Sunday, January 15, 2023

Ενα Παιδί - 20 Η Παλιά Γειτονιά: Η Ταβέρνα της Τσαπατσάραινας

Ένα ακατοίκητο χαμόσπιτο χωρίς παράθυρο στο δρόμο και κρυμμένη κάποια πόρτα από πίσω του, ένα δωμάτιο δηλαδή με μια πυραμιδωτή κεραμιδένια σκεπή, σχημάτιζε ένα γάμα με το διώροφο των Καζ…ηδων. Σχηματιζόταν έτσι μια εσοχή στο δρομάκι που προσφερόταν για μπάλα με φυσικό γκολπόστ τον βασανισμένο τοίχο του, και συχνά για το παρκάρισμα του αυτοκινήτου του Κοσμά, του πατέρα του Κωστάκη. Ήταν το πρώτο αυτοκίνητο, ένα μοντέλο προηγούμενων δεκαετιών, που είδα ποτέ να παρκάρει από κάτω μας στο δρομάκι. Το έφερνε συχνά για πλύσιμο με νερό από την αυλή της πεθεράς του, για γυάλισμα κι επισκευές, με τις ώρες σε μια λιγδιασμένη φόρμα δουλειάς στρυμωγμένος κάτω από το σασί ή σκυμμένος κάτω από το καπό της μηχανής του, να μαστορεύει δεν ξέρω τι. Του άρεσε εκείνου του καλού ανθρώπου, του Κοσμά, να ασχολείται με το αμάξι του και να το μοστράρει στους γείτονες, περήφανος για ένα σπάνιο για την εποχή απόκτημα. Ήταν και ένα από τα πρώτα που θυμάμαι να ανέβηκα μια καλοκαιρινή Κυριακή για να μας πάει σε μιαν εκδρομή στην Επανομή: με τον Κωστάκη, την αδελφή του την Κατινούλα, τον κύριο Κοσμά και την κυρία Φούλα. Και ήταν όλα απλά και όμορφα στην εκδρομή στην Επανομή με το αυτοκίνητο του Κοσμά, το μπάνιο στη θάλασσα και το κολατσιό στην κουβέρτα κάτω από τα πεύκα· όπως εκείνη την εκδρομή του Μίμη και της Λόλας που διαβάσαμε στο αναγνωστικό της πρώτης Δημοτικού πριν κλείσουν τα σχολεία και μας έκανε να ονειρευόμαστε δικές μας εκδρομές και διακοπές στη θάλασσα.      

Στη γωνιά της παρόδου μας με τη Δεληγιώργη, χωρισμένο από το χαμόσπιτο με ένα στενό διάδρομο πίσω από μιαν παλιά μαύρη σιδερόπορτα που άνοιγε στην πάροδο, μια σκάλα σκαρφάλωνε στην πίσω μεριά του πάνω πατώματος ενός -σχεδόν- αρχοντόσπιτου. Ξεχώριζε από αυτό των Καζ…ηδων, γιατί είχε μπαλκόνι με κιγκλίδωμα στην πρόσοψη του στην Δεληγιώργη, γιατί πάνω από την δίφυλλη εξώπορτα με σιδεριές και σκαλισμένο ξύλο, στο υψωμένο από το δρόμο κατώφλι και κάτω πάτωμα οδηγούσαν με αξιοπρέπεια τρία πέτρινα σκαλοπάτια πλαισιωμένα από ένα χαμηλό, γύψινο, φθαρμένο από τον καιρό κιγκλίδωμα. Οι τοίχοι του σπιτικού ήταν βαμμένοι σε αποχρώσεις του μπεζ και κίτρινου, ταιριαστό με τα καφέ βερνικωμένα ξύλα της πόρτας και των παντζουριών, του ξεβαμμένου κόκκινου των κεραμιδιών· ίδια χρώματα με αυτό των Καζ…ηδων και άλλων σπιτιών της Δεληγιώργη, όλα τους χλωμά και γερασμένα από τον καιρό, αφημένα στο πέρασμά του.  Ήταν το σπιτικό όπου έμενε η περίφημη ταβερνιάρισσα της ευρύτερης περιοχής με έναν τύπο που η Μάνα αποκαλούσε «σύντροφό» της. Η ταβερνιάρισσα της μικροαστικής ασημαντότητας, των εργατών και μικροϋπαλλήλων, των ταξιτζήδων και πρώιμων συνταξιούχων, η χήρα η Τσαπατσάραινα.

Αυτή καθαυτή η ταβέρνα της ήταν ένα χαμόσπιτο στη Δεληγιώργη, απέναντι από την μπροστινή εξώπορτα του σπιτιού της, ανάμεσα στο δρομάκι μας και το γεφυράκι που περνούσε πάνω από το ρέμα. Η ξύλινη ξεθωριασμένη εξώπορτα ήταν κλειδαμπαρωμένη την μέρα, μέχρι να πέσει ο ήλιος, και το βράδι να γίνει νύχτα. Ανάμεσα στις δύο πόρτες, της ταβέρνας και του σπιτικού της απέναντι, στην άσφαλτο της Δεληγιώργη, στα στενά πεζοδρόμια, μέχρι και τις σκάλες και το κατώφλι του σπιτιού της, οι τρεις φίλοι και η παιδική μαρίδα της γειτονιάς στήναμε πολλά από τα παιγνίδια μας: μίνι-τουρνουά μονό- ή δι-τερμάτων, κρυφτό, αγιούτο, σχοινάκια. Η Τσαπατσάραινα έγινα μια φιγούρα θρυλική και φανταστική στο παιδικό μυαλό μου, καθώς ποτέ δεν την απάντησα ως πρόσωπο στο δρομάκι, αλλά ούτε και μέσα στο ταβερνάκι της -τη μοναδική φορά που ο θείος μας πήγε ένα βράδι. Όσο και συμπαθητική, καθώς μας άφηνε πάντα απερίσπαστους, ανεκτική στις παιδικές φωνές και τις κλωτσιές της μπάλας, σε αντίθεση με τις εχθρικές διαθέσεις που αντιμετωπίζαμε στην αλάνα από την άλλη μεριά του ρέματος. ‘Ένα απόγεμα, ένα δυνατό σουτ από το πόδι του Κωστάκη έσπασε το τζάμι μιας παράπλευρης πόρτας της ταβέρνας. Έντρομοι, αθώα πιτσιρίκια, διασκορπιστήκαμε γρήγορα πριν το αντιληφθεί κανείς και βρήκαμε καταφύγιο στην ασφάλεια των σπιτιών μας. Το περιστατικό αντιμετωπίστηκε με αξιοπρέπεια και ηρεμία ανάμεσα στην Τσαπατσάραινα και την κυρία Φούλα, τη μάνα του Κωστάκη, χωρίς αντίποινα, ούτε απαγορεύσεις και αποκλεισμούς για τα παιδιά της γειτονιάς και τα σαματατζίδικα παιχνίδια τους. Και τα συνεχίσαμε απρόσκοπτά στη φιλικό και ακόμα άδεια από αυτοκίνητα Δεληγιώργη -αρκεί «να προσέχαμε με την μπάλα μας».

Το ταβερνάκι άνοιγε αργά το βράδι όταν τα παιδιά της γειτονιάς είχαμε πλέον αποσυρθεί στα σπίτια μας. Οι τακτικοί και περιστασιακοί θαμώνες του προερχόταν από τα λαϊκότερα στρώματα μιας λαϊκής συνοικίας. Ταξιτζήδες από μακρύτερες γειτονιές αποτελούσαν το πιο εμφανές στοιχείο της πελατείας, καθώς πάρκαραν τα μπλε ταξί της Θεσσαλονίκης κατά μήκος της Δεληγιώργη. Μαζεύονταν για τη φρέσκια σαρδέλα στα κάρβουνα, που η μυρωδιά της τα σαββατόβραδα ξαπλωνόταν κατά μήκος της Δεληγιώργη κι έφτανε ως το μπαλκόνι μας, την τηγανητή μαρίδα και τη βαρελίσια ρετσίνα. Δεν νομίζω να σέρβιρε τίποτε άλλο στο μαγαζί της, έξω από μερικά συνοδευτικά σαλατικά και τηγανητά. Η σαρδέλα και η χύμα ρετσίνα, που την έφερνε σε μεγάλα βαρέλια από ένα κάρο με λάστιχα συρμένο από ένα άλογο, έφταναν και περίσσευαν για να ευχαριστήσει τους πελάτες της.

Μουσική δεν ακουγόταν, πέρα από αυτήν της περιστασιακής πλανόδιας λατέρνας. Μόνον ο αχός της ανθρώπινης κουβέντας δραπέτευε από την ανοιχτή πόρτα, που μερικά σαββατόβραδα του καλοκαιριού, γινόταν βαβούρα μερικών ζαλισμένων από την ρετσίνα συνδαιτημόνων. Τις περισσότερες φορές, όπως σε υπόγεια κρυμμένα καπηλειά και καφενεία ηλικιωμένων, οι πελάτες της Τσαπατσάραινας απολάμβαναν ρετσίνα και ψαράκι ανταλλάσσοντας ήσυχες κουβέντα και χαμηλών τόνων χωρατά. Ήταν η σιδερένια κυρά, το αφεντικό, που δεν ανεχόταν φασαρίες και καυγάδες, όσο καλοπροαίρετα ανεχόταν τις φωνές και αταξίες των παιδιών τα απογέματα μπροστά στο κατώφλι της. Δεν υπήρχε τόπος σε τέτοια μέρη για αμφιλεγόμενες πολιτικές κουβέντες σε κείνη την περίοδο της δικτατορίας στην Ελλάδα. Έρωτες και γυναικοδουλειές από τη μια μεριά, το χρήμα, η μπίζνες και η πολιτική από την άλλη ήταν (και θα είναι στον αιώνα τον άπαντα) οι κύριοι λόγοι για διαπροσωπικές αψιμαχίες και καυγάδες σε μέρη όπου μαζεύονται κοινοί θνητοί. Και το ταβερνάκι της Τσαπατσάραινας δεν παρείχε έδαφος για τέτοιας λογής προστριβές, παρά την επί το πλείστον αντρική του πελατεία. Δεν θυμάμαι κανένα αξιομνημόνευτο επεισόδιο να έλαβε χώρα στη γειτονιά από μεθυσμένους μπερμπάντηδες και τα μόνα περιστατικά περί την ταβέρνα που κινούσαν το ενδιαφέρον στις παιδικές μας ψυχές ήταν το ξεφόρτωμα των χοντρών βαρελιών της ρετσίνας από το κάρο που τα έφερνε και το κοπιαστικό φόρτωμα των άδειων· όταν η ασυνήθιστη, αλλά για κάποιο λόγο ελκυστική για τις παιδικές μύτες ευωδιά της ρετσίνας, αναδυόταν στον αέρα γύρω από το ταβερνάκι, που τα βράδια κυριευόταν από τη λιγότερο ελκυστική τσίκνα της ψητής σαρδέλας και του καπνού από την ψησταριά και τα τσιγάρα.

Μια και μοναδική φορά κάτσαμε και φάγαμε με τον Θείο σέ ένα από τα δωμάτια που ήταν χωρισμένη η μικρή ταβέρνα, φίσκα από τον λίγο κόσμο που χωρούσε, και βυθιστήκαμε για τα καλά στην καπνίλα και την τσίκνα. Στην άλλη μεριά της μια δίφυλλη πόρτα έχασκε ανοιχτή σε μια αυλή με δυο-τρία τραπέζια, σκεπασμένη από ένα κλήμα. Πιο πέρα έχασκε το ρέμα. Οι ψητές σαρδέλες και η μαρίδα δεν είχαν γίνει ποθητές γεύσεις για τη μικρή και άβγαλτη ηλικία, ούτε το περιβάλλον ήταν φιλικό για παιδιά -δεν υπήρχαν παιδιά εκεί, αλλά κάθισα υπομονετικά και υπάκουα ανάμεσα στους μεγάλους, που ανεξήγητα για μένα όλα αυτά τα απολάμβαναν. Την παραγγελία την πήρε ο σύντροφός της και ο ίδιος μας έφερε και τον λογαριασμό στο τέλος. Το φαΐ και το ποτό το σερβίρισε κάποιο παραπαίδι. Η θρυλική Τσαπατσάραινα, κλεισμένη στο κουζινάκι της, αφοσιωμένη στο ψήσιμο των ψαριών, παρέμεινε και τότε, όπως και σε όλη τη διάρκεια των χρόνων μου στη γειτονιά, αθέατη, μυθική.

Το χαμόσπιτο της ταβέρνας, όπως και το σπιτικό της απέναντι, έγιναν πολυκατοικίες αφού μετακομίσαμε από την γειτονιά αρκετά χρόνια μετά. Το ρέμα από πίσω έγινε δρόμος. Η Δεληγιώργη που φιλοξένησε τόσο παιχνίδια μας πλημμύρησε από παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Η Τσαπατσάραινα κι ο σύντροφός της, η παλαιομοδίτικη φυσιογνωμία με το καβουράκι και κουστούμι από ρετρό εποχές, είχαν την μοίρα που περιμένει κάθε κοινό θνητό, χάθηκαν από την γειτονιά και τον κόσμο. Όπως χάθηκαν και οι ιδιοσυγκρασιακές ψυχές που απόλαυσαν μεζέ, ρετσίνα και ζεστασιά μέσα από ανθρώπινες παρέες, τις μικροχαρές που πρόσφεραν οι μικρές ζωές τους, μέσα στους καπνούς της ταβέρνας.

Saturday, January 7, 2023

Ενα Παιδί - 19 Η Παλιά Γειτονιά: το Γιαπί του Τσιώτα

Η πολυκατοικία μας ήταν από τις πρώτες που χτίστηκαν στο τετράγωνο, η δεύτερη με όψη πάνω από το στενό δρομάκι, η πρώτη με την πρόσοψή της να το κοιτάζει. Όταν είχε χτιστεί στεκόταν θηριώδης, πλαισιωμένη και από τις τρεις πλευρές από χαμηλά σπίτια. Στο ένα, στη γωνιά της παρόδου με τη Δεληγιώργη, έμενε η οικογένεια του Χρηστάκη του Τσιώτα -στον πάνω όροφο της, και μια μάνα χήρα με τα δυο αγόρια της, σε ένα ισόγειο παράρτημα της αυλής της. Ο μικρός γιος, θύμα θαλιδομίδης όπως ανακάλυψα αργότερα, γεννήθηκε χωρίς μηρούς και γόνατα, τα ποδάρια ίσια κόκκαλα από τη μέση μέχρι τις πατούσες. Τα κινούσε με βιαστικές κινήσεις διαγράφοντας ανοικτά ημικύκλια. Οι γρήγορες, σχεδόν μανιώδεις κινήσεις των ποδιών, στην προσπάθεια να κρατάει βήμα με αρτιμελείς συνοδούς, κέρδιζαν λίγο έδαφος παρά τον μεγάλο κόπο. Αμυδρά το θυμάμαι εκείνο το καημένο το παιδί στις επισκέψεις στη δροσερή αυλή, την σκεπασμένη από ένα κλήμα και την γέρικη ακακία στη γωνιά του φράκτη -καθιστό σε μια κουβέρτα με πόδια τεντωμένα ανάμεσα σε λίγα παιχνίδια αραδιασμένα γύρω του. Καμιά φορά καθόμαστε δίπλα του και παίζαμε μαζί και οργανώναμε παιχνίδια που θα μπορούσε να συμμετέχει, πιο πολύ από κάποια συμπόνοια που πάντα έβρισκαν χώρο στις καρδιές ανθρώπων στις παλιές γειτονιές ακόμα ανάμεσα σε ακατέργαστες παιδικές ψυχές. Όχι για πολύ. Η ελευθερία και ζωντάνια μας αναζητούσε και χρειαζόταν περισσότερα, ο οίκτος γρήγορα εξασθένιζε, και τον αφήναμε στην αυλή για να συνεχίσουμε τα παιχνίδια μας στο πάνω πάτωμα. Στο δρόμο για το σχολείο βάδιζε με τη σχολική τσάντα σχεδόν να σέρνεται στο έδαφος, δίπλα στον μεγαλύτερο προστατευτικό αδερφό, σχεδόν διπλάσιο στο ύψος, που μετρούσε τα βήματα του ώστε να μην ξεφύγει ούτε μισό μέτρο μπροστά. Ήταν η τελευταία εικόνα από εκείνο το παιδί και το μέλλον του στην εχθρική πραγματικότητα της ελληνικής πόλης άγνωστο, μάλλον ατυχές.

Το σπίτι του Χρηστάκη ήταν το επόμενο μετά το δικό μας που κατεδάφισε η μπουλντόζα της αντιπαροχής. Τα ανάπηρο αγοράκι, με τη μάνα και τον αδερφό του, φύγανε από τη γειτονιά και δεν τους ξαναείδαμε. Ήταν νοικάρηδες και δεν είχαν μερίδιο στο οικόπεδο. Το γιαπί που στήθηκε στη θέση του παλιού σπιτιού έγινε τόπος εξερεύνησης και ικανοποίησης μιας αθεράπευτης παιδικής περιέργειας. Από το μπαλκόνι παρακολουθούσα τους εργάτες με τις ώρες, αγόγγυστους στο καθημερινό μεροκάματο και μόχθο, συχνά να γελάνε από τα φωναχτά χωρατά και τις βρισιές τους, να σφυρίζουν μελωδίες και να τραγουδάνε τα τραγούδια τους. Τους έβλεπα να ανακατεύουν στη βενζινοκίνητη, θορυβώδη μπετονιέρα την άμμο με το χαλίκι και τον ασβέστη, με φτυαριές από τις δίπλα στοίβες που ένα φορτηγό, που μόλις χωρούσε στο δρομάκι, άδειαζε περιοδικά μπροστά στο κτίσμα. Τους έβλεπα με μια χειράμαξα ή ένα τενεκέ στον ώμο να τα ανεβάζουν με ράμπες στα πρώτα πατώματα, να γεμίζουν κολώνες από σίδερο πλαισιωμένο με σανίδες, να γεμίζουν τα πατώματα από σανίδες στηριγμένες σε σκαλωσιές. Μέχρι που το μπετόν έδενε, οι σανίδες αφαιρούνταν κι ο σκελετός της οικοδομής αναδυόταν γκρίζος και επιβλητικός μέσα από την τρύπα της ανασκαφής, ξαφνικά, μετά τα ξεσκαλώματα των σανίδων και των σκαλωσιών, μέτρα και πατώματα ψηλότερος. Ελλείψει γερανών και πιο σύγχρονων, ακριβών μηχανημάτων, που μόνον λίγοι ανοιχτόμυαλοι στις νέες τεχνολογίες εργολάβοι χρησιμοποιούσαν, αλλά και ελλείψει χώρου σε ένα δρομάκι πλάτους μερικών μέτρων να στήνονταν τέτοια μηχανήματα, ένα μικρό ασανσέρ που ανεβοκατέβαινε από τον βενζινοκίνητο κινητήρα με δυο αλυσίδες, μετέφερε μπετόν και τούβλα και ότι άλλο χρειαζόταν μέσα από ένα κάδο στα παραπάνω πατώματα. Το χτίσιμο προχωρούσε με τους αργούς ρυθμούς εκείνης της εποχής. Με την τιμή της εργατικής δύναμης χαμηλή, παρόλο που οι οικοδόμοι ήταν τότε η καρδιά της εργατικής τάξης και της μαχητικότητάς της στην Ελλάδα της αντιπαροχής, η οικοδομή, παρά τη χαμηλή παραγωγικότητα και τις πολλές εργατοώρες που χρειάστηκε, θα άφηνε κέρδη στον εργολάβο και μερικά διαμερίσματα στον οικοπεδούχο και τα παιδιά του. Στη μνήμη μου άφησε το θέαμα της ανθρώπινης παραγωγής, το πλάσιμο της πρώτης ύλης μέσα από την εργασία και τον μόχθο, σε κάτι ωφέλιμο για την ανθρώπινη ζωή -με σχήμα και μορφή. Ήμουν όμως ακόμα μικρός για να επηρεάσει και τις ιδεολογίες μου.  

Το γιαπί το ανεβοκατέβηκα πολλές φορές, κρυφά από τα μάτια των γειτόνων μέσα από τα κενά που η τσαπατσούλικη περίφραξη του εργολάβου άφηνε. Τριγύρισα σε σκοτεινά δωμάτια με σανίδες και καρφιά και σπασμένα τούβλα, χωρίς πόρτες και τοίχους μισοτελειωμένους, πρόβαλα διστακτικά σε βεράντες χωρίς κιγκλιδώματα ένα βήμα από το κενό, ανέβηκα μέχρι το ρετιρέ και την ταράτσα να αγναντεύω τα πέρατα της πόλης. Δεν με πήρε ποτέ χαμπάρι κανείς. Και η φαντασία μου σχημάτιζε στο νου τη ζωή κάποιου ξεχασμένου από τον κόσμο, που θα κοιμόταν σε τέσσερις γυμνούς, ασοβάτιστους τοίχους, ανάμεσα στα μαύρα σκοτάδια που έζωναν το χτίριο, τους μαύρους ουρανούς πίσω από τα ανοίγματα των παραθύρων. Ζωήρευε από τα ίχνη της ανθρώπινης ζωής, τα βρώμικα ρούχα και φόρμες της δουλειάς, τα μπουκάλια και ξεροκόμματα που άφηναν πίσω τους οι εργάτες και η μέρα δουλειάς. Η καρδιά μου σκιρτούσε με φόβο από κάθε ήχο που έφτανε στ’ αυτιά μου μέσα από ανοιχτές πόρτες και παράθυρα, από τη γειτονιά κάτω, ενισχυμένος καμιά φορά από το αντηχείο του κλιμακοστάσιου. Άραγε, να ανέβηκε κανείς που αισθάνθηκε ανθρώπινη παρουσία σε απαγορευμένο χώρο για να με τσακώσει στα πράσα; Ήταν όμως οι στιγμές απομόνωσης και μοναξιάς σε έναν άγνωστο κι ερημωμένο από ανθρώπινη παρουσία χώρο, ένας σκελετός από ντουβάρια, απόμακρος και μοναχικός από τα φώτα και τη ζωή της πόλης γύρω του, που ασκούσαν μιαν περίεργη, ανεξήγητη έλξη, που έκαμε τις πεταλούδες της περιέργειας για το άγνωστο να φτερουγίζουν στο στομάχι, με ζέστανε στο κρύο, με ίδρωνε και μετά έφερνε ρίγη στα ζεστά καλοκαιρινά βραδινά.

Τέτοια βραδινά, όταν ξεχυνόμαστε για παιχνίδια στην γειτονιά, οι πιο ριψοκίνδυνοι από εμάς πηδούσαμε από τη βεράντα του πρώτου ορόφου στο σωρό της άμμου από κάτω: πειραματισμός με την ελεύθερη πτώση του ανθρώπινου κορμιού από τρία-τέσσερα μέτρα, που η Φυσική του σχολείου δεν μπορούσε να προσομοιώσει. Πολλές φορές τσαλαβουτούσαμε στον σκεπασμένο με άμμο άσπρο ασβέστη. Τέτοιας μορφής τζάμπα παιχνίδια, φτηνά σκιρτήματα διασκέδασης, αναπόφευκτα προσέλκυσαν ετερόκλητες συμμορίες από άλλες γειτονιές. Γιαγιάδες και μανάδες θορυβήθηκαν και ανησύχησαν μπροστά στους κινδύνους. (Το μπαλκόνι της γιαγιάς ήταν σε απόσταση αναπνοής από εκεί που πηδούσαμε.) Θα θορυβήθηκε και θύμωσε κι ο εργολάβος που έβρισκε την άμμο σκορπισμένα στο δρομάκι κάθε πρωϊνό, τον ασβέστη τσαλαπατημένο, την οικοδομή που έκτιζε παραβιασμένη. Η περίφραξη του γιαπιού ενισχύθηκε, οι γονιοί μας μάλωσαν, το παιδικό πνεύμα κατευνάστηκε και τα παιδιά μαζευόμαστε σε πιο ασφαλείς γωνιές.

Η πολυκατοικία του Τσιώτα τελικά ολοκληρώθηκε. Ο Χρηστάκης και η οικογένειά του επέστρεψαν στη γειτονιά, όταν πλέον τα χρόνια τα δικά μου και του Κωστάκη στο δημοτικό σχολείο, που πέρα από το δρομάκι και την γειτονιά ήταν η άλλη δύναμη συνάφειας της παιδικής παρέας, πλησίαζαν το τέλος τους. Αποσχίστηκε σχεδόν από την τριάδα· ήταν ο μικρότερος και τα δυο-τρία χρόνια διαφορά ήταν ειδοποιός. Στο γειτονικό με το δικό μας διαμέρισμα της νέας πολυκατοικίας, μετακόμισε μια οικογένεια με ένα όμορφο κορίτσι -της ίδιας ηλικίας με μένα, σε μια περίοδο που ξεκινούσε μέσα μας μια βιολογική και φυσιολογική αναταραχή, που η σεξουαλικότητα των προεφηβικών και εφηβικών χρόνων και η φωτιά της, ενστικτωδώς και ασυνείδητα φούντωνε και συννέφιαζε το νου και συνέπαιρνε την λογική. Η βάρκα του έρωτα θα σάλπαρε κανονικά, προς μέρη άγνωστα, χωρίς  λιμάνι και σκοπό, αλλά με τον εαυτό μου μοναχό και μοναδική παρέα ένα ονειροπόλο και φαντασιόπληκτο μυαλό. Στο Γυμνάσιο Αρρένων που άρχισα να παρακολουθώ,  ακόμα και αυτό το μυαλό και η φαντασία του δεν έβρισκαν άνοιγμα να δραπετεύσουν. Η δειλία και η ντροπαλοσύνη που με διέκριναν από τη νηπιακή ακόμα ηλικία, μια ακατάπαυστη πάλη με ψυχολογικά βάσανα, που ελάχιστες φορές με βρήκε νικητή, έγινε το αόρατο όσο και απαραβίαστο φράγμα ανάμεσα στα μπαλκόνια μας. Καιροφυλαχτούσα πίσω από τις χαραμάδες του παντζουριών εκείνο το κορίτσι να βγει στο μπαλκόνι, ώστε να βγω κι εγώ διακριτικά, για να ανταλλάξουμε μια ματιά κάποιας, έστω ασήμαντης διάρκειας, ίσως κι ένα χαμόγελο, δυο λέξεις. Τίποτε. Η αδιαφορία της ήταν παγερή, η ντροπαλοσύνη μου ακαταμάχητη. Προσπάθησα με αδέξιους και ανόητους τρόπους. Πέταξα δήθεν κατά λάθος μπάλες στο γειτονικό μπαλκόνι, πέταξα ακόμα και ρόγες σταφυλιού από τα ανοιχτό παράθυρο της κουζίνας της που έβλεπε στον ίδιο φωταγωγό με το δικό μας, μέχρι που η οικογένεια της διαμαρτυρήθηκε για τις αταξίες μου σε μια δύσπιστη Μάνα, από το μυαλό τους της οποίας απίθανο να περνούσε τι με ωθούσε σε τέτοιου είδους περίεργη συμπεριφορά. Τέτοια επεισόδια με το όμορφο κορίτσι του διπλανού μπαλκονιού έληξαν απότομα και προσβεβλημένος μαζεύτηκα στους χώρους μου, χωρίς να έχω ανταλλάξει ούτε μια κουβέντα, ούτε ένα χαμόγελο, ούτε ποτέ να μάθω το όνομά της. Ήταν το μικρό, αλλά ένα από τα πρώτα διακριτά επεισόδια στη διαμόρφωση μιας σεξουαλικής συμπεριφοράς ή και στην τροχοδρόμηση τέτοιων ενστίκτων πάνω σε πιο ορθόδοξες ράγες.

Από την άλλη της μεριά, η πολυκατοικία μας πλαισιωνόταν από ένα άλλο χαμηλό σπίτι, της κυρίας Αντωνίας, στη γωνιά της παρόδου με τη Γαμβέτα. Το θυμάμαι πάντοτε με φρεσκοβαμμένους τοίχους και παραθύρια και έναν μικρό περιποιημένο κήπο Tα πράσινα κλαδιά των θάμνων κάλυπταν το κιγκλίδωμα του χαμηλού γωνιακού φράκτη. Η πόρτα της αυλής άνοιγε στη Γαμβέτα. Ποτέ δεν είδα τα πρόσωπα των γειτόνων μας εκεί, ούτε και οι κάτοικοί του είχαν πολλά πάρε-δώσε μου τον κόσμο της παρόδου. Προς τιμήν τους, αντιστάθηκαν τον πειρασμό της αντιπαροχής, και το σεμνό σπιτάκι στέκεται δεκαετίες μετά, με τον ίδιο περιποιημένο και καλοδιατηρημένο κήπο του, στη γωνιά του δρόμου -περικυκλωμένο από τα άχαρα πεπαλαιωμένα πλέον πολυώροφα θηρία τριγύρω και απέναντι, ίσως κατοικημένο από τις δεύτερες και τρίτες γενιές της ίδιας οικογένειας. Αν κάποιος το ατενίσει από κάποιο μπαλκόνι ψηλά μένει με τη θλιβερή εικόνα μιας γερασμένης ομορφιάς που επέζησε ανάμεσα στις πολυκατοικίας, μιας κομψής, καλοσυνάτης γριούλας στρυμωγμένης και παραμερισμένης και ανάμεσα σε άσχημους γίγαντες, αδιάφορους στην παρουσία της.  Η καταστροφή της παλιάς πόλης, η κατ’ ευφημισμό αλλοίωση του χαρακτήρα της για χάριν ενός πρωθύστερου, δήθεν εκμοντερνισμού, αν και γενικευμένη και καθολική δεν ήταν ολοκληρωτική. Ακόμα και σήμερα, στα ανήλια πλέον δρομάκια των παλιών γειτονιών, βρίσκει χαμηλά σπίτια με αυλές και κήπους και εξώπορτες. Τα περισσότερα μισο-ερειπωμένα και εγκαταλειμμένα, περισσότερο γιατί δεν βρέθηκε κάποιος σφετεριστής να τα διεκδικήσει μέσα από λαδώματα και τους λαβύρινθους της ελληνικής γραφειοκρατίας ή κάποιος κυνικός εργολάβος που θα αυθαιρετούσε με ελάχιστα υπολείμματα μέσα από αυτό που λέμε «κοινωνική συνείδηση» ή, έστω, λιγάκι κοινό νου. Λίγα καλοδιατηρημένα από οικογένειες που αντιστάθηκαν στο χείμαρρο του χτισίματος και της εξάπλωσης σε ύψος, εις βάρος του ήλιου και του ουρανού, του φωτός και της ανάσας.  

Τα πως και γιατί αυτής της μεταμόρφωσης των παλιών γειτονιών, που οι παππούδες κληρονόμησαν από άλλες εποχές και ξεχασμένες μικρές ιστορίες, όπου οι γονείς μας έπαιξαν, μεγάλωσαν, έζησαν, δούλεψαν και πέθαναν, είναι εύκολο να διαπιστωθούν. Γράφηκαν τόμοι επί του ζητήματος. Το κράτος, κοντόφθαλμο και χωρίς όραμα, το τιμόνι του σχεδόν αδιάλειπτα στα χέρια αρτηριοσκληρωτικών, δεινόσαυρων πολιτικών και γραφειοκρατών, άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου. Και αργότερα είτε έκανε τα στραβά μάτια, είτε στέκονταν αδύναμο ή αδρανές και αμήχανο, όταν και αυτοί οι στοιχειώδεις νόμοι δόμησης και πολεοδομίας, απελπιστικά ανεπαρκείς όσο ήταν, παραβιάζονταν αδιάκριτα και εξόφθαλμα από κάθε λογής μικροαπατεώνες. Η εκβιομηχάνιση κι αστυφιλία, τα πιεστικά κοινωνικά προβλήματα στέγασης και βασικών υποδομών που δημιούργησε, ώθησε ιθύνοντες σε άμεσες, πρόχειρες και φτηνές, με λιγοστούς πόρους σχετικά με την αναπτυγμένη δύση, και την περιορισμένη αγοραστική δύναμη των μαζών της ελληνικής κοινωνίας που σωρεύτηκε στις πόλεις. Το κέρδος, εύκολο και γρήγορο (μόνο τέτοιο θα μπορούσε να είναι), η οικονομική ευκαιρία και μποναμάς για τον οπορτουνιστή μικρο-καπιταλιστή εργολάβο ή τον μικροαστό κληρονόμο κάποιου οικοπέδου, που θα διεύρυνε (τουλάχιστον ονομαστικά) την ατομική του ιδιοκτησία και θα φούσκωνε το εγώ και το είναι του, ήταν τα βασικά κίνητρα και κινητήριου μοχλοί της πολεοδομικής επανάστασης a la Grecque . Πιθανόν για πολλούς που ήρθαν στην πόλη από την επαρχία ή από τους απογόνους του μεταπολεμικού baby boom να φαινόταν ως κάποια αναβάθμιση της ποιότητας ζωής, από τα λασπόνερα της γειτονιάς, την κακή θέρμανση από πρόχειρα στημένες ξυλόσομπες, το ξεπάγιασμα στις τουαλέτες «από πίσω» και τα πλυσταριά της ταράτσας, τα βρώμικα ρέματα. Αλλά όλα έγιναν άρον-άρον, το αποτέλεσμα τελειωτικό, η κατάσταση μη αναστρέψιμη, η βολή στην πόλη χαριστική. Οι πολυκατοικίες της παλιάς γειτονιάς και των μικρομεσαίων στρωμάτων της Θεσσαλονίκης ήταν πλέον γεγονός τετελεσμένο. Η νύφη του Θερμαϊκού ξαναγεννήθηκε ως ασχημοκόριτσο.

Οι στρυμωγμένες πολυκατοικίες στο χώρο γύρω μας, τα στοιβαγμένα αυτοκίνητα σε δρόμους και δρομάκια, περιόρισαν την ελευθερία μας, τελικά μας έκλεισαν στο σπίτι και απομάκρυναν από ένα δύσκολα προσπελάσιμο, μέχρι και εχθρικό για τα παιδιά και τα παιδιά των παιδιών μας περιβάλλον. Εγώ και οι παιδικοί μου φίλοι μόλις που προλάβαμε να χαρούμε την παλιά μας γειτονιά πριν την ενηλικίωση -την δική μας και της πόλης. Δεν μπορέσαμε να κάνουμε πολλά για το μέλλον της πόλης όπου μεγάλωσα, η «ανάπτυξη» την τσαλαπάτησε σαν οδοστρωτήρας. Ας είναι.