Thursday, July 2, 2026

44 - Νέο Ξεκίνημα

Στην καινούργια δουλειά θα άλλαζαν πολλά. Δεν υπήρχε εργοστάσιο, shop-floor ή γραμμή παραγωγής με γνήσιους εργάτες. Γραφεία και εργαστηριακοί πάγκοι ήταν απλωμένα στους δυο ορόφους ενός μοντέρνου χτιρίου που στέγαζε κυρίως μηχανικούς, λίγους white-collar τεχνίτες, και πολλούς μάνατζερ -παραπάνω ίσως από όσους χρειάζονταν. Υπήρχε πρωτόκολλο ντυσίματος, επιβεβλημένο είτε από κανονισμούς της μητρικής εταιρίας, είτε τα norms της εποχής για τέτοιου είδους επιχειρήσεις, είτε το έτσι-θέλω του γενικού διευθυντή, που απαιτούσε οι εργαζόμενοι να φορούν πουκάμισο και γραβάτα. Αυτό με κατέλαβε εξαπίνης, καθώς η φτωχή γκαρνταρόμπα μου διέθετε ένα μοναδικό πουκάμισο και την παλαιομοδίτικη πλεχτή γραβάτα που μου είχε δανείσει ο Πατέρας πριν φύγω για την Αγγλία για «επίσημες» περιστάσεις, ενώ στις προηγούμενες δυο δουλειές ελάχιστη σημασία δινόταν στο καθημερινό ντύσιμο των εργαζομένων σε αυτές. Αναγκάστηκα, σε μια από τις πρώτες εξόδους μου στο κέντρο του Reading, να αγοράσω δυο πουκάμισα, δυο ιταλικές μεταξωτές γραβάτες, και ένα κάπως επίσημο σκούρο παντελόνι. Δεν αισθάνθηκα ποτέ και καθόλου άνετα σε κείνο το ντύσιμο, αλλά υπήρχαν οι συνήγοροι του· ιδιαίτερα, ανάμεσα στα στρώματα των managers ή επίδοξων managers που ισχυρίζονταν, για αδιευκρίνιστους ή αβάσιμους «ψυχολογικούς» λόγους, ότι επηρεάζει θετικά την «ποιότητα» της δουλειάς και του αποτελέσματός της. Υπήρχε πάντα, λεγόταν, και το ενδεχόμενο απροσδόκητων επισκέψεων από πελάτες ή ανώτερα κλιμάκια της εταιρίας. H «αμερικάνικη φιλοσοφία» στο ίδιο θέμα που τελικά υιοθέτησα στην πορεία, μαζί με πολλούς μηχανικούς της γενιάς μου, υποστήριζε το αντίθετο: το πρόχειρο καθημερινό ντύσιμο στην δουλειά ενισχύει –για «ψυχολογικούς» λόγους και πάλι- τη δημιουργικότητα, κάτι που θεώρησα ότι έχει λιγότερο σαθρή βάση. Ο Steve Jobs, εκείνο το είδωλο καινοτομίας και δημιουργικότητας στους τεχνολογικούς μας κύκλους, λάνσαρε τις δημιουργίες της εταιρίας του ντυμένος σε φθαρμένα jeans! Τουλάχιστον, επίσης για αδιευκρίνιστους λόγους, η απαίτηση για επίσημες ή ημιεπίσημες ενδυμασίες χαλάρωνε τις Παρασκευές, όταν ο καθένας φορούσε ό,τι ήθελε. Τέτοιες μέρες μερικοί υιοθετούσαν μιαν διαμετρικά αντίθετη στάση και έρχονταν στη δουλειά αγνώριστοι, ντυμένοι σε κουρέλια.

Η ομάδα του Keith ήταν μεγάλη και θα διευρυνόταν περαιτέρω στην πορεία της θητείας μου στην εταιρία. Από την αρχή με έβαλαν να καθίσω δίπλα στον Allen, έναν μέτριου αναστήματος Σκωτσέζο με ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια. Ήταν δυο χαρακτηριστικά στα οποία συχνά αναφερόταν σε συζητήσεις ανάμεσά μας, μεταξύ σοβαρού και αστείου, για φυλές και εθνότητες, για ρατσισμό και διακρίσεις. Δεν διέκρινα στον Allen εμφανείς ρατσιστικές προθέσεις ή προκαταλήψεις, αλλά κάτι τέτοιο πολλοί τις κρατάνε για τους εαυτούς τους, και σπάνια και συνήθως άθελά τους τις εκδηλώνουν. Ο Allen είχε γυμνασμένο σώμα, με εξαιρετικά δυνατά πόδια από την ορειβασία, που ήταν το κύριο hobby του. Την βαριά γλασκοβιανή προφορά του την έβρισκα μερικές φορές δυσνόητη, ενώ ο μακρόσυρτος και μονότονος τρόπος ομιλίας ή φλυαρίας -θα έλεγε κανείς, τον έκαμαν συχνά σε συζητήσεις συχνά κουραστικό.

Απέναντι του Allen σε κείνη την φωτεινή γωνιά του δεύτερου ορόφου, διαγώνια από μένα σε μια τετράδα προσκείμενων γραφείων, καθόταν ο αρχηγός της «τεχνολογικής ομάδας» που είχα πλαισιώσει, ο δεύτερος τη τάξει στο group και δεξί χέρι του Keith. Αντίθετα από την βαριά και μακρόσυρτη μονοτονία του λόγου του Allen, ο Nigel, αφοσιωμένος Χριστιανός και χορτοφάγος, μιλούσε με απαλή και ευχάριστη στο άκουσμά προφορά, χαρακτηριστική της καταγωγής του από το Yorkshire.  Ήταν ένας πράος και γλυκομίλητος άνθρωπος με εξαιρετική αίσθηση του χιούμορ, ο Nigel. Tο εκλεπτυσμένο χιούμορ του το εξέφραζε με σοβαρό πρόσωπο, και μόλις αντιλαμβανόταν ότι τα αστεία του γινόταν αντιληπτά από τους συνομιλητές του, τα συνόδευε από ένα επίσης χαμηλών τόνων, χαρακτηριστικό γέλιο, κρυμμένο πίσω από ένα κλειστό στόμα, κάτι που έβρισκα ότι ενίσχυε την αίσθηση που προκαλούσε το αρχικό αστείο. Ο Allen απέναντι από τον Nigel, εγώ δίπλα στον Alan, με τον Nigel να μας καθοδηγεί με τις γνώσεις και την αδιαμφισβήτητη εξυπνάδα του, απαρτίσαμε, λοιπόν, τον πυρήνα της ομάδας των «νέων τεχνολογιών» όπως βαφτίστηκε από τον οργανωτή Keith· μιας ομάδας που έχοντας αποδεσμευτεί από τρέχοντα, κατά κανόνα τετριμμένα ζητήματα εισαγωγής προϊόντων στην παραγωγή, ασχολείτο με προκλήσεις τεχνολογιών της επόμενης γενιάς, τεχνολογιών με το περισσότερο ενδιαφέρον ανάμεσα στους κύκλους των μηχανικών της γενιάς μου. Κατά κάποιο τρόπο η ομάδα μας αποτελούσε ξεχωριστή οντότητα και έχαιρε αυτονομία και ελευθερία αυτενέργειας εντός του πολυάριθμου group του Keith. Ως τέτοια αντιμετωπιζόταν με κάποιο φθόνο από μερικούς, που ασχολούνταν με τα τρέχοντα project, την ρουτίνα, τον καταναγκασμό και το άγχος της έγκαιρης εισαγωγής προϊόντων στην παραγωγή – με ένα μάτι πάντα στον λυσσαλέο ανταγωνισμό. Αργότερα στην πορεία, σε μια από τις περιοδικές κριτικές και αναθεωρήσεις που εξαιτείτο ο Keith από μέλη του group, η υποομάδα μου και ο ρόλος της χαρακτηρίστηκαν ως ελιτιστικοί με δηλητηριώδεις προθέσεις, κάτι που προκάλεσε έναν μικρό σάλο και αντιδράσεις, ακόμα και από τον ήπιο χαρακτήρα του Nigel.

H ευρύτερη ομάδα υπό την αιγίδα του Keith αποτελείτο επί το πλείστον από Βρετανούς. Υπήρχε ο Alan, επίσης από τη Γλασκόβη, ποδοσφαιρόφιλος και οπαδός της Celtic, από την άλλην όχθη ενός, πέρα του ποδοσφαιρικού, ιστορικά σεκταριστικού διαχωρισμού στην Σκωτία (ο διπλανός μου Allen ήταν οπαδός των Rangers). Ο Alan ήταν μοντέλο εργασιακού ήθους και ακεραιότητας, συνέπειας και ζήλου· καθισμένος πίσω από το πάγκο του, ασχολείτο συγκεντρωμένος και αγόγγυστα με το εκάστοτε project που του είχε ανατεθεί, τηρώντας σχολαστικά ώρες γραφείου και διαλειμμάτων. Ήταν, όπως και ο Allen, φανατικός σπόρτσμαν: την καθιερωμένη ώρα του lunch-break την αφιέρωνε σε τρέξιμο αρκετών χιλιομέτρων στις γειτονιές και πάρκα γύρω από την δουλειά, όπως επίσης διακρινόταν για τις δεξιότητες και αθλητικότητα του στο ποδόσφαιρο. Η προσωπικότητα και καθημερινότητά του, πάντως, διέφεραν σημαντικά από αυτή του συμπολίτη του. Πιστός σύζυγος και βράχος-οικογενειάρχης, πράος και μετριοπαθής στις εκδηλώσεις του, μετριόφρων στην τέχνη του, γενικά ήταν αυτό που λένε οι Εγγλέζοι ‘comfortable with his own skin’. Με τον Alan η μοίρα το έφερε να είμαστε συνάδερφοι και συνυπάρχουμε κάτω από διαφορετικές επαγγελματικές στέγες για πάνω από είκοσι χρόνια. Πέρα όμως από την περιστασιακή μπύρα σε εξόδους με άλλους συναδέρφους, από κείνες που οργανώνονταν περιοδικά για το χτίσιμο ενός κλίματος συναδερφικής αλληλεγγύης, όπως ήθελαν οι managers, και μερικές κουβέντες για τεχνικά και ποδοσφαιρικά θέματα, δεν αναπτύξαμε κάποια ιδιαίτερη σχέση πέρα από την τυπική συναδερφική.

Φίλος-κολλητός του Alan εκείνη την περίοδο ήταν ένα άλλο παιδί από το Leeds, ο John FerdieF, με εξίσου αξιαγάπητη προφορά και καλό χιούμορ με του Nigel: είχε κοντοκουρεμένο ξανθωπό μαλλί, φρύδια και βλεφαρίδες, πεσμένα βλέφαρα πάνω από ξεπλυμένα μπλε μάτια. Ως κατ’ εξοχήν χωρατατζής και πειραχτήρι της ομάδας, γελούσε ανεπαίσθητα και ρυθμικά στα καλαμπούρια του μέσα από το λάρυγγά του και πίσω από το μικρό στρογγυλό στόμα του. Με σωματώδες κορμί, φουσκωμένο προεξέχων στήθος μπροστά σε επιβλητικό θώρακα και δυνατά μπράτσα -από τις πολλές ώρες στο gym, έδινε περισσότερο εντύπωση hooligan ή, έστω, bodyguard και bouncer , παρά πτυχιούχου μηχανικού. Ο ‘Ferdie’ έπινε πολύ, πολλές μπύρες, το ένα pint μετά το άλλο, αρχικά στην παρέα του Alan, ανάμεσα σε χωρατά και αστεία στις εξόδους στο κέντρο της πόλης, χωρίς όμως η κατανάλωση αυτή να προκαλεί κάποιο αισθητό αποτέλεσμα στην πάντα ευδιάθετη συμπεριφορά και κινήσεις του. Μόνον τα άσπρα μάγουλα κάτω από τα  δέρμα του ροδοκοκκίνιζαν, και βλέφαρα με τις ξανθιές βλεφαρίδες κάπως γλάρωναν. Σε κείνες τις καθιερωμένες εξόδους για μπύρες μέχρι αργά σε κεντρικά pubs του Reading, ποτέ δεν αρνιόταν κεράσματα από συναδέρφους ή από τον Alan, που στο διάστημα της θητείας μας στην γιαπωνέζικη εταιρία του Reading, μέχρι την άφιξη του Rupert, παρέμεινε o κολλητός του, και από τον πάντα πρόθυμο να κεράσει υποφαινόμενο. Κεράσματα που δεχόταν και κατανάλωνε με ένα απλό Cheers! Ουδέποτε ο ίδιος πρόσφερε μπύρα σε άλλους.  

Ο Keith είχε, εκτός από τον χρησμένο υπαρχηγό του, τον Nigel, και άλλους δυο υπολοχαγούς. Ο John S, ήταν ένας μάλλον τυπικός Εγγλέζος, ξανθός, μετρίου αναστήματος. Είχε και αυτός αθλητικό σώμα, με ευρύ στήθος και δυνατά πόδια, και ήταν μόνιμος πρωταθλητής στα εσωτερικά τουρνουά squash. Ερχόταν στην δουλειά στη φανταχτερή BMW του άψογα ντυμένος, σε παντελόνια από κασμήρι με πιέτες και ολόλευκα πουκάμισα σιδερωμένα στην εντέλεια, και μιλούσε σε αντίστοιχη με την εμφάνιση και το αυτοκίνητο που οδηγούσε ραφιναρισμένη εγγλέζικη προφορά -χωρίς κάποιο «λαϊκό» βόρειο ιδίωμα. Ο John S, από τις πρώτες μέρες μου στην εταιρία εκείνη, κεντρισμένος ίσως από την «εξωτική» καταγωγή μου, περνούσε τα πρωϊνά από τα γραφειάκι μου για μια σύντομη κουβέντα -σε διάφορες εκδοχές του «τι κάνω» ή «πως τα πάω» ή «πως τα βρίσκω τα πράγματα», να μου μιλήσει για τις δικές του έγνοιες, να εκφράσει ρατσιστικές εμμονές τουλάχιστον απέναντι στα γιαπωνέζικα αφεντικά μας -τους «slit-eyed» όπως με κάποιο ενδόμυχο μίσος τους ανέβαζε και κατέβαζε. Στα πηγαδάκια γύρω από το μηχάνημα του καφέ, στεκόταν με μισάνοιχτα πόδια, τα χέρια στη μέση, το μυώδες στήθος να προεξέχει επιβλητικά, να μιλάει με τον κομψό τρόπο και στόμφο, αλλά χωρίς ιδιαίτερη ουσία. Ήταν φιλόδοξος ο John S. Λεγόταν ότι είχε όμορφη σύντροφο, μεγάλο για τα δεδομένα της μεσαίας τάξης των επαγγελματιών σπίτι, αλλά σκόπευε ψηλότερα και προσδοκούσε περισσότερα -σε χρήμα και εξουσία. Να είναι υφιστάμενος του Keith στην ιεραρχία του group, στον ρόλος του managing engineer, και οι τεχνικές απαιτήσεις του μικτού ρόλου φαινόταν ότι δεν τον ικανοποιούσαν: εξαρχής στόχευε να γίνει engineering manager, προϊστάμενος, να κατακτήσει τις κορυφές κάποιας μεγάλης εταιρίας.

Ο Martin, ο τρίτος υπολοχαγός του Keith, ήταν σεμνότερος, πραότερος και διαλλακτικότερος και, κατά συνέπεια, υστερούσε του John S σε κύρος, βαρύτητα και επιβλητικότητα λόγου και παρουσίας, όπως και του Nigel σε επιστημονικές γνώσεις και ευφυΐα. Το τικ που τον διέκρινε, ξαφνικές εισπνοές από την μύτη ενώ μιλούσε, το αδύνατο κορμί του, η απόσταση που κρατούσε από την εις βάθος ενασχόληση με τεχνικά προβλήματα που ανέθετε την επίλυσή τους σε μέλη της ομάδας του, μάλλον σκόπιμα, είτε εξαιτίας σχετικής έλλειψης εξειδικευμένης κατάρτισης, είτε για να μην συμβιβαστεί ο ρόλος του μικρού-αφεντικού (όπως τον είχε σχεδιάσει στην ιεραρχική πυραμίδα οργάνωσης του group ο Keith), o οποίος περιοριζόταν στο να συνοψίζει σε βδομαδιάτικες τυποποιημένες αναφορές και παρουσιάσεις την πρόοδο της δουλειάς της ομάδα που επέβλεπε και να παρακολουθεί την εκτέλεση του πλάνου έργου που η ομάδα του είχε αναλάβει. Το hobby του ήταν τα sports αυτοκίνητα, και μας μιλούσε συχνά για τα σκιρτήματα που ένιωθε στις καλοκαιρινές του βόλτες με το καμπριολέ TVR μεγάλες ταχύτητες σε έρημους επαρχιακούς δρόμους.

Το μωσαϊκό των χαρακτήρων που απάρτιζαν την ομάδα του Keith, τους πρώτους μήνες στη φιλόδοξη γιαπωνέζικη «τεχνολογική» εταιρία του Reading, το πλαισίωναν απλοί στρατιώτες-μηχανικοί, σαν τον Alan, σκυμμένοι μπροστά σε εργαστηριακούς πάγκους στημένους πίσω από τα γραφεία τους, απασχολημένοι με ηλεκτρονικά όργανα, μετρήσεις και μαστορέματα. Ήταν ο Neil Padders’ ένας ψηλός, λιγομίλητος και χαμηλών τόνων παρά το ύψος του, με ένα μακρόστενο, όχι ιδιαίτερα έξυπνο πρόσωπο, μεγάλα μάτια, αλλά ένα σταθερό καλοπροαίρετο χαμόγελο και πάντα καλή διάθεση. Ο Peter OC, o ψηλός Ιρλανδός, με κοκκινόξανθα μαλλιά και τεράστια, λαμπερά γαλανά μάτια, ξεπερνούσε κατά παρασάγγας τους υπόλοιπους στην κατανάλωση αλκοόλ, όπως θα περίμενε κανείς από Ιρλανδούς, που, όμως, σε αντίθεση με τον Ferdie και τις αντοχές του σε αυτό, η μέθη του οδηγούσε σε διάφορα ατυχήματα (όπως απώλειες ρολογιών ή πορτοφολιών ή πανωφοριών ή σωματικούς τραυματισμούς στο δρόμο για το σπίτι μετά από τέτοιου είδους κατανύξεις.) Φαινόταν, ίσως λόγω εθνότητας και κουλτούρας, όπως και εγώ, και παρά την κοινή γλώσσα, ως outsider, παρείσακτος.

Περισσότερο εγκλιματισμένος στο περιβάλλον ήταν ο Thanh L, γεννημένος στο Βιετνάμ, ο μοναδικός του γκρουπ πλην εμού, που τα αγγλικά δεν ήταν μητρική γλώσσα. Περιφερόταν στα διαλείμματα της δουλειάς ανάμεσα σε γραφεία και πάγκους με ένα γελαστό πρόσωπο, και με την ακατέργαστη εξωτική του προφορά και έναν λόγο που έβριθε από γραμματικά λάθη, επιδεικνύοντας  ζηλευτή ικανότητα να κάνει τους άλλους να γελούν με πηγαίο χιούμορ, παρά τα φτωχά του αγγλικά. Ο Thanh, δεξί χέρι του Martin, σεβαστός ανάμεσα στους υπόλοιπους της ομάδας και ιδιαίτερα τον Keith, για τις τεχνικές του δεξιότητες και γνώσεις, όσο και για την εργατικότητα και εργατικότητά του, ήταν ο «ξένος» του group, o άνθρωπος που λόγω καταγωγής ένιωθα ανετότερα να ανοίγω κουβέντα, εκείνες τις πρώτες μέρες ανάμεσα σε πάγκους και γραφεία. Στην αντίποδα της οικειότητας που δειλά άρχισα να αναπτύσσω βρισκόταν ο Justin. Με τα μακριά σπαστά μαλλιά του ροκά να πέφτουν στους ώμους του, με γυαλιά στυλ John Lennon, συνήθως κρυμμένος πίσω από στοίβες από όργανα στην απόμακρη γωνιά του χώρου, πάντα σοβαρός και αγέλαστος, καθόλη την διάρκεια της σχετικά σύντομης συνύπαρξης μας σε κείνη την ομάδα, δεν ανταλλάξαμε ούτε μια κουβέντα. Ίσως ως αλλοδαπό με έβλεπε με καχυποψία. Ήμουν διαφορετικός και συμπεριφερόμουν αμήχανα στην παρουσία του, αλλά τέτοιες υποθέσεις το πιθανότερο να έχουν ρίζες σε προσωπικά συμπλέγματα. Ίσως να μην ήταν ευχαριστημένος με τη δουλειά, την αμοιβή και το περιβάλλον: μετά από λίγους μήνες θα ήταν ο πρώτος που θα άφηνε το γκρουπ για μια καλύτερη καριέρα.

Την ομάδα την συμπλήρωναν ο πάντα πρόσχαρος και καρτερικός Kevin P, o μοναδικός νέγρος στην εταιρία, ο σύνδεσμος ανάμεσα στην ομάδα R&D του Reading και το εργοστάσιο παραγωγής στον Βορρά, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν, και ο Bob S, ο cockney αρχιμάστορας-αρχιτεχνίτης, de facto αφεντικό του εργαστηρίου, ακρογωνιαίος λίθος κάθε πειραματικής δραστηριότητας. Ήταν απρόβλεπτα κυκλοθυμικός ο Bob: άλλοτε εξυπηρετικός με χαμόγελο, άλλοτε απαξιωτικός και περιφρονητικός, άλλοτε απότομος μέχρι και προσβλητικός. Τουλάχιστον μια φορά, έγινα δέκτης ενός υβριστικού εξάψαλμου εκ μέρους του, μέσα από ένα e-mail που κοινοποίησε σε όλη την ομάδα, κάτι που ανάγκασε την παρέμβαση του Keith.  Ίσως, σκεφτόμουν, μερικές από τις προκαταλήψεις μου περί ρατσισμού και διακρίσεων να είχαν κάποια βάση. Ίσως, πάλι, να ήταν απλά ζήτημα σύγκρουσης χαρακτήρων, του Bob και του δικού μου.

Σε αυτό το ανθρώπινο περιβάλλον, όντας ένας από τους ελάχιστους μη-Βρετανούς, ένιωσα στενάχωρα τον πρώτο καιρό της καινούργιας καριέρας, που θα σήμαινε την απαρχή μιας επαγγελματικής ωρίμανσης και τελικού κατασταλάγματος. O Keith μου ανάθεσε μια δουλειά, με πολλές προσδοκίες εκ μέρους του, στο περιθώριο όμως των προγραμμάτων που έτρεχαν, για να την παλέψω αυτόνομα στα πλαίσια της ομάδας του Nigel. Κανένας στο γκρουπ του Keith δεν είχε σχέση με αυτό που θα έκανα, ούτε θα έδειχνε στην πορεία το ελάχιστο ενδιαφέρον. Αντίθετα πολλοί αναρωτιόνταν τι στην ευχή έκανα με τις ώρες, μηχανικός χωρίς εργαστηριακό πάγκο, μπροστά στην οθόνη ενός υπολογιστή, να αφιερώνω μέρες σε αναλύσεις, εξισώσεις, διαγράμματα με σκοπό την συγγραφή μιας τεχνικής έκθεσης που μου ανατέθηκε να συντάξω. Ο Ferdie, σε μια από τις βόλτες του από τη μεριά μας, παρατήρησε με παρεξηγήσιμο σαρκασμό: “Are you writing theWar and Peacethere, L?” Απόμακρος, αποξενωμένος, γραβατωμένος, στο περιθώριο του γίγνεσθαι, πρακτικά ακατάρτιστος ως προς τον πυρήνα των τρεχόντων δραστηριοτήτων της εταιρίας, καθισμένος απέναντι στο άδειο γραφείο, παρακολουθούσα αμέτοχος τους τεχνικούς διαλόγους ανάμεσα στον Allen και τον Nigel. Στα μάτια του Keith, τουλάχιστον, αλλά και των άλλων, η δουλειά τους είχε σαφώς μεγαλύτερη βαρύτητα από αυτήν που μου είχε αναθέσει. Καμιά φορά, όταν οι συζητήσεις στρεφόταν σε θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος, όπως για παράδειγμα περί ύπαρξης θεού, την οποία ο χριστιανός Nigel δεν αμφισβητούσε και με ζήλο υποστήριζε, συμμετείχα. Δεν ήταν όμως γιατρειά για το αίσθημα της επαγγελματικής (και πολιτιστικής) απομόνωσης που με είχε κυριεύσει εκείνο τον πρώτο καιρό. Είχα πολλά σκαλοπάτια να ανέβω, όπως έγκαιρα αντιλήφθηκα, για μια στοιχειώδη αναγνώριση στο πεδίο της πράξης και της καπιταλιστικής παραγωγής, που επέλεξα να ασχοληθώ και μέσα από αυτό το πεδίο να αποκτήσω εμπειρία και να ωριμάσω επαγγελματικά: ώστε να ζήσω αξιοπρεπή ζωή, αν όχι με τις επιστημονικές διακρίσεις που φιλοδοξούσα στα πρώιμα νιάτα. Οι ορίζοντες μου χαμήλωναν· συμμορφώνονταν σε ρεαλιστικότερες διαστάσεις.

Έτσι, στον ασήμαντο ρόλο που ανέλαβα σε κείνη την θυγατρική, με δεδομένη την κουλτούρα που κληρονόμησα και ανατροφή που μου δόθηκε, ένιωθα συχνά αμήχανος, μέχρι και ετερόκλητος και παρείσακτος, καθώς πάλευα για αναγνώριση από το περιβάλλον μου. Μια ελάχιστη αναγνώριση τελικά θα ερχόταν σε δόσεις από τον Keith, με την μορφή προαγωγών και μισθολογικών αυξήσεων. Ήταν κάτι, μια παρηγοριά, ενέσεις ηθικού, σπρωξίματα για μερικά ακόμα βήματα προόδου στην ζωή, παρά πισωγυρίσματα και απογοητεύσεις.