Προς τέλος του 1995 ήρθε σε επαφή ο Κ, αναμφίβολα με φιλικές και ανιδιοτελείς προθέσεις και καλή προαίρεση, που δεν κανείς δεν μπορούσε να του αρνηθεί, παρά τις άλλες διακριτές αδυναμίες του χαρακτήρα του. Πρότεινε να συναντηθούμε πριν τα Χριστούγεννα, ένα σαββατόβραδο νωρίς του Δεκέμβρη στο φωτεινό κέντρο του Λονδίνου, πριν ακόμα αυτό βουλιάξει από το βάρος και την ζάλη του κορυφώματος των γιορτών. Πρότεινε το Elysée, ένα ελληνικό ρεστοράν με ζωντανή μουσική πάνω από το Soho, στέκι γλεντιού της εύπορης ελληνοκυπριακής κοινότητας του Λονδίνου. Όπως σε παρόμοια μέρη στο Birmingham, o Κ γνώριζε έναν ή περισσότερους από τους ιδιοκτήτες ή μάνατζερ ή το εργατικό προσωπικό, όντας όλοι τους μέλη της συνεκτικής κυπριακής κοινότητας με κοινή καταγωγή από το μαρτυρικό νησί. Γιατί όχι, είπα στην ευκαιρία εξόδου από την μιζέρια του Rochester! Το κεντρικό Λονδίνο ένα σαββατόβραδο ψυχαγωγίας σε αυτό είναι εξαιρετικά δελεαστικός πόλος έλξης.
Το βράδι εκείνο στο Λονδίνο το ξεκινήσαμε από
την ζεστασιά του Bricklayers Arms, για λίγες προκαταρκτικές μπύρες, όπου κάτι Αμερικανιδούλες τουρίστριες
ρωτούσαν ποια από τις αγγλικές μπύρες προτείναμε. Ο Κ φυσικά παρείχε την
τεκμηριωμένη απάντηση που επιζητούσαν. Δεν είπαμε πολλά στο pub, ούτε υπήρχαν
πολλά να θυμηθούμε και να κουβεντιάσουμε από όσα είχαμε μοιραστεί στο παρελθόν στα
δυο χρόνια μου στο Birmingham. Παρεμπιπτόντως μου ανάφερε ότι ο Mike, το πρώην αφεντικό μου, είναι ομοφυλόφιλος,
και εξέφρασε έκπληξη πως δεν το είχα υποπτευθεί. Η αλήθεια είναι ότι είχα τις
υποψίες μου αλλά θεωρούσα το θέμα ταμπού για να το θίξω όσο ήμουν εκεί. Η
συνεργασία του Κ με τον καινούργιο καθηγητή, τον Peter, τον αντικαταστάτη του Tom στον θρόνο του τομέα, που
ίσως άδικα θεωρούσα κύριο υπεύθυνο πίσω από την απόρριψη της αίτησης μου για
δουλειά στο πανεπιστήμιο και την τελική αποχώρησή μου, ευδοκιμούσε. Mε τη στήριξή του, o Κ θα βάδιζε σταθερά και με
την σημαία ψηλά το δρόμο για ευρεία ακαδημαϊκή αναγνώριση, προαγωγή και
ολοκλήρωση, κάτι που ήταν από η διακαής αν όχι και αποκλειστική φιλοδοξία στη
ζωή.
Μετά την αναχώρηση μου από το Birmingham, πριν από έναν
περίπου χρόνο, ο Κ σε ένα συνέδριο είχε συζητήσει με έναν άλλο απόφοιτο του
ίδιου πανεπιστημίου, καθηγητή πλέον σε κάποιο δευτεροκλασάτο Πανεπιστήμιο της
Ουαλίας, τον M, ο οποίος σε κείνη την κουβέντα είχε εκφράσει την επιθυμία να
επικοινωνήσει μαζί μου με την προοπτική μιας επιστημονικής-ακαδημαϊκής
συνεργασίας. Έψαχνε για «αξιόλογους» επιστημονικούς συνεργάτες, μου έλεγε ο Κ,
αλλά η εκτίμηση που έτρεφε ο ίδιος για τον M ήταν χαμηλή, και με χαρακτηριστικά πατερναλιστικό
τόνο με αποθάρρυνε να καλλιεργήσω συνεργασίες και δεσμεύσεις με τον M: δεν θα ωφελούσε την
καριέρα μου, άξιζα και είχα τα προσόντα για κάτι καλύτερο… Παρά τις συμβουλές
του K, που πάντα τις αντιμετώπιζα μέσα από το πρίσμα της γνώμης που είχα για
τον ίδιο και τον άκαμπτο και μονοσήμαντο χαρακτήρα του, αν και αρχικά με
επιφυλάξεις, είχα ήδη επικοινωνήσει με τον Μ. Και τελικά, νωρίτερα στην χρονιά,
γνωριστήκαμε από κοντά και θα τροχοδρομούσαμε μια επιστημονική συνεργασία, που
διήρκεσε πολλά χρόνια. Την άποψη του Κ για την επιστημονική αξιοσύνη και
επιστημονικό βάρος του Μ την κράτησα και το μυαλό μου την ανακαλούσε κάθε φορά
που με τον Μ συζητούσαμε τεχνικά θέματα. Όσο για τον K, τον άθελα του διαμεσολαβητή
εκείνης της επαφής, η συνεργασία μου με τον M, που είχε ήδη προχωρήσει τον εξέπληξε, και έδειξε
απογοητευμένος από την απόφασή μου. Δεν είπε τίποτε, ενώ, όπως συνήθως στην
παρουσία του Κ, ένιωσα ξανά το γνώριμο αίσθημα μειονεξίας και κατωτερότητας. Η
συνάντηση στο Λονδίνο στις αρχές του 1996 θα ήταν και η τελευταία.
Εκείνο το σαββατόβραδο τα αυτιά κουράστηκαν
από την άτεχνη βαβούρα της ζωντανής μουσικής της ορχήστρας του Elysée, του ρεπερτορίου της από
παλαιομοδίτικα και τουριστικά σουξέ -απομίμηση ακουσμάτων από μπουζουξίδικα της
πατρίδας. Περισσότερο εκνευρίστηκα από τους θαμώνες του «κυριλέ» μαγαζιού: κυρίως
νέοι φοιτητές και άλλοι γλεντοκόποι του Λονδίνου, συνεπώς χαραμοφάηδες, με πιθανή
προέλευση είτε από την ελληνική εφοπλιστική κοινότητα του Λονδίνου, είτε από
κάποιο εύπορο «τζάκι» της πατρίδας. Ο εκνευρισμός έγινε θυμός, με άγριες ματιές
προς τα διάφορα τραπέζια γύρω μας, όταν πλούσιοι ή νεόπλουτοι εκκεντρικοί θαμώνες
δίπλα μας παράγγελναν στοίβες από πιάτα, για να τα σπάσουν επιδεικτικά μπροστά
στην ορχήστρα. Ένα έθιμο που είχε απαγορευτεί και εκλείψει από χρόνια στην
Ελλάδα και είχε αντικατασταθεί από πέταμα λουλουδιών ή, σε πιο φτηνά κέντρα,
χαρτοπετσετών, συνεχιζόταν ατόφιο και σε όλη του την δόξα στην καρδιά του
Λονδίνου.
Φάγαμε και ήπιαμε καλά σε κείνο το μαγαζί,
είναι αλήθεια. Ο λογαριασμός στο τέλος μου φάνηκε αλμυρός, υπέρογκος για το
μέγεθος του πορτοφολιού μου. Με λόγια μπερδεμένα από το πολύ κρασί ζήτησα από
το γκαρσόν να μας τον φέρει πίσω ‘itemised’ -αναλυτικό. To γκαρσόν με κοίταξε με απορημένο και μάλλον περιφρονητικό βλέμμα: σαν
κάποιο πρωτάρη ή παρείσακτο, που κατά λάθος βρέθηκε σε μαγαζί κάποιας υψηλής
κατηγορίας στο κέντρο του Λονδίνου, ανάμεσα σε πλουτοκράτες του Λονδίνου, που ούτε
θα έριχναν ματιά στο αναγραφόμενο ποσό. Ο Κ του έκανε ένα νόημα να με αγνοήσει.
Ήμουν μεθυσμένος, αφελής, αδαής. Αργότερα θα ντρεπόμουν για κείνο το
περιστατικό και την κακομοιριά που επέδειξα στα μάτια του γκαρσόν και του ελληνοκύπριου
μάνατζερ, ενώ ίσως δεν θα έπρεπε.
Στο δρόμο προς την έξοδο, ο μάνατζερ γνωστός
και συντοπίτης του Κ, μας κέρασε ένα τελευταίο ποτό. Κάθισα σε ένα τραπέζι
κοντά στην είσοδο, μακριά από τη βαβούρα και την πνιγηρή ατμόσφαιρα του
εσωτερικού χώρου, με μια Αγγλίδα, ξανθιά, ώριμη, γελαστή, που «αγαπούσε την
Ελλάδα» και ερχόταν στο Elysée για
να ξαναζήσει ένα μικρά κομμάτια των καλοκαιρινών της διακοπών. Συστηθήκαμε,
κοιταχτήκαμε με χαμόγελα και νοήματα που φανέρωναν αμοιβαία έλξης, ανταλλάξαμε
τηλέφωνα, σαν κάτι εθιμοτυπικό -γνωρίζοντας κατά βάθος ότι δεν πρόκειται να
ξαναϊδωθούμε. Φαινόταν αρκετά μεγαλύτερη μου στην ηλικία.
Ξεχυθήκαμε ανάμεσα στα πλήθη εκείνης της νύχτας
στην Oxford Street σε αναζήτηση ταξί
για τον σταθμό του τραίνου. Αποδείχτηκε σπάνιο είδος και το τελευταίο τραίνο δεν
θα το προλαβαίναμε. Παραφερόμουν στην προχωρημένη μέθη μου, παραπατώντας και λέγοντας
ασυναρτησίες σε κάθε παρέα κοριτσιών που συναντούσαμε στον δρόμο μας. Ο Κ, ανέκαθεν
σοβαρός, συγκεντρωμένος και συγκροτημένος στις συμπεριφορές του, πιθανόν
όχι τόσο πιωμένος, σίγουρα θα ένιωθε αμηχανία με τα καμώματά μου. Τελικά ένα
«πειρατικό» ταξί προσφέρθηκε να μας πάει μέχρι το Rochester, όπου
τακτοποίησα τον Κώστα στο sleeping
bag στο καθιστικό
μου. To επόμενο
πρωινό τον αποχαιρέτησα στο σταθμό του τραίνου, αφού ανασκόπησε τα στενόχωρα καμώματά
μου της προηγούμενης βραδιάς. Ήταν η τελευταία φορά που είδα και μίλησα με τον
Κώστα. Μια από τις τελευταίες κλωστές μιας αναιμικής φιλίας που χτίστηκε κυρίως
πάνω στις ανάγκες κάποιας επαφής με ομογενή και χαρακτήρισε τα πρώτα χρόνια μου
στην Αγγλία, μέχρι την αποχώρηση μου από το Birmingham, κόπηκε και
χάθηκε στο πέρασμα του χρόνου. Ο Κ πραγμάτωσε τις κεντρικές φιλοδοξίες των
νιάτων του και έγινε καθηγητής στο πανεπιστήμιο από το οποίο αποφοίτησε και όπου
τον γνώρισα.
Μετά από λίγες μέρες πέρασε από το Rochester αναπάντεχα και ο
Alan, από το ίδιο κοινό παρελθόν με τον Κ στο πανεπιστήμιο. Ήρθε στο ίδιο
παμπάλαιο blue-van, την ίδια ατημέλητη εμφάνιση με τα φθαρμένο τζιν και την αμάνικη ξεθωριασμένη
φανέλα, να φαλακρίζει με τα ίδια βαμμένα ξανθά, αραιωμένα μαλλιά, δεμένα με μια
αναιμική κοτσίδα πίσω. Ήπιαμε μερικές μπύρες σε ένα μπαρ του «ιστορικού
κέντρου» της μικρής πόλης. Είχε εκπαραθυρωθεί από την σχολή, όπως ήταν
αναμενόμενο ακόμα και από τον ίδιο, μετά από έναν τελευταίο διαπληκτισμό με τον
Mike, όπου
είχε κληθεί η ασφάλεια του πανεπιστημίου για να μετακινήσει το βιός του από τους
χώρους του. Άλλωστε, εν γνώσει του κορόιδευε και την σχολή και το περιβάλλον
των ακαδημαϊκών. Δεν είχε εξαρχής ούτε σκοπό, ούτε φιλοδοξίες να ολοκληρώσει το
μεταπτυχιακό που είχε ξεκινήσει. Απλώς πήρε ανεξήγητα χρόνο για έναν μάλλον αφελή
Mike να το
καταλάβει -όπως μου εξηγούσε με την μπύρα του. Βρισκόταν στο δρόμο του για την
Ευρώπη, για έναν ακόμα από τους μποέμικους δονκιχωτισμούς του.
No comments:
Post a Comment
Note: Only a member of this blog may post a comment.