Monday, December 25, 2017

Υπαρξιακοί Προσυλλογισμοί - 2 Το νόημα στο τίποτα

Αλλά η ζωή του ενός ανθρώπου, του κάθε ανθρώπου, αξίζει και δικαιούται πολλά περισσότερα από την ενική επίκληση της τύχης ή ακόμα και από σποραδικές σε τούτη την τύχη αναφορές ή την υποταγή στις προδιαγραφές κάποιου πεπρωμένου. Παρά τη σχετική ασημαντότητα και μηδαμινότητα της, αυτή η ζωή είναι μοναδική – η μηδαμινότητα συγκρούεται με τη μοναδικότητα. Με τις ελάχιστες εξαιρέσεις μιας σειράς ιδιοφυών και ιστορικών προσωπικοτήτων ή ανθρώπων που κατάφεραν και συσσώρευσαν πλούτη και δύναμη, και έγιναν θρυλικοί, αυτή η μοναδικότητά δεν θα έχει οικουμενικούς μάρτυρες στο μέλλον. Όμως, αυτό που είναι ο άνθρωπος έγκειται ακριβώς εδώ: στην ατομικότητα και μοναδικότητά του. Η ύπαρξη και η συνείδηση αυτού του ανεπανάληπτου όντος θα εμφανιστεί φευγαλέα πάνω στη γη, για μερικά κλάσματα του ιστορικού χρόνου και του σύμπαντος (μια σταγόνα σε έναν απέραντο ωκεανό ζωντανών και πεθαμένων), θα διαγράψει τροχιές παράλληλες και τεμνόμενες με άλλες συν-υπάρξεις και συνειδήσεις μέσα από ένα ασύλληπτο πλέγμα διαπροσωπικών και κοινωνικών σχέσων. Αυτό, το ένα και μοναδικό ον, που αναλαμβάνει και κουβαλάει στο κορμί και νου του την κληρονομιά των προηγούμενων γενιών, τη γνώση και τα χτίσματα και πράγματα που άφησαν πίσω τους, συλλαμβάνει και νοεί, μέσω της συνείδησής του την ύπαρξή του, την εμπλουτίζει και την πλάθει, ετεροπροσδιορισμένη από τους συνανθρώπους τους, τους χώρους που μόρφωσαν γύρω του, τις ενέργειες και πράξεις τους και τα γεγονότα που αυτές οι πράξεις προκαλούν, στο περιβάλλον και το milieu του. Άρα, η κατανόηση «αυτού που είμαι», η ολοκλήρωση της συναίσθησης του είναι και της ύπαρξης μου, όσο θα βρίσκομαι, όπως λένε, στον κόσμο αυτό, μπορεί να ξεκινήσει από την περιγραφή και ανάλυση των ετέρων και εκατέρων συνειδήσεων που πλαισίωσαν τη ζωή μου, και των χώρων και τόπων, των πολιτειών και κοινωνιών όπου μεγάλωσα, δούλεψα και, εν ολίγοις, έζησα. Μπορεί να επιτευχθεί ακόμα και με την απλή παράθεση κάθε μικρής ή μεγάλης εμπειρίας που βίωσα στη σχέση μου με το περιβάλλον και αυτές τις κοινωνίες των σύγχρονων συνανθρώπων μου· και όλα αυτά τα τετριμμένα, παράλληλα με την περιγραφή και την προσπάθεια στοιχειώδους κατανόησης του ευρύτερου κοινωνικού περίγυρου και της μέχρι τούδε ιστορικής πορείας, που είναι άλλωστε προϋπόθεση για την κατανόησης της ατομικής ύπαρξης και του εαυτού.

Κι έτσι, λοιπόν, με αφετηρία μερικές πρωτόγονες σκέψεις και χιλιοειπωμένα, άλλες φορές δανεισμένα λόγια και κλισέ, άρχισα να ανασύρω από τα βάραθρα της μνήμης, από κουβέντες με δικούς ανθρώπους και φίλους, από παράπλευρες και παράλληλες κι εφαπτόμενες ιστορίες, τα νήματα που με έφεραν στο εδώ και τώρα και που θα με οδηγήσουν στη στιγμή του θανάτου. Το κουβάρι της ζωής είναι αδύνατο να το ξετυλίξω όσο μακριά σε τόπους και πίσω στον χρόνο να ψάξω για τις άκρες αυτών των νημάτων που το έπλεξαν. Άλλωστε, αυτές χάνονται στα βάθη της ιστορίας και στα πέρατα της γης. Και το τελικό αποτέλεσμα; Τίποτε! Το απόλυτο μηδέν! Μια μέρα θα φύγω, θα εξαφανιστώ από προσώπου γης μαζί με σκέψεις και συναισθήματά. O Dickens υπενθυμίζει, σ’ εμένα και την ανθρωπότητα, πως ο άνθρωπος δεν φέρνει τίποτε σε αυτόν τον κόσμο και δεν παίρνει τίποτε όταν εξέρχεται από αυτόν. Αλλά η δίψα για εξήγηση και αρμονία, κάποια έστω ψευδαίσθηση ενότητας σε έναν κόσμο κατακερματισμένο και φαινομενικά άτακτο έως και άναρχο που κανείς δεν ξέρει προς τα που βαίνει, ένα απειροελάχιστο βήμα στην κατανόηση της ύπαρξης, ένα τρεμουλιασμένο φως στην άβυσσο που είναι η ψυχή και η αυτογνωσία, στο γιατί, το πως είμαι, αυτό που είμαι, ενόσω θα είμαι, μου είναι άσβηστη, παρά την πλήρη επίγνωση του θανάτου, του βήματος στο κενό της ύπαρξης. Θα τολμούσα να πω ότι ενισχύεται όσο γερνάω και το τέλος με προσεγγίζει μονοτονικά και αμείλικτα, αξεπέραστο και ακατανίκητο. Σε τελική ανάλυση, οι φιλόσοφοι, τουλάχιστον αυτοί που κέρδισαν τον σεβασμό των μελετητών τους έχοντας κηρύξει με βάση το παράδειγμα της ζωής τους, συμφωνούν σε ένα πράγμα: η ζωή παρουσιάζεται στον κάθε θνητό ως μοναδική πρόκληση και ευκαιρία να ζήσει και να δημιουργήσει.

Η μεγαλύτερη αντινομία της ύπαρξης του ανθρώπου, αυτού του τραγικά ενσυνείδητου όντος, η Μεγάλη Αντίφαση που καιροφυλαχτεί σε κάθε γωνιά της συνείδησής, είναι η επίγνωση του πεπερασμένου αυτής της ύπαρξης, η αναγνώριση ότι η ζωή έχει αρχή και τέλος, η βεβαιότητα του θανάτου. Σε δεύτερη μοίρα στην πάλη με τη συνείδησή προσθέτω την αναγνώριση της σχετικής ασημαντότητάς της ατομικής ύπαρξης ως προς τα απόλυτα μεγέθη του χώρου και το χρόνου, αν και το υποκείμενο βρίσκεται στο κέντρο των διαδραματιζομένων γύρω του. Το υποκείμενο, από μιαν άποψη, στη διάρκεια της ύπαρξής του και μόνον τότε, βρίσκεται στο «κέντρο του κόσμου». Με δεδομένες αυτές τις βεβαιότητες, τις ασυμβίβαστες αντιφάσεις (και κρίμα σε εκείνους που δεν τις έχουν διαπιστώσει ή έστω φευγαλέα αντιμετωπίσει), αυτό που απομένει είναι το σφιχταγκάλιασμα με αυτή τη μοναδική ζωή μέσα στον κύκλο των συνανθρώπων, η συνάθροιση σκέψεων, συναισθημάτων, εμπειριών και αναμνήσεων, η ολοκλήρωση και το «κλείσιμο» αυτής της ύπαρξης και της γνώσης που αποκτήθηκε στους δρόμους που πήρε η ζωή πριν το οριστικό τέλος. Δεν θα μείνει τίποτε για τους επόμενους, αλλά ένα φως, μια λάμψη, η αγαλλίαση, μια φευγαλέα αίσθηση ικανοποίησης λίγες στιγμές πριν το τέλος, σαν ένα τελευταίο κοίταγμα στον καθρέφτη: εκείνες τις στιγμές που κάθε δευτερόλεπτο μας φέρνει κοντά τους και όπου λαμβάνει χώρα η διαλεκτική σύνθεση της ζωής και του θανάτου, τη στιγμή που η ύπαρξη απαντά την ανυπαρξία. Αυτές οι λάμψεις της τελευταίας στιγμής είναι υπερ-αρκετοί λόγοι για αυτό το εγχείρημα της σύνοψης, το ολοκλήρωμα της ύπαρξης. Όπως έγραψε ο Σαρτρ -και τα λόγια του ασπάζομαι ως την τελευταία λέξη: «Από εδώ και μπρος, η ελευθερία μου είναι πιο καθαρή: η πράξη που κάνω σήμερα δεν θα έχει για αιώνιους μάρτυρες ούτε το θεό, ούτε τον άνθρωπο. Θα πρέπει να είμαι, σήμερα και στον αιώνα τον άπαντα, μόνος μάρτυρας του εαυτού μου.»  Και, όπως πρόσθεσε ο πατέρας: «να μην ντρεπόμαστε που γεράσαμε».
  
Σκάλισα πολλές ιστορίες και γεγονότα του παρελθόντος, εικόνες και παραστάσεις που σωρεύτηκαν με την κάθε μέρα που περνούσε στο μυαλό, όπως μια ζωή – ο «μαστροχαλαστής» της οικογένειας κατά τη γιαγιά- έβρισκα ανεξάντλητο ενδιαφέρον στο να αποσυναρμολογώ ραδιόφωνα και κάθε λογής άχρηστη συσκευή, να σκαλίζω συρτάρια και ντουλάπια χωρίς απαραίτητα κάποιο σκοπό και αντικείμενο σε τέτοιες εξερευνήσεις, να διαβάζω βιβλία μέχρι την τελευταία συλλαβή και σύμβολο, να υπογραμμίζω και να αντιγράφω σκέψεις, να συμπληρώνω τα περιθώρια με τις δικές μου, και τελικά να προσπαθώ να τα βάλω όλα αυτά πίσω σε μια τάξη με τα χέρια μου, αν επρόκειτο για αντικείμενα, ή με το νου αν επρόκειτο για γνώση και συναισθήματα, σε μια ανώτερη τάξη (κατά δύναμιν!) με το συνθετικό δυναμικό και τη λιγοστή δημιουργικότητα που με διέκρινε. Να συναρμολογήσω, συνδυάσω, συσχετίσω, οργανώσω, συνθέσω, τακτοποιήσω, με καθόλου, λίγο ή λίγο περισσότερο δημιουργικό αποτέλεσμα. Να σκέφτομαι, να αναλύω αδιάκοπα, και αυτό στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν αρκετό, ακόμα και χωρίς κάποιο τελικό χειροπιαστό κατόρθωμα ή «ποίημα». Αυτή η απλή παράθεση και απαρίθμηση σκέψεων, εμπειριών και συναισθημάτων, χωρίς ιεράρχηση και ειδικά βάρη ή εμφάσεις ή συναισθηματικές παλινδρομήσεις, όπως στον «Ξένο» του Καμύ, είναι η ζωή μου. Τη σύνοψή αυτής της ζωής, κατά γενική ομολογία άχρωμης και άδοξης, την αφήνω να πέσει στο κενό του χρόνου.

Saturday, December 23, 2017

Υπαρξιακοί Προσυλλογισμοί - 1 Μοίρα και τύχη

Εκεί, κάπου στις γειτονιές της παλιάς Θεσσαλονίκης, σπάρθηκαν οι σπόροι της ζωής του πατέρα και κατ’ επέκταση της δικής μου. Στη μοναδικότητά και το απειροστό τους, στην ασημαντότητά τους μέσα στο άπειρο και την ασύλληπτη μεγαλειότητα αυτού του κόσμου και των διαστάσεών του: του χώρου και χρόνου. Ο νους, η αυτοσυνείδηση και η αίσθηση και συναίσθηση της ύπαρξης του-ενόσω αυτή η ύπαρξη διαρκεί, που ξεχωρίζουν τον άνθρωπο από τα άλλα όντα, κατακλύζεται και κλονίζεται μπροστά στο απειράριθμο αιτιών, δυνάμεων και γεγονότων, είτε άφαντων και τετριμμένων, είτε ευδιάκριτων και ιστορικών, που συνέτρεξαν και συνέκλιναν στη στιγμή μιας ατομικής ύπαρξης.

Στη μοίρα και το πεπρωμένο του ανθρώπου, που σημαίνει κάτι προδιαγραμμένο (από ποιον, άραγε;), που σημαίνει έναν άνωθεν ή έξωθεν, μεταφυσικά επιβεβλημένο ντετερμινισμό, ποτέ δεν πίστεψα. Λίγοι θρησκόληπτοι, δεισιδαίμονες και ανόητοι καταφεύγουν πλέον στο χιλιοειπωμένο «η μοίρα το είχε γραφτό», ανήμποροι να εξηγήσουν πως και γιατί κάποιος γεννήθηκε τέτοιος που γεννήθηκε, παντρεύτηκε, αρρώστησε, σκοτώθηκε, και έκαμε στη ζωή του αυτό που τελικά έκαμε. Οι περισσότεροι, ακόμα και στις περιπτώσεις που αναφέρονται στη μοίρα εξαιτίας κάποιας αδυναμίας της στιγμής, είτε κάποιου ανολοκλήρωτου συνειρμού, είτε κάποιας ελλιπούς σκέψης, κατά βάθος δεν πιστεύουν σε αυτήν. Στις στιγμές κάποιας εσωτερικής αντανάκλασης στα γεγονότα και τα συμβάντα, αναζητούν και αγωνιούν για το γιατί και το πως και ενίοτε για το τι μέλλει γενέσθαι, με αφετηρία το παρόν. Πολλές φορές συντρίβονται από την αδυναμία μιας λογικής εξήγησης ή της αβεβαιότητας να προδιαγράψουν το μέλλον. Άλλωστε, ο άνθρωπος έχει σε έναν βαθμό, μικρό ή μεγάλο, την ελεύθερη βούληση να επηρεάσει την πορεία της ζωής του, με μικρές ή μεγάλες παρεκκλίσεις, μικρές ή μεγάλες εκτροπές, μέσα στα όρια που επιβάλλει η εποχή και ο περίγυρός του, ματεριαλιστικός κι ανθρώπινος. Το αν η ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών και των οικονομιών τους ακολουθεί μια ντετερμινιστική πορεία, που διαγράφεται, και ίσως δύναται να προδιαγραφεί, από ισχυρές, ευδιάκριτες, μακροχρόνια ασκούμενες τάσεις το παρακάμπτω καθώς οι φάσεις και τα στάδιά της, όπως διαδέχονται το ένα το άλλο, πολλές φορές με παλινδρομήσεις, καλύπτουν περίοδο πολλών ανθρώπινων γενεών, και ξεπερνούν σε χρονικές τάξεις μεγέθους τα όρια μιας ζωής. Μόνο με το απόμακρο μάτι του ιστορικού του μέλλοντος μπορούν να γίνουν αντιληπτές. Για τον εαυτό μου, και την ύπαρξή μου διάλεξα την παραίνεση του Σαρτρ: «Να ζούμε χωρίς πέπλα και φκιασίδια αυτή τη σπαραχτική, την αφόρητη κατάσταση που λέγεται ‘ανθρώπινη μοίρα’… Το μυστικό ενός ανθρώπου είναι το σύνορο της ελευθερίας του.»

Ούτε και στην τύχη έμαθα να πιστεύω. Γιατί ούτε κι η τύχη, η φαινομενική τυχαιότητα των συμβάντων, ξεδιψάει τη δίψα για γνώση κι εξήγηση και φέρνει ισορροπία και αρμονία στο νου και την ψυχή. Πολλοί από εκείνους που αναρωτιούνται ‘γιατί τα πράγματα συνέβησαν έτσι και όχι αλλιώς’ απαντούν χωρίς πολύ περίσκεψη: κατά τύχη ή από την τύχη. Αλλά τι σημαίνει τύχη; Η τύχη σε έναν συναφή και αιτιολογικό κόσμο που κυριαρχείται από ένα σωρό αίτια για κάθε αιτιατό και αποτέλεσμα (που με τη σειρά του γίνεται αίτιο σε μια ατέρμονη αλληλουχία γεγονότων και φαινομένων), η τύχη σε κάθε μικρή ή μεγάλη ιστορία, προσωπική ή κοινωνική, όπως αυτές οι ιστορίες διαγράφονται και περιγράφονται από φανερά, παρατηρήσιμα και περιγράψιμα, καμιά φορά μετρήσιμα, αποτελέσματα δυνάμεων, είτε προφανών και εμφανών, είτε αφανών και υπογείων, αυτή η τύχη, λοιπόν, δεν σημαίνει και πολλά πράγματα. Είναι μια λέξη δίχως περιεχόμενο, συγκεκριμένο, είτε και αφηρημένο. Στην καλύτερη περίπτωση γίνεται συνώνυμη της υπεκφυγής και της αδυναμίας. Και απλά χρησιμεύει στις περισσότερες φορές για να υποδηλώνει τον ασήμαντο βαθμό κατανόησης των φαινομένων. Είναι η σιωπή και αμηχανία στο ερώτημα για το νόημα και το λόγο αυτής της στοιχειώδους και σύντομης παρουσίας μας σε αυτόν τον κόσμο, των προγόνων και απογόνων μας, και της ζωής που έζησαν, ζουν ή θα ζήσουν.

Και στην αδυναμία μας, έτσι, να εξηγήσουμε όλα αυτά που διαδραματίζονται γύρω μας, πάνω στα θεμέλια του ό,τι μεγαλειώδους και άπειρου προηγήθηκε στην ιστορία του κόσμου, της συσσωρευμένης γνώσης, στο βάρος των προηγούμενων γενεών που σηκώνουν οι πλάτες μας, καταφεύγουμε στην τύχη. Η ζωή μπορεί να εμφανίζεται ενώπιον μας σαν μια σειρά ασύνδετων και τυχαίων συμβάντων, αλλά στην πραγματικότητα είναι μια ψευδοτυχαία ακολουθία× με την έννοια ότι κάθε συμβάν, κάθε στροφή της στη μιαν κατεύθυνση ή την άλλη, είναι δυνητικά εξηγήσιμη από ένα σωρό αιτιών που απλώνονται σε ένα τεράστιο εύρος και βάθος χρόνου, ώστε η συλλογή και ταξινόμηση τους και η εκτίμησή τους ως παράγοντες στην τελική έκβαση να είναι πρακτικά αδύνατη.