Προς το τέλος του καλοκαιριού του 1995 ήρθε
στην Αγγλία και ο μικρός Αδελφός, για σπουδές στο Southampton. Την άφιξη του
ακολούθησε επίσκεψη των γονιών. Ήταν η πρώτη από τις λίγες επισκέψεις τους στην
Αγγλία· περισσότερο για να δουν τον Αδερφό, την εγκατάστασή και τακτοποίηση στο
Southampton, λιγότερο για να πάρουν μια πρώτη γεύση της ζωής στην Αγγλία, να
καταλάβουν τι μας προσέλκυσε στους κόλπους της, και ακόμα λιγότερο για τουρισμό.
Στον μικρό Αδερφό ο Πατέρας κατά γενική ομολογία έτρεφε ιδιαίτερη αδυναμία,
κυρίως λόγω της ζωηράδας και ευφυΐας του (Ι was always ‘mum’s boy’), και είχε
εναποθέσει τις οικογενειακές ελπίδες για ακαδημαϊκή καταξίωση σε μιαν επιστήμη που
από νέος ευλογούσε με στόμφο.
Τους παρέλαβα από ένα ξενοδοχείο 3* στο Hammersmith και τους
οδήγησα στο Southampton για να δούμε τον Αδερφό. Επιστρέψαμε μετά από την εξαντλητική διαδρομή
κατά μήκος της νότια ακτής της Αγγλίας στο θλιβερό διαμέρισμα του Chatham. Ο
ανέκαθεν χωρίς τακτ και διακριτικότητα Πατέρας το κακοχαρακτήρισε ως «τρύπα»,
ως ένα σημείο δικαιολογημένα. Έδειξε το ελάχιστο ενδιαφέρον για την δουλειά μου
στο εργοστάσιο· κάθε άλλη δουλειά έξω από τον ελληνικό δημόσιο τομέα της Ελλάδας
και ιδιαίτερα τα πανεπιστήμια της, την θεωρούσε προσωρινή και παρακατιανή. Καθώς
ο απογευματινός του ύπνος ήταν υψίστης
σημασίας και εκ των ων ουκ άνευ έγειρε κουρασμένος στο μονό κρεβάτι. Η Μάνα δεν
είπε πολλά ενώ τον περιμέναμε να ξυπνήσει. Κοιτούσε γύρω με λυπημένο ύφος από την
ακατανόητη για αυτήν επαγγελματική και οικογενειακή κατάσταση μου, αλλά καμιά
φορά («για να μην με στενοχωρήσει») φορούσε το γνώριμο, τραβηγμένο και
προσποιητό χαμόγελο της.
Ήταν η πρώτη και τελευταία πράξη που παίχτηκε
σε κείνην την γκαρσονιέρα και στο Rochester παρουσία οικογένειας. Σύντομα, πριν την
συμπλήρωση ενός χρόνου από το Birmingham, θα άφηνα τo διαμέρισμα της Luton Road, της φτωχογειτονιάς
του Chatham και
τις μυρωδιές του Turkish Delight Kebab Shop για ένα κάπως αξιοπρεπέστερο διαμέρισμα, με ξεχωριστό υπνοδωμάτιο, στο
Strood, μια πιο συμμαζωμένη γειτονιά του Rochester προς την κατεύθυνση του Λονδίνου. Άφησα
και το Bingo στη
αρχή του παλιού μου δρόμου, που είχα επισκεφτεί δυο φορές –χωρίς να έχω
καταλάβει γιατί· ίσως εξαιτίας της αφόρητης μοναξιάς στην καταθλιπτική
γκαρσονιέρας και τον άχαρο δρόμο κάτω και την πλήξη των βραδινών μπροστά στην
τηλεόραση· ίσως από την ανθρώπινη ανάγκη μετά τη δουλειά να βρεθώ ανάμεσα σε
κόσμο. Τελικά, οι λίγες ώρες στο Bingo, ανάμεσα στην κυρίως ηλικιωμένη πελατεία του, αποδείχτηκαν εξίσου
καταθλιπτικές με την παραμονή στο διαμέρισμα. Και καμιά μικροχαρά από κέρδη στο
Bingo δεν ένιωσα γιατί δεν κέρδισα ποτέ τίποτε. Ο
Αδερφός με βοήθησε στην φόρτωση και εκφόρτωση του ασήμαντου σε όγκο νοικοκυριού,
που έγινε με το Astra και ένα νοικιασμένο βαν από το Chatham στην άλλη μεριά του ποταμού, στο Strood του Rochester από την άλλη μεριά του Medway. Το αξιοπρεπέστερο διαμέρισμα με ξεχωριστό από το καθιστικό
υπνοδωμάτιο, που έβλεπε στην πρασινάδα ενός μικρού πάρκου. Ως επιπλωμένο, οι
ελεύθεροι χώροι του εξαντλήθηκα από τα περίσσια δικά μου έπιπλα που αναγκάστηκα
να φέρω. Το νέο μου σπιτικό βρισκόταν κοντά στη δουλειά, το παράθυρο της
κρεβατοκάμαρας άνοιγε στην πράσινη ανοιχτωσιά ενός μικρού πάρκου απέναντι. Αντιστοιχούσε
σε αναβάθμιση σε σχέση με τις δυο ή τρεις τελευταίες εμπειρίες. Αλλά η ονομαστικά
και εκ πρώτης όψεως καλύτερη γειτονιά, δεν αποδείχτηκε τόσο «καλή». Μετά από
δυο βδομάδες, ξεκινώντας ένα πρωϊνό για τη δουλειά βρήκα το τζάμι του
αυτοκινήτου σπασμένου και το ραδιοκασετόφωνο ξεριζωμένο.
Τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά που
ακολούθησαν αποφάσισα να τα περάσω στην Αγγλία, για πρώτη φορά απ’ όσο θυμάμαι:
στο council house στην ίδια περιοχή
του Birmingham, το Rubery, όπου είχε μετακομίσει η J με τα παιδιά, γιατί πίστευε
ότι έτσι θα έσβηνε και τα τελευταία απομεινάρια από το παρελθόν της με τον Paul.
Ήταν μεγάλη υπόθεση τα Χριστούγεννα για την J. Για τα παιδιά κυρίως,
όπως έλεγε, αλλά και για την ίδια. Αναπόσπαστο κομμάτι της κληρονομιάς από τα
χρόνια της βικτωριανής Αγγλίας και παλιότερα, στο σύγχρονο κλίμα που ενισχυόταν
και χρωματιζόταν ανάλογα με τον ψυχικό καταναγκασμό που ασκούσε ο
καταναλωτισμός της καπιταλιστικής κοινωνίας, που γινόταν εξαντλητικός πριν τις
γιορτές. Πράξεις και ενέργειες τις βδομάδες (και για μερικούς μήνες) που οδηγούν
στα Χριστούγεννα ακολουθούν ένα τελετουργικό, και ένα εθιμοτυπικό πρωτόκολλο.
Το χριστουγεννιάτικο δέντρο της J, συνήθως δυσανάλογα μεγάλο για τον διαθέσιμο χώρο του living-room και βαριά στολισμένο
για να εντυπωσιάσει, στηνόταν από την πρώτη του Δεκέμβρη. Στις βδομάδες που
οδηγούσαν στη μέρα των Χριστουγέννων, από αναρίθμητες επισκέψεις σε ασφυκτικά
πολυσύχναστα μαγαζιά αγοράζονταν δώρα για την κάθε κρυφή ή φανερή επιθυμία των
κοριτσιών, για να φέρουν πολλές μικρές ή μεγάλες παιδικές χαρές της στιγμής
-του πρωϊνού της 25η του Δεκέμβρη. Τα δώρα, μέχρι να τυλιχτούν επιμελώς
σε φανταχτερά και γιορταστικά περιτυλίγματα και να τοποθετηθούν στον τεράστιο
σωρό, που θα σχηματιζόταν παραμονές κάτω από το δέντρο, κρύβονταν προσεκτικά σε
ντουλάπες και συρτάρια, μακριά από τη θέα των παιδιών. Κάτι τέτοιο θα μείωνε
την ευχάριστη έκπληξη του απροσδόκητου, και θα έκανε τα Χριστούγεννα λιγότερο
συναρπαστικά. Μερικά, άλλωστε, ήταν από τον Άη-Βασίλη προσωπικά. Και τα παιδιά
ήταν συνεπαρμένα με την προσδοκία του ερχομού του Santa, και του ανοίγματος
των πακέτων με τα δώρα που, παρόλο που πίστη κλονιζόταν μετά τα πρώτα χρόνια
στο σχολείο. Έτσι, ο ενθουσιασμός των παιδικών ψυχών φούντωνε καθημερινά: από
τα σοκολατάκι το τραβηγμένο κάθε πρωί από το χριστουγεννιάτικο ημερολόγιο· από
την καθιερωμένη θεατρική παράστασης παντομίμας -που η J, παιδί και αυτή στην
ψυχή, μας πήγαινε να παρακολουθήσουμε· από το σχολικό nativity play· από video στο ζεστό δωμάτιο ή
σινεμά με εποχιακές ταινίες. Το σπιτικό, το σύμπαν όλο, παλλόταν να
ευχαριστήσει μικρά παιδιά, και από τη χαρά τους αντλούσαν οι μεγαλύτεροι πριν
την φορτίσουν με αλκοόλ. Η μητρική αγάπη της J εκείνες τις περιόδους απογειωνόταν, διαχεόταν
κατά κάποιο τρόπο και στους άλλους γύρω της -και σε μένα που έγινα ευπρόσδεκτος
να μοιραστώ εκείνη, σε μεγάλο βαθμό πρωτόγνωρη, οικογενειακή χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα.
Όλα αυτά, μαζί με την πατροπαράδοτη γαλοπούλα
που θα τρώγαμε ανήμερα, μου φαίνονταν μέχρι τότε απόμακρα και ξένα. Έφταιγε η
ανατροφή σε μια μετρημένη οικογένεια που τις γιορτές, το δέντρο, τα πάρτι, το
πιοτό θεωρούνταν κάτι περιττό στις πρακτικές ζωές μας· υπέρβαιναν την
αυστηρότητα και την απλότητα, ίσως και την στεγνότητα, που οι γονείς είχαν
καθιερώσει και είχε γίνει ιδεολόγημα, πυξίδα και σήματα κατατεθέντα της οικογενειακής
μας ζωής. Τα ρεβεγιόν, τα ξεσπάσματα σε κοσμικά κέντρα, ανταλλαγές ακριβών δώρων
«επί τοιούτου» εξέφραζαν ένα συβαριτισμό, γίνονταν από και για κάποιους
«φαντασμένους» και αιθεροβάμονες, όπως έλεγε η Μάνα -χωρίς να διευκρινίζει τι
σήμαινε αυτό, και μερικούς νεόπλουτους του κύκλου μας. Ο δε Πατέρας είτε
βαριόταν να μπει σε κόπους για τέτοιου είδους προετοιμασίες και έθιμα, είτε δεν
ήθελε να ξοδέψει λεφτά στο όνομα αμφίβολης και πρόσκαιρης χαράς και
ευχαρίστησης μιας ή δυο ημερών χωρίς πρακτικό αντίκτυπο στο μέλλον.
Έφταιγε, λοιπόν, στην προσωπική στάση που κρατούσα απέναντι στις
γιορτές των Χριστουγέννων, ένας χαρακτήρας και μια νοοτροπία που είχαν καλλιεργηθεί
στο οικογενειακό περιβάλλον. Επιπλέον, ήταν και ο καλυμμένος μαρξιστικός-σοσιαλιστικός
εαυτός που σάρκαζε όλα αυτά ως συνήθειες έξωθεν και άνωθεν επιβεβλημένες, καθώς
θεωρούσε ότι, κάτω από το πέπλο μιας τεχνητής και καταναγκαστικής ευτυχίας και
χαράς που καλλιεργούσαν, κυρίως αποσκοπούσαν σε μια ένεση στον τζίρο και τα
κέρδη επιχειρήσεων, ένα μικρό σκούντημα στο οικονομικό σύστημα. Από εκείνα τα
πρώτα Χριστούγεννα στην Αγγλία, χάριν των αφορισμών που σκόρπιζα κατά του γενικού
ρεύματος και κλίματος που μας περίβαλε και ένιωθα ότι κατανάγκαζε, η
αντι-εορταστική στάση έγινε γρήγορα αντιληπτό από ανθρώπους της όχθη των εορταζόντων,
των αυθόρμητα ή τεχνηέντως ή προσποιητά γλεντζέδων και γλεντοκόπων. Απέκτησα,
δικαιολογημένα είναι αλήθεια, τίτλους όπως kill-joy, Grinch, Scrooge, ενός κατ’ εξοχή μίζερου -ανάμεσα στα κορίτσια της J, την J την ίδια, τους φίλους
και οικογένειά της αργότερα. Εν πάση περιπτώσει, τα Χριστούγεννα ήταν και είναι
περίοδος δοκιμασίας για εσωστρεφής και είτε εκ γενετής, είτε επίκτητους ακοινώνητους.
Αλλά εκείνα τα Χριστούγεννα μέσα από την
ατμόσφαιρα, τα κεράκια πίσω από θαμπωμένα τζάμια, τα φώτα του δέντρου να
αναβοσβήνουν, το κονιάκ για μένα και το Baileys που η J έπινε τέτοια εποχή και της είχα δωρίσει, ένιωσα μια
σπάνια ζεστασιά και εγγύτητα. Παρά και πέρα από τις σαρκικές επαφές η σχέση μας
απόκτησε θαλπωρή και κάποιο έστω λίγο και προσωρινό βάθος. Η διάθεση και η
συμπεριφορά της J άλλαξε εκείνες τις Χριστουγεννιάτικες μέρες, απείχε πολύ από την
αστάθεια και έκλυση των άτυχων καλοκαιρινών διακοπών μας στην Αγία Νάπα, ενώ
διατηρήθηκε το ερωτικό πάθος διατηρήθηκε ακέραια και επαυξήθηκα. Ακόμα κι όταν
ήρθαν πιωμένες, με την καλύτερη φίλη της περιόδου την Gill, και κάθισαν στη
μοκέτα μπροστά στον καναπέ όπου ήμουν στρογγυλοκαθήμενος, τότε που η Gill αγγίζοντας τον μηρό
του ποδιού μου είπε με μεθυσμένη φωνή: ‘All I need now is a big dick!’. H J
μπορεί να γέλασε σε κάτι που θεώρησε πείραγμα, αλλά αυτό ενδυνάμωσε
το λίμπιντο μου και έφερε στην επιφάνεια φαντασιώσεις των φοιτητικών χρόνων για
παρτούζες και «τραινάκια», που συζητούσαμε μεταξύ σοβαρού και αστείου, αλλά
ποτέ δεν επιχειρήσαμε.
H Gill, όπως μου έλεγε η J στις καλές μας στιγμές,
ίσως και για να βεβαιώνει τον εαυτό της πόσο τυχερή στάθηκε η ίδια σε αυτό τον
τομέα με μένα ως ερωτικό σύντροφο, τα είχε με έναν Martin. Συζούσαν μαζί·
είχαν κι ένα παιδί -εκτός γάμου. Τον Martin έτυχε να τον γνωρίσω εκείνη την περίοδο
χάριν της φιλίας της J με την J. Είχε συμπαθητική φυσιογνωμία, μάλλον αθώα, και αφελείς τρόπους,
γενικά συνεσταλμένους, αλλά ευχάριστους. Κυκλοφορούσε με το άσπρο van του μάστορα, καθώς στη
δουλειά του έκανε κάποιας λογής εγκαταστάσεις, και από αυτό το van, όποτε με την Gill ή μόνος επισκεπτόταν
το σπίτι της Shepley Road (περισσότερο για να
πει τον καημό του και να φλερτάρει με την J), έβγαζε μια κάσα από
κουτάκια μπύρας και τα έπινε το ένα μετά το άλλο, χωρίς, κατά τα φαινόμενα, η υπερβολική
κατανάλωση να τον επηρεάζει. Και μετά από αυτά τα πέντε, έξι, και δώδεκα τέτοια
κουτιά μπύρας, καβαλούσε απτόητος το van και οδηγούσε σπίτι. Και μου έλεγε η J εμπιστευτικά, γελώντας
και μορφασμούς απέχθειας, από τα παραλειπόμενα της συμβίωσής του που διέρρεε στον
έξω κόσμο η Gill, πως ο Martin την ψαχούλευε με νευρωτικές αποκρουστικές κινήσεις το σώμα της όταν
έκαναν έρωτα, πως ποτέ δεν κατέληγε μαζί, και πως, έτσι, έγινε ψυχρή και εις
άγραν μεστής και ικανοποιητικής αντρικής συντροφιάς. Ο καημένος ο Martin, χάριν στην
αναισθησία και ορμονική κακεντρέχεια της Gill, είχε αποκτήσει μια φήμη, όχι μόνον ενός
σεξουαλικά απωθητικού που απέδιδε κάτω τον περιστάσεων στο σεξ, αλλά και την
κηλίδα του κερατωμένου.
‘We can do
something for you... No problem!’, είχα απαντήσει με θάρρος στην Gill εκείνα τα μεσάνυχτα, όντας
κι εγώ πιωμένος. Η καρδιά αναπήδησε από τις πιθανότητες ικανοποίησης μιας
νεανικής φαντασίωσης που διαγραφόταν. Η J συνέχισε να γελάει. H Gill
ακούμπησε το κεφάλι της δίπλα μου στον καναπέ, έκλεισε τα μάτια,
και άδοξα βυθίστηκε στη μέθη της. Την αφήσαμε να κοιμηθεί δίπλα στο δέντρο για
να κάνουμε ηχηρό έρωτα στην κρεβατοκάμαρα από πάνω. Αργότερα στον καινούργιο
χρόνο έμαθα ότι η Gill έφκιασε έναν δεσμό με έναν bodybuilder, όπως κι αποφάσισε, μάλλον παρακινημένη από το νέο της σύντροφο, να
γεμίσει σιλικόνη τα στήθη της, να κάνει boob-job, όπως έμαθα
ότι λεγόταν· εκείνα τα στήθη, που o
Martin πασπάτευε όπως
γραφικά μου περιέγραφε η J. Σε ένα από το πρώτα κρυφά ερωτικά ραντεβού της Gill, εμφανίστηκε
απροειδοποίητα ο Martin, τον οποίο πέταξε έξω χωρίς πολλές κουβέντες ο bodybuilder, παρόλο που το
μοιραζόταν, παρόλο που ήταν η στέγη του παιδιού του με την Gill. Έκτοτε,
οι επισκέψεις της αξιολύπητη φιγούρας του Martin στο σπίτι της J έγιναν συχνότερες, με το άσπρο van και πάντα μιαν κασέλα με μπύρες. Θύμα
γυναικείας αναισθησίας και βαναυσότητας, ο Martin, ερχόταν να πει τον καημό του, να βρει στα
πάντα πρόθυμα, ειδικά για άντρες, αυτιά της J κάποια κατανόηση και παρηγοριά και, ίσως, να
επιδιώξει ένα καινούργιο ερωτικό ξεκίνημα μαζί της, αγνοώντας και πετώντας και
μένα στον καιάδα των απατημένων εραστών. Προφανώς δεν είχε ιδέα για τις φήμες
που η Gill μετέδιδε
ως προς τις σεξουαλικές του πρακτικές και επιδόσεις.
Λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα, ένα βραδινό
μετά από ακόμα μια έξοδο της J
για “γιορταστικά ποτά” και ξεφάντωμα επέστρεψαν στο σπίτι με την Jackie, τη μεγαλύτερη και συνετότερη
αδερφή της. Η Jackie είχε επίσης ξανθιά μαλλιά και μπλε μάτια, και το ίδιου περίπου ανάστημα
με την J,
αλλά πιο γεμάτα στήθια και εμφανέστερες καμπύλες. Πάντα πρόσχαρη και
χαμογελαστή και με παιχνιδιάρικους τρόπους, εξοικειώθηκα μαζί της περισσότερα
από κάθε άλλο μέλος της μεγάλης οικογένειας των D. «Θα μπορούσε να
είναι στην θέση της J στην ζωή μου», ήταν από
τις πρώτες σκέψεις που έκανα όταν την γνώρισα. Μιλούσε με στόμφο και έντονα
χαρακτηριστική Brummie προφορά. Από όσα έβλεπα και είχα καταλάβει μέχρι τότε, είχε, όπως
συνέβαινε με μεγάλο ποσοστό συζυγικών ή συντροφικών σχέσεων στις εργατικές
συνοικίες της Αγγλίας, προβλήματα ενδοοικογενειακής φύσεως, που εκδηλώνονται
ανοικτά και επιπόλαια μετά από λίγα χρόνια γάμου ή συμβίωσης, σε ένα καθεστώς
«οικιακής οικονομίας» που δοκιμάζεται από τα τερτίπια της ζωής και των πολλών
αδιεξόδων, κυρίως οικονομικών, που παρουσιάζονται στο διάβα της.
Ήμουν μόνος εκείνο το βράδι στο άδειο σπίτι της
J.
Tα
κορίτσια βρίσκονταν με τον πρώην. Tο πέρασα πίνοντας μπύρες, βλέποντας ταινίες VΗS. Δεν ήταν
άσχημα. Όταν οι δυο αδερφές επέστρεψαν σχετικά νωρίς, αναμφίβολα χάριν στην
σωφροσύνη και εγκράτεια της Jackie, μετά από λίγες κουβέντες και γέλιο είπα
καληνύχτα και αποσύρθηκα. Η βαβούρα από την μουσική και κουβεντολόι κάτω δεν με
εμπόδισε να κοιμηθώ και όταν ήρθε η J στο κρεβάτι ήμουν βαθιά αποκοιμισμένος.
Η Jackie θα
κοιμόταν στον καναπέ του καθιστικού από κάτω. Το φωτεινό κυριακάτικο πρωινό
ξυπνήσαμε με έντονη ερωτική διάθεση, αναπόφευκτο επακόλουθο κατανάλωσης αλκοόλ
το προηγούμενο βράδι. Είχα επίγνωση της παρουσίας της Jackie ακριβώς κάτω από
την κρεβατοκάμαρα, όπως και της διαπεραστικότητας κάθε ήχου, κάθε κίνησης
ανθρώπων, κάθε τριξίματος του κρεβατιού διαμέσου του παλιού πατώματος. Ψιθύρισα
τις μικρο-αντιρρήσεις ενός ανθρώπου με συνείδηση γεμάτη από καταβολές εξ
ανατροφής και αναστολές, και έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, αλλά η J επέμενε· η λαχτάρα μου
όμως εξίσου ισχυρή με της J και οι αντιστάσεις επομένως αδύναμες. Τελικά
επιδοθήκαμε σε σύντομο μεν, αλλά ηχηρό και απελευθερωμένο από κάθε έγνοια και
χωρίς προφύλαξη έρωτα. Κάθε λεπτομέρεια της ηχητικής διαμόρφωσης και των πάντα
εύηχων και αχαλίνωτων αναστεναγμών της J μέχρι
να τελειώσει, με απόλυτη βεβαιότητα ακουγόταν από την Jackie κάτω. Μετά το
τέλος, η J τύλιξε
το γυμνό κορμί στην ρόμπα της και κατέβηκε να φτιάξει τσάι και να τα πει με τη
αδερφή της. Σε λίγο μου έφερε τον καφέ μου στην κρεβατοκάμαρα, με δική της
πρωτοβουλία. Άραξα στο κρεβάτι σε λεκιασμένα σεντόνια, με τα χέρια πίσω από το
κεφάλι, κοιτώντας έναν σπάνιο καταγάλανο ουρανό, γαλήνιος και αισιόδοξος, με
λαχτάρα να ζήσω τις γιορτινές μέρες και θετικές σκέψεις για τον καινούργιο
χρόνο. Η επιστροφή στο Rochester και την δουλειά απείχε μερικές ξέγνοιαστες
μέρες ακόμα -με ποτό και έρωτα. Σε τέτοια αισθήματα που συνιστούν μικρο-ευτυχίες
της στιγμής, συλλογιζόμουν, τότε και συχνά, ότι παίζουν ρόλο, εκτός από ερωτικές ορμόνες, και χημικές διεργασίες που
προκαλεί η καφεΐνη, όπως σε άλλες περιπτώσεις συμβαίνει με την μπύρα και το
αλκοόλ. Έδινα, όπως πάντα, την απαραίτητη ματεριαλιστική ερμηνεία στην
κατάσταση της πρωινής ευδαιμονίας. Ίσως, να ήμουν και λίγο ερωτευμένος. Μετά
από καιρό, όποτε μετά από φουρτούνες και διαπληκτισμούς αμφισβητούσα και
αναρωτιόμουν για την πατρότητα του Alex, μετρούσα τους μήνες και τις μέρες αντίστροφα
από τη γέννηση. Κατέληγα στο εφησυχαστικό συμπέρασμα ότι ήταν εκείνο το
αυθόρμητο ανέμελο πρωινό ερωτικού πάθους που συνέβη η σύλληψη του.
Τέτοιες ξεδιάντροπες σκέψεις και αμφιβολίες
φανερωνόντουσαν και με βασάνιζαν αργότερα στη ζωή, μέχρι που τελικά εξασθένισαν
και αποδέχτηκα την ευλογία της πατρότητας. Για την ώρα, εκείνες οι τελευταίες
μέρες του 1995 ήμουν ανίδεος για τις τεκτονικές αλλαγές που θα έφερνε εννιά
μήνες μετά η γέννηση ενός παιδιού. Κάτι που στη σχέση με τη J (όπως και άλλες σχέσεις
καταδικασμένες να διαβρωθούν και αποτύχουν σε βάθος χρόνου) δεν περνούσαν καν από
το μυαλό μου, ούτε πέρασαν ακόμα και μετά το πρώιμο της ζωής μου στην Αγγλία
επεισόδιο της έκτρωσης. Τότε τρομαγμένος, από την αβεβαιότητα κι εκτροχιασμό
που θα προκαλούσε, είχα απορρίψει κατηγορηματικά την προοπτική της πατρότητας.
Κι όμως, με τα δεδομένα της γενιάς και του στάδιο ανάπτυξης των ανθρώπινων
κοινωνιών του δυτικού κόσμου, με δεδομένη την ηλικία και τη φάση της ζωής που
διέτρεχα, τέτοιες σκέψεις για το χτίσιμο οικογένειας θα έπρεπε να έρχονταν στο
προσκήνιο.
Ούτε τέτοιες σκέψεις όμως πέρασαν έστω και
φευγαλέα από το μυαλό μου, όταν το απόγεμα
της παραμονής της Πρωτοχρονιάς το αφιέρωσα για πρώτη φορά και έκτοτε σχεδόν
αδιάλειπτα κάθε απόγεμα παραμονής Πρωτοχρονιάς, σε μια εσωτερική αντανάκλαση
και διαλογισμό, σε μια «κλήση στη συνείδηση»: για το που βρίσκομαι και κατά που
βαδίζω. Με ένα αίσθημα ανάτασης από τις λίγες γαλήνιες μέρες με τη J και τα παιδιά, στη ζεστή γιορταστική ατμόσφαιρα του σπιτιού
της που επιμελώς δημιούργησε, μακριά από το Rochester και την μοναξιά του και την ρουτίνα της
δουλειάς, πήρα το αυτοκίνητο για την πρώτη μου γειτονιά κοντά στο πανεπιστήμιο:
εκεί που ξεκίνησε η ζωή μου στην Αγγλία πριν πάνω από τρία χρόνια. Κατέληξα σε
ένα pub της Harborne Road που είχα επισκεφτεί στο παρελθόν. Τέτοια
απογεματινή ώρα σε μια γωνιά του άδειου από κόσμο pub, βρήκα μια πολυθρόνα
δίπλα σε ένα παράθυρο που έβλεπε στο δρόμο έξω, παράγγειλα μια μπύρα κι άφησα
τον εαυτό στον εαυτό μου σε σκέψεις και συλλογισμούς. Εγώ κι ο εαυτός μου! Την
πρώτη μπύρα ακολούθησε μια άλλη, και ακόμα μια, και, όπως συμβαίνει με το
αλκοόλ, ο εαυτός βυθίζεται βαθύτερα στο πέλαγος της συνείδησης, αισθήματα και
συναισθήματα εντείνονται. Πέρασαν από τα μυαλό μου πολλά πράγματα, από τα τρία
πρώτα χρόνια στην Αγγλία: η γνωριμία με τη J, οι παλινωδίες και
αστάθειες και τα δράματα, οι επαγγελματικές αποτυχίες και απογοητεύσεις, οι
στενοχώριες και οι στιγμές απόγνωσης, μέχρι εκεί που είχα φτάσει. Τελικά, το
ότι στάθηκα στα πόδια δημιούργησε την θετική ορμή μέσα για το εγγύς μέλλον.
Μπορεί η δουλειά στο εργοστάσιο να μην ήταν αυτό που ονειρευόμουν ή σχεδίαζα,
μπορεί να μην με οδηγούσε στην κορυφή κάποιας πυραμίδας, ή του κόσμου -όπως θα έκρινε
εξ ιδίων ο Κώστας ή ο κάθε εγωκεντρικός, μπορεί να μην ανταποκρινόταν στις
σπουδές και τη μόρφωση που απέκτησα με κόπους και θυσίες, και τις συνακόλουθες
φιλοδοξίες που είχα καλλιεργήσει, αλλά ήταν κάτι, ένα μικρό βήμα σε μια
κατεύθυνση ανάμεσα σε πολλές -άλλες προς το καλύτερο και άλλες προς το
χειρότερο. Κανείς δεν ήξερε ούτε μπορούσε να προβλέψει. Είχα κατακτήσει
στοιχειώδη οικονομική αυτοτέλεια και ανεξαρτησία, κάτι που πάντα θεωρούσα
αναγκαία συνθήκη για την διεύρυνση της προσωπικής ελευθερίας. Τα οικονομικά μου
βελτιωνόταν παρά το υφεσιακό κλίμα της γενικότερης οικονομίας από τον καιρό της
άφιξής μου στην Αγγλία. Στηριζόμουν στις δικές μου δυνάμεις, και μόνον αυτές. Τα
κατάφερνα, κουτσά στραβά, μόνος μου, χωρίς κληρονομημένα προνόμια, χωρίς εύνοια
και χάρες από κανέναν. Η κατάκτηση μιας αυτοδυναμίας και οικονομικής
ανεξαρτησίας, υπεραρκετής για να ικανοποιεί τις ανάγκες εκείνης της φάσης της
ζωής, σήμαιναν πολλά, ιδιαίτερα για έναν άνθρωπο που κουβαλούσε τα μειονεκτήματα
της βασανιστικής συστολής και ενός σωρού αναστολών, τις αλυσίδες μιας
ανασταλτικής μετριοφροσύνης, και της εσωστρέφειας.
Μπορεί να μην είχα πλέον φίλους στο Birmingham ή στο Rochester, αλλά στην J έβρισκα, για την ώρα, το
λιμάνι μιας σχετικά ικανοποιητικής ερωτικής συντροφιάς. Μπορεί να ήταν
χωρισμένη με δυο παιδιά, μπορεί η καταγωγή της να ήταν φτωχική και ταπεινή για
τα εγγλέζικα δεδομένα, μπορεί το
περιβάλλον όπου μεγάλωσε να ήταν δύσκολο με πιθανό αποτέλεσμα έναν πολύπλοκο και
δύστροπο χαρακτήρα, μιαν ασταθή και απρόβλεπτη προσωπικότητα, αλλά είχε και τις
καλές τις στιγμές. Στα θεμέλια της προσωπικότητας της έβλεπα μια γενικά καλή ψυχή
με λίγες απαιτήσεις από τη ζωή: έρωτα, γέλιο, φροντίδα, ενσυναίσθηση. Φυσικά, στον
πυρήνα της έλξης μας, η έντονη σεξουαλικότητά, το αμοιβαίο πάθος. Εκεί υπήρχε
μια απόλυτη αρμονία και αυτό ήταν σημαντικό.
Άφησα το pub του Harborne Road μετά από τέσσερα pints, το
αίσθημα μιας ικανοποίησης, που η μπύρα αναβάθμισε σε μια κατάσταση ευδαιμονίας.
Συμπέρανα: η ζωή πήγαινε σχετικά και γενικά καλά: not bad, not bad at all, όπως θα
έλεγαν οι στωικοί Βρετανοί. Θα έβλεπα και θα έκανα· θα συνέχιζα τον αγώνα που
άρχισα και, τελικά, κάτι καλύτερο θα πρόκυπτε μέσα από την καθημερινή πάλη.
Ήμουν ελπιδοφόρος, ένας νέος τριάντα δύο χρονών που δεν έφτασε ακόμα στην ακμή
του.