όπως μου έλεγε η J στις καλές μας στιγμές, ίσως και για να βεβαιώνει τον εαυτό της πόσο τυχερή στάθηκε η ίδια σε αυτό τον τομέα με μένα ως ερωτικό σύντροφο, τα είχε με έναν Martin. Συζούσαν μαζί· είχαν κι ένα παιδί -εκτός γάμου. Τον Martin έτυχε να τον γνωρίσω εκείνη την περίοδο χάριν της φιλίας της J με την J. Είχε συμπαθητική φυσιογνωμία, μάλλον αθώα, και αφελείς τρόπους, γενικά συνεσταλμένους, αλλά ευχάριστους. Κυκλοφορούσε με το άσπρο van του μάστορα, καθώς στη δουλειά του έκανε κάποιας λογής εγκαταστάσεις, και από αυτό το van, όποτε με την Gill ή μόνος επισκεπτόταν το σπίτι της Shepley Road (περισσότερο για να πει τον καημό του και να φλερτάρει με την J), έβγαζε μια κάσα από κουτάκια μπύρας και τα έπινε το ένα μετά το άλλο, χωρίς, κατά τα φαινόμενα, η υπερβολική κατανάλωση να τον επηρεάζει. Και μετά από αυτά τα πέντε, έξι, και δώδεκα τέτοια κουτιά μπύρας, καβαλούσε απτόητος το van και οδηγούσε σπίτι. Και μου έλεγε η J εμπιστευτικά, γελώντας και μορφασμούς απέχθειας, από τα παραλειπόμενα της συμβίωσής του που διέρρεε στον έξω κόσμο η Gill, πως ο Martin την ψαχούλευε με νευρωτικές αποκρουστικές κινήσεις το σώμα της όταν έκαναν έρωτα, πως ποτέ δεν κατέληγε μαζί, και πως, έτσι, έγινε ψυχρή και εις άγραν μεστής και ικανοποιητικής αντρικής συντροφιάς. Ο καημένος ο Martin, χάριν στην αναισθησία και ορμονική κακεντρέχεια της Gill, είχε αποκτήσει μια φήμη, όχι μόνον ενός σεξουαλικά απωθητικού που απέδιδε κάτω τον περιστάσεων στο σεξ, αλλά και την κηλίδα του κερατωμένου.

We can do something for you... No problem!’, είχα απαντήσει με θάρρος στην Gill εκείνα τα μεσάνυχτα, όντας κι εγώ πιωμένος. Η καρδιά αναπήδησε από τις πιθανότητες ικανοποίησης μιας νεανικής φαντασίωσης που διαγραφόταν. Η J συνέχισε να γελάει. H Gill ακούμπησε το κεφάλι της δίπλα μου στον καναπέ, έκλεισε τα μάτια, και άδοξα βυθίστηκε στη μέθη της. Την αφήσαμε να κοιμηθεί δίπλα στο δέντρο για να κάνουμε ηχηρό έρωτα στην κρεβατοκάμαρα από πάνω. Αργότερα στον καινούργιο χρόνο έμαθα ότι η Gill έφκιασε έναν δεσμό με έναν bodybuilder, όπως κι αποφάσισε, μάλλον παρακινημένη από το νέο της σύντροφο, να γεμίσει σιλικόνη τα στήθη της, να κάνει boob-job, όπως έμαθα ότι λεγόταν· εκείνα τα στήθη, που o Martin πασπάτευε όπως γραφικά μου περιέγραφε η J. Σε ένα από το πρώτα κρυφά ερωτικά ραντεβού της Gill, εμφανίστηκε απροειδοποίητα ο Martin, τον οποίο πέταξε έξω χωρίς πολλές κουβέντες ο bodybuilder, παρόλο που το μοιραζόταν, παρόλο που ήταν η στέγη του παιδιού του με την Gill. Έκτοτε, οι επισκέψεις της αξιολύπητη φιγούρας του Martin στο σπίτι της J έγιναν συχνότερες, με το άσπρο van και πάντα μιαν κασέλα με μπύρες. Θύμα γυναικείας αναισθησίας και βαναυσότητας, ο Martin, ερχόταν να πει τον καημό του, να βρει στα πάντα πρόθυμα, ειδικά για άντρες, αυτιά της J κάποια κατανόηση και παρηγοριά και, ίσως, να επιδιώξει ένα καινούργιο ερωτικό ξεκίνημα μαζί της, αγνοώντας και πετώντας και μένα στον καιάδα των απατημένων εραστών. Προφανώς δεν είχε ιδέα για τις φήμες που η Gill μετέδιδε ως προς τις σεξουαλικές του πρακτικές και επιδόσεις.

Λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα, ένα βραδινό μετά από ακόμα μια έξοδο της J για “γιορταστικά ποτά” και ξεφάντωμα επέστρεψαν στο σπίτι με την Jackie, τη μεγαλύτερη και συνετότερη αδερφή της. Η Jackie είχε επίσης ξανθιά μαλλιά και μπλε μάτια, και το ίδιου περίπου ανάστημα με την J, αλλά πιο γεμάτα στήθια και εμφανέστερες καμπύλες. Πάντα πρόσχαρη και χαμογελαστή και με παιχνιδιάρικους τρόπους, εξοικειώθηκα μαζί της περισσότερα από κάθε άλλο μέλος της μεγάλης οικογένειας των D. «Θα μπορούσε να είναι στην θέση της J στην ζωή μου», ήταν από τις πρώτες σκέψεις που έκανα όταν την γνώρισα. Μιλούσε με στόμφο και έντονα χαρακτηριστική Brummie προφορά. Από όσα έβλεπα και είχα καταλάβει μέχρι τότε, είχε, όπως συνέβαινε με μεγάλο ποσοστό συζυγικών ή συντροφικών σχέσεων στις εργατικές συνοικίες της Αγγλίας, προβλήματα ενδοοικογενειακής φύσεως, που εκδηλώνονται ανοικτά και επιπόλαια μετά από λίγα χρόνια γάμου ή συμβίωσης, σε ένα καθεστώς «οικιακής οικονομίας» που δοκιμάζεται από τα τερτίπια της ζωής και των πολλών αδιεξόδων, κυρίως οικονομικών, που παρουσιάζονται στο διάβα της.

Ήμουν μόνος εκείνο το βράδι στο άδειο σπίτι της J. Tα κορίτσια βρίσκονταν με τον πρώην. Tο πέρασα πίνοντας μπύρες, βλέποντας ταινίες VΗS. Δεν ήταν άσχημα. Όταν οι δυο αδερφές επέστρεψαν σχετικά νωρίς, αναμφίβολα χάριν στην σωφροσύνη και εγκράτεια της Jackie, μετά από λίγες κουβέντες και γέλιο είπα καληνύχτα και αποσύρθηκα. Η βαβούρα από την μουσική και κουβεντολόι κάτω δεν με εμπόδισε να κοιμηθώ και όταν ήρθε η J στο κρεβάτι ήμουν βαθιά αποκοιμισμένος. Η Jackie θα κοιμόταν στον καναπέ του καθιστικού από κάτω. Το φωτεινό κυριακάτικο πρωινό ξυπνήσαμε με έντονη ερωτική διάθεση, αναπόφευκτο επακόλουθο κατανάλωσης αλκοόλ το προηγούμενο βράδι. Είχα επίγνωση της παρουσίας της Jackie ακριβώς κάτω από την κρεβατοκάμαρα, όπως και της διαπεραστικότητας κάθε ήχου, κάθε κίνησης ανθρώπων, κάθε τριξίματος του κρεβατιού διαμέσου του παλιού πατώματος. Ψιθύρισα τις μικρο-αντιρρήσεις ενός ανθρώπου με συνείδηση γεμάτη από καταβολές εξ ανατροφής και αναστολές, και έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, αλλά η J επέμενε· η λαχτάρα μου όμως εξίσου ισχυρή με της J και οι αντιστάσεις επομένως αδύναμες. Τελικά επιδοθήκαμε σε σύντομο μεν, αλλά ηχηρό και απελευθερωμένο από κάθε έγνοια και χωρίς προφύλαξη έρωτα. Κάθε λεπτομέρεια της ηχητικής διαμόρφωσης και των πάντα εύηχων και αχαλίνωτων αναστεναγμών της J μέχρι να τελειώσει, με απόλυτη βεβαιότητα ακουγόταν από την Jackie κάτω. Μετά το τέλος, η J τύλιξε το γυμνό κορμί στην ρόμπα της και κατέβηκε να φτιάξει τσάι και να τα πει με τη αδερφή της. Σε λίγο μου έφερε τον καφέ μου στην κρεβατοκάμαρα, με δική της πρωτοβουλία. Άραξα στο κρεβάτι σε λεκιασμένα σεντόνια, με τα χέρια πίσω από το κεφάλι, κοιτώντας έναν σπάνιο καταγάλανο ουρανό, γαλήνιος και αισιόδοξος, με λαχτάρα να ζήσω τις γιορτινές μέρες και θετικές σκέψεις για τον καινούργιο χρόνο. Η επιστροφή στο Rochester και την δουλειά απείχε μερικές ξέγνοιαστες μέρες ακόμα -με ποτό και έρωτα. Σε τέτοια αισθήματα που συνιστούν μικρο-ευτυχίες της στιγμής, συλλογιζόμουν, τότε και συχνά, ότι παίζουν ρόλο, εκτός από  ερωτικές ορμόνες, και χημικές διεργασίες που προκαλεί η καφεΐνη, όπως σε άλλες περιπτώσεις συμβαίνει με την μπύρα και το αλκοόλ. Έδινα, όπως πάντα, την απαραίτητη ματεριαλιστική ερμηνεία στην κατάσταση της πρωινής ευδαιμονίας. Ίσως, να ήμουν και λίγο ερωτευμένος. Μετά από καιρό, όποτε μετά από φουρτούνες και διαπληκτισμούς αμφισβητούσα και αναρωτιόμουν για την πατρότητα του Alex, μετρούσα τους μήνες και τις μέρες αντίστροφα από τη γέννηση. Κατέληγα στο εφησυχαστικό συμπέρασμα ότι ήταν εκείνο το αυθόρμητο ανέμελο πρωινό ερωτικού πάθους που συνέβη η σύλληψη του.

Τέτοιες ξεδιάντροπες σκέψεις και αμφιβολίες φανερωνόντουσαν και με βασάνιζαν αργότερα στη ζωή, μέχρι που τελικά εξασθένισαν και αποδέχτηκα την ευλογία της πατρότητας. Για την ώρα, εκείνες οι τελευταίες μέρες του 1995 ήμουν ανίδεος για τις τεκτονικές αλλαγές που θα έφερνε εννιά μήνες μετά η γέννηση ενός παιδιού. Κάτι που στη σχέση με τη J (όπως και άλλες σχέσεις καταδικασμένες να διαβρωθούν και αποτύχουν σε βάθος χρόνου) δεν περνούσαν καν από το μυαλό μου, ούτε πέρασαν ακόμα και μετά το πρώιμο της ζωής μου στην Αγγλία επεισόδιο της έκτρωσης. Τότε τρομαγμένος, από την αβεβαιότητα κι εκτροχιασμό που θα προκαλούσε, είχα απορρίψει κατηγορηματικά την προοπτική της πατρότητας. Κι όμως, με τα δεδομένα της γενιάς και του στάδιο ανάπτυξης των ανθρώπινων κοινωνιών του δυτικού κόσμου, με δεδομένη την ηλικία και τη φάση της ζωής που διέτρεχα, τέτοιες σκέψεις για το χτίσιμο οικογένειας θα έπρεπε να έρχονταν στο προσκήνιο.

Ούτε τέτοιες σκέψεις όμως πέρασαν έστω και φευγαλέα από το μυαλό μου, όταν το απόγεμα  της παραμονής της Πρωτοχρονιάς το αφιέρωσα για πρώτη φορά και έκτοτε σχεδόν αδιάλειπτα κάθε απόγεμα παραμονής Πρωτοχρονιάς, σε μια εσωτερική αντανάκλαση και διαλογισμό, σε μια «κλήση στη συνείδηση»: για το που βρίσκομαι και κατά που βαδίζω. Με ένα αίσθημα ανάτασης από τις λίγες γαλήνιες μέρες με τη J και τα παιδιά,  στη ζεστή γιορταστική ατμόσφαιρα του σπιτιού της που επιμελώς δημιούργησε, μακριά από το Rochester και την μοναξιά του και την ρουτίνα της δουλειάς, πήρα το αυτοκίνητο για την πρώτη μου γειτονιά κοντά στο πανεπιστήμιο: εκεί που ξεκίνησε η ζωή μου στην Αγγλία πριν πάνω από τρία χρόνια. Κατέληξα σε ένα pub της Harborne Road που είχα επισκεφτεί στο παρελθόν. Τέτοια απογεματινή ώρα σε μια γωνιά του άδειου από κόσμο pub, βρήκα μια πολυθρόνα δίπλα σε ένα παράθυρο που έβλεπε στο δρόμο έξω, παράγγειλα μια μπύρα κι άφησα τον εαυτό στον εαυτό μου σε σκέψεις και συλλογισμούς. Εγώ κι ο εαυτός μου! Την πρώτη μπύρα ακολούθησε μια άλλη, και ακόμα μια, και, όπως συμβαίνει με το αλκοόλ, ο εαυτός βυθίζεται βαθύτερα στο πέλαγος της συνείδησης, αισθήματα και συναισθήματα εντείνονται. Πέρασαν από τα μυαλό μου πολλά πράγματα, από τα τρία πρώτα χρόνια στην Αγγλία: η γνωριμία με τη J, οι παλινωδίες και αστάθειες και τα δράματα, οι επαγγελματικές αποτυχίες και απογοητεύσεις, οι στενοχώριες και οι στιγμές απόγνωσης, μέχρι εκεί που είχα φτάσει. Τελικά, το ότι στάθηκα στα πόδια δημιούργησε την θετική ορμή μέσα για το εγγύς μέλλον. Μπορεί η δουλειά στο εργοστάσιο να μην ήταν αυτό που ονειρευόμουν ή σχεδίαζα, μπορεί να μην με οδηγούσε στην κορυφή κάποιας πυραμίδας, ή του κόσμου -όπως θα έκρινε εξ ιδίων ο Κώστας ή ο κάθε εγωκεντρικός, μπορεί να μην ανταποκρινόταν στις σπουδές και τη μόρφωση που απέκτησα με κόπους και θυσίες, και τις συνακόλουθες φιλοδοξίες που είχα καλλιεργήσει, αλλά ήταν κάτι, ένα μικρό βήμα σε μια κατεύθυνση ανάμεσα σε πολλές -άλλες προς το καλύτερο και άλλες προς το χειρότερο. Κανείς δεν ήξερε ούτε μπορούσε να προβλέψει. Είχα κατακτήσει στοιχειώδη οικονομική αυτοτέλεια και ανεξαρτησία, κάτι που πάντα θεωρούσα αναγκαία συνθήκη για την διεύρυνση της προσωπικής ελευθερίας. Τα οικονομικά μου βελτιωνόταν παρά το υφεσιακό κλίμα της γενικότερης οικονομίας από τον καιρό της άφιξής μου στην Αγγλία. Στηριζόμουν στις δικές μου δυνάμεις, και μόνον αυτές. Τα κατάφερνα, κουτσά στραβά, μόνος μου, χωρίς κληρονομημένα προνόμια, χωρίς εύνοια και χάρες από κανέναν. Η κατάκτηση μιας αυτοδυναμίας και οικονομικής ανεξαρτησίας, υπεραρκετής για να ικανοποιεί τις ανάγκες εκείνης της φάσης της ζωής, σήμαιναν πολλά, ιδιαίτερα για έναν άνθρωπο που κουβαλούσε τα μειονεκτήματα της βασανιστικής συστολής και ενός σωρού αναστολών, τις αλυσίδες μιας ανασταλτικής μετριοφροσύνης, και της εσωστρέφειας.

Μπορεί να μην είχα πλέον φίλους στο Birmingham ή στο Rochester, αλλά στην J έβρισκα, για την ώρα, το λιμάνι μιας σχετικά ικανοποιητικής ερωτικής συντροφιάς. Μπορεί να ήταν χωρισμένη με δυο παιδιά, μπορεί η καταγωγή της να ήταν φτωχική και ταπεινή για τα εγγλέζικα δεδομένα,  μπορεί το περιβάλλον όπου μεγάλωσε να ήταν δύσκολο με πιθανό αποτέλεσμα έναν πολύπλοκο και δύστροπο χαρακτήρα, μιαν ασταθή και απρόβλεπτη προσωπικότητα, αλλά είχε και τις καλές τις στιγμές. Στα θεμέλια της προσωπικότητας της έβλεπα μια γενικά καλή ψυχή με λίγες απαιτήσεις από τη ζωή: έρωτα, γέλιο, φροντίδα, ενσυναίσθηση. Φυσικά, στον πυρήνα της έλξης μας, η έντονη σεξουαλικότητά, το αμοιβαίο πάθος. Εκεί υπήρχε μια απόλυτη αρμονία και αυτό ήταν σημαντικό.

Άφησα το pub του Harborne Road μετά από τέσσερα pints, το αίσθημα μιας ικανοποίησης, που η μπύρα αναβάθμισε σε μια κατάσταση ευδαιμονίας. Συμπέρανα: η ζωή πήγαινε σχετικά και γενικά καλά: not bad, not bad at all, όπως θα έλεγαν οι στωικοί Βρετανοί. Θα έβλεπα και θα έκανα· θα συνέχιζα τον αγώνα που άρχισα και, τελικά, κάτι καλύτερο θα πρόκυπτε μέσα από την καθημερινή πάλη. Ήμουν ελπιδοφόρος, ένας νέος τριάντα δύο χρονών που δεν έφτασε ακόμα στην ακμή του.

38 - Μια βραδιά στο Λονδίνο με τον Κ

 Προς τέλος του 1995 ήρθε σε επαφή ο Κ, αναμφίβολα με φιλικές και ανιδιοτελείς προθέσεις και καλή προαίρεση, που δεν κανείς δεν μπορούσε να του αρνηθεί, παρά τις άλλες διακριτές αδυναμίες του χαρακτήρα του. Πρότεινε να συναντηθούμε πριν τα Χριστούγεννα, ένα σαββατόβραδο νωρίς του Δεκέμβρη στο φωτεινό κέντρο του Λονδίνου, πριν ακόμα αυτό βουλιάξει από το βάρος και την ζάλη του κορυφώματος των γιορτών. Πρότεινε το Elysée, ένα ελληνικό ρεστοράν με ζωντανή μουσική πάνω από το Soho, στέκι γλεντιού της εύπορης ελληνοκυπριακής κοινότητας του Λονδίνου. Όπως σε παρόμοια μέρη στο Birmingham, o Κ γνώριζε έναν ή περισσότερους από τους ιδιοκτήτες ή μάνατζερ ή το εργατικό προσωπικό, όντας όλοι τους μέλη της συνεκτικής κυπριακής κοινότητας με κοινή καταγωγή από το μαρτυρικό νησί. Γιατί όχι, είπα στην ευκαιρία εξόδου από την μιζέρια του Rochester! Το κεντρικό Λονδίνο ένα σαββατόβραδο ψυχαγωγίας σε αυτό είναι εξαιρετικά δελεαστικός πόλος έλξης.   

Το βράδι εκείνο στο Λονδίνο το ξεκινήσαμε από την ζεστασιά του Bricklayers Arms, για λίγες προκαταρκτικές μπύρες, όπου κάτι Αμερικανιδούλες τουρίστριες ρωτούσαν ποια από τις αγγλικές μπύρες προτείναμε. Ο Κ φυσικά παρείχε την τεκμηριωμένη απάντηση που επιζητούσαν. Δεν είπαμε πολλά στο pub, ούτε υπήρχαν πολλά να θυμηθούμε και να κουβεντιάσουμε από όσα είχαμε μοιραστεί στο παρελθόν στα δυο χρόνια μου στο Birmingham. Παρεμπιπτόντως μου ανάφερε ότι ο Mike, το πρώην αφεντικό μου, είναι ομοφυλόφιλος, και εξέφρασε έκπληξη πως δεν το είχα υποπτευθεί. Η αλήθεια είναι ότι είχα τις υποψίες μου αλλά θεωρούσα το θέμα ταμπού για να το θίξω όσο ήμουν εκεί. Η συνεργασία του Κ με τον καινούργιο καθηγητή, τον Peter, τον αντικαταστάτη του Tom στον θρόνο του τομέα, που ίσως άδικα θεωρούσα κύριο υπεύθυνο πίσω από την απόρριψη της αίτησης μου για δουλειά στο πανεπιστήμιο και την τελική αποχώρησή μου, ευδοκιμούσε. Mε τη στήριξή του, o Κ θα βάδιζε σταθερά και με την σημαία ψηλά το δρόμο για ευρεία ακαδημαϊκή αναγνώριση, προαγωγή και ολοκλήρωση, κάτι που ήταν από η διακαής αν όχι και αποκλειστική φιλοδοξία στη ζωή.

Μετά την αναχώρηση μου από το Birmingham, πριν από έναν περίπου χρόνο, ο Κ σε ένα συνέδριο είχε συζητήσει με έναν άλλο απόφοιτο του ίδιου πανεπιστημίου, καθηγητή πλέον σε κάποιο δευτεροκλασάτο Πανεπιστήμιο της Ουαλίας, τον M, ο οποίος σε κείνη την κουβέντα είχε εκφράσει την επιθυμία να επικοινωνήσει μαζί μου με την προοπτική μιας επιστημονικής-ακαδημαϊκής συνεργασίας. Έψαχνε για «αξιόλογους» επιστημονικούς συνεργάτες, μου έλεγε ο Κ, αλλά η εκτίμηση που έτρεφε ο ίδιος για τον M ήταν χαμηλή, και με χαρακτηριστικά πατερναλιστικό τόνο με αποθάρρυνε να καλλιεργήσω συνεργασίες και δεσμεύσεις με τον M: δεν θα ωφελούσε την καριέρα μου, άξιζα και είχα τα προσόντα για κάτι καλύτερο… Παρά τις συμβουλές του K, που πάντα τις αντιμετώπιζα μέσα από το πρίσμα της γνώμης που είχα για τον ίδιο και τον άκαμπτο και μονοσήμαντο χαρακτήρα του, αν και αρχικά με επιφυλάξεις, είχα ήδη επικοινωνήσει με τον Μ. Και τελικά, νωρίτερα στην χρονιά, γνωριστήκαμε από κοντά και θα τροχοδρομούσαμε μια επιστημονική συνεργασία, που διήρκεσε πολλά χρόνια. Την άποψη του Κ για την επιστημονική αξιοσύνη και επιστημονικό βάρος του Μ την κράτησα και το μυαλό μου την ανακαλούσε κάθε φορά που με τον Μ συζητούσαμε τεχνικά θέματα. Όσο για τον K, τον άθελα του διαμεσολαβητή εκείνης της επαφής, η συνεργασία μου με τον M, που είχε ήδη προχωρήσει τον εξέπληξε, και έδειξε απογοητευμένος από την απόφασή μου. Δεν είπε τίποτε, ενώ, όπως συνήθως στην παρουσία του Κ, ένιωσα ξανά το γνώριμο αίσθημα μειονεξίας και κατωτερότητας. Η συνάντηση στο Λονδίνο στις αρχές του 1996 θα ήταν και η τελευταία.

Εκείνο το σαββατόβραδο τα αυτιά κουράστηκαν από την άτεχνη βαβούρα της ζωντανής μουσικής της ορχήστρας του Elysée, του ρεπερτορίου της από παλαιομοδίτικα και τουριστικά σουξέ -απομίμηση ακουσμάτων από μπουζουξίδικα της πατρίδας. Περισσότερο εκνευρίστηκα από τους θαμώνες του «κυριλέ» μαγαζιού: κυρίως νέοι φοιτητές και άλλοι γλεντοκόποι του Λονδίνου, συνεπώς χαραμοφάηδες, με πιθανή προέλευση είτε από την ελληνική εφοπλιστική κοινότητα του Λονδίνου, είτε από κάποιο εύπορο «τζάκι» της πατρίδας. Ο εκνευρισμός έγινε θυμός, με άγριες ματιές προς τα διάφορα τραπέζια γύρω μας, όταν πλούσιοι ή νεόπλουτοι εκκεντρικοί θαμώνες δίπλα μας παράγγελναν στοίβες από πιάτα, για να τα σπάσουν επιδεικτικά μπροστά στην ορχήστρα. Ένα έθιμο που είχε απαγορευτεί και εκλείψει από χρόνια στην Ελλάδα και είχε αντικατασταθεί από πέταμα λουλουδιών ή, σε πιο φτηνά κέντρα, χαρτοπετσετών, συνεχιζόταν ατόφιο και σε όλη του την δόξα στην καρδιά του Λονδίνου.

Φάγαμε και ήπιαμε καλά σε κείνο το μαγαζί, είναι αλήθεια. Ο λογαριασμός στο τέλος μου φάνηκε αλμυρός, υπέρογκος για το μέγεθος του πορτοφολιού μου. Με λόγια μπερδεμένα από το πολύ κρασί ζήτησα από το γκαρσόν να μας τον φέρει πίσω ‘itemised’ -αναλυτικό. To γκαρσόν με κοίταξε με απορημένο και μάλλον περιφρονητικό βλέμμα: σαν κάποιο πρωτάρη ή παρείσακτο, που κατά λάθος βρέθηκε σε μαγαζί κάποιας υψηλής κατηγορίας στο κέντρο του Λονδίνου, ανάμεσα σε πλουτοκράτες του Λονδίνου, που ούτε θα έριχναν ματιά στο αναγραφόμενο ποσό. Ο Κ του έκανε ένα νόημα να με αγνοήσει. Ήμουν μεθυσμένος, αφελής, αδαής. Αργότερα θα ντρεπόμουν για κείνο το περιστατικό και την κακομοιριά που επέδειξα στα μάτια του γκαρσόν και του ελληνοκύπριου μάνατζερ, ενώ ίσως δεν θα έπρεπε.

Στο δρόμο προς την έξοδο, ο μάνατζερ γνωστός και συντοπίτης του Κ, μας κέρασε ένα τελευταίο ποτό. Κάθισα σε ένα τραπέζι κοντά στην είσοδο, μακριά από τη βαβούρα και την πνιγηρή ατμόσφαιρα του εσωτερικού χώρου, με μια Αγγλίδα, ξανθιά, ώριμη, γελαστή, που «αγαπούσε την Ελλάδα» και ερχόταν στο Elysée για να ξαναζήσει ένα μικρά κομμάτια των καλοκαιρινών της διακοπών. Συστηθήκαμε, κοιταχτήκαμε με χαμόγελα και νοήματα που φανέρωναν αμοιβαία έλξης, ανταλλάξαμε τηλέφωνα, σαν κάτι εθιμοτυπικό -γνωρίζοντας κατά βάθος ότι δεν πρόκειται να ξαναϊδωθούμε. Φαινόταν αρκετά μεγαλύτερη μου στην ηλικία.

Ξεχυθήκαμε ανάμεσα στα πλήθη εκείνης της νύχτας στην Oxford Street σε αναζήτηση ταξί για τον σταθμό του τραίνου. Αποδείχτηκε σπάνιο είδος και το τελευταίο τραίνο δεν θα το προλαβαίναμε. Παραφερόμουν στην προχωρημένη μέθη μου, παραπατώντας και λέγοντας ασυναρτησίες σε κάθε παρέα κοριτσιών που συναντούσαμε στον δρόμο μας. Ο Κ, ανέκαθεν σοβαρός, συγκεντρωμένος και  συγκροτημένος στις συμπεριφορές του, πιθανόν όχι τόσο πιωμένος, σίγουρα θα ένιωθε αμηχανία με τα καμώματά μου. Τελικά ένα «πειρατικό» ταξί προσφέρθηκε να μας πάει μέχρι το Rochester, όπου τακτοποίησα τον Κώστα στο sleeping bag στο καθιστικό μου. To επόμενο πρωινό τον αποχαιρέτησα στο σταθμό του τραίνου, αφού ανασκόπησε τα στενόχωρα καμώματά μου της προηγούμενης βραδιάς. Ήταν η τελευταία φορά που είδα και μίλησα με τον Κώστα. Μια από τις τελευταίες κλωστές μιας αναιμικής φιλίας που χτίστηκε κυρίως πάνω στις ανάγκες κάποιας επαφής με ομογενή και χαρακτήρισε τα πρώτα χρόνια μου στην Αγγλία, μέχρι την αποχώρηση μου από το Birmingham, κόπηκε και χάθηκε στο πέρασμα του χρόνου. Ο Κ πραγμάτωσε τις κεντρικές φιλοδοξίες των νιάτων του και έγινε καθηγητής στο πανεπιστήμιο από το οποίο αποφοίτησε και όπου τον γνώρισα.   

Μετά από λίγες μέρες πέρασε από το Rochester αναπάντεχα και ο Alan, από το ίδιο κοινό παρελθόν με τον Κ στο πανεπιστήμιο. Ήρθε στο ίδιο παμπάλαιο blue-van, την ίδια ατημέλητη εμφάνιση με τα φθαρμένο τζιν και την αμάνικη ξεθωριασμένη φανέλα, να φαλακρίζει με τα ίδια βαμμένα ξανθά, αραιωμένα μαλλιά, δεμένα με μια αναιμική κοτσίδα πίσω. Ήπιαμε μερικές μπύρες σε ένα μπαρ του «ιστορικού κέντρου» της μικρής πόλης. Είχε εκπαραθυρωθεί από την σχολή, όπως ήταν αναμενόμενο ακόμα και από τον ίδιο, μετά από έναν τελευταίο διαπληκτισμό με τον Mike, όπου είχε κληθεί η ασφάλεια του πανεπιστημίου για να μετακινήσει το βιός του από τους χώρους του. Άλλωστε, εν γνώσει του κορόιδευε και την σχολή και το περιβάλλον των ακαδημαϊκών. Δεν είχε εξαρχής ούτε σκοπό, ούτε φιλοδοξίες να ολοκληρώσει το μεταπτυχιακό που είχε ξεκινήσει. Απλώς πήρε ανεξήγητα χρόνο για έναν μάλλον αφελή Mike να το καταλάβει -όπως μου εξηγούσε με την μπύρα του. Βρισκόταν στο δρόμο του για την Ευρώπη, για έναν ακόμα από τους μποέμικους δονκιχωτισμούς του.

Τέτοιες φιλίες, όπως αυτή του Alan ή του Κ, φαινομενικά ετερόκλητες και ασύμβατες, ίσως και ρηχές, τους συνδέει και στηρίζει το περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννήθηκαν· περιχαρακώνονται από αυτό, ενώ έξω και μακριά από τους χώρους και τις συνθήκες γέννησής τους φθίνουν και τελικά πεθαίνουν. Από τo Birmingham για να μου το θυμίζουν, ξέμεινε πλέον στη ζωή η J, τα κορίτσια της και το αγοράκι που σύντομα θα μεγάλωνε στην κοιλιά της. Το κεφάλαιό της ζωής στη μεγαλούπολης, του πρώτου σταθμού μου στην Αγγλία, σε λίγους μήνες θα έκλεινε οριστικά και αμετάκλητα.