Ένα ακατοίκητο χαμόσπιτο χωρίς παράθυρο στο δρόμο και κρυμμένη κάποια πόρτα από πίσω του, ένα δωμάτιο δηλαδή με μια πυραμιδωτή κεραμιδένια σκεπή, σχημάτιζε ένα γάμα με το διώροφο των Καζ…ηδων. Σχηματιζόταν έτσι μια εσοχή στο δρομάκι που προσφερόταν για μπάλα με φυσικό γκολπόστ τον βασανισμένο τοίχο του, και συχνά για το παρκάρισμα του αυτοκινήτου του Κοσμά, του πατέρα του Κωστάκη. Ήταν το πρώτο αυτοκίνητο, ένα μοντέλο προηγούμενων δεκαετιών, που είδα ποτέ να παρκάρει από κάτω μας στο δρομάκι. Το έφερνε συχνά για πλύσιμο με νερό από την αυλή της πεθεράς του, για γυάλισμα κι επισκευές, με τις ώρες σε μια λιγδιασμένη φόρμα δουλειάς στρυμωγμένος κάτω από το σασί ή σκυμμένος κάτω από το καπό της μηχανής του, να μαστορεύει δεν ξέρω τι. Του άρεσε εκείνου του καλού ανθρώπου, του Κοσμά, να ασχολείται με το αμάξι του και να το μοστράρει στους γείτονες, περήφανος για ένα σπάνιο για την εποχή απόκτημα. Ήταν και ένα από τα πρώτα που θυμάμαι να ανέβηκα μια καλοκαιρινή Κυριακή για να μας πάει σε μιαν εκδρομή στην Επανομή: με τον Κωστάκη, την αδελφή του την Κατινούλα, τον κύριο Κοσμά και την κυρία Φούλα. Και ήταν όλα απλά και όμορφα στην εκδρομή στην Επανομή με το αυτοκίνητο του Κοσμά, το μπάνιο στη θάλασσα και το κολατσιό στην κουβέρτα κάτω από τα πεύκα· όπως εκείνη την εκδρομή του Μίμη και της Λόλας που διαβάσαμε στο αναγνωστικό της πρώτης Δημοτικού πριν κλείσουν τα σχολεία και μας έκανε να ονειρευόμαστε δικές μας εκδρομές και διακοπές στη θάλασσα.
Στη γωνιά της παρόδου μας με τη
Δεληγιώργη, χωρισμένο από το χαμόσπιτο με ένα στενό διάδρομο πίσω από μιαν
παλιά μαύρη σιδερόπορτα που άνοιγε στην πάροδο, μια σκάλα σκαρφάλωνε στην πίσω
μεριά του πάνω πατώματος ενός -σχεδόν- αρχοντόσπιτου. Ξεχώριζε από αυτό των
Καζ…ηδων, γιατί είχε μπαλκόνι με κιγκλίδωμα στην πρόσοψη του στην Δεληγιώργη, γιατί
πάνω από την δίφυλλη εξώπορτα με σιδεριές και σκαλισμένο ξύλο, στο υψωμένο από
το δρόμο κατώφλι και κάτω πάτωμα οδηγούσαν με αξιοπρέπεια τρία πέτρινα
σκαλοπάτια πλαισιωμένα από ένα χαμηλό, γύψινο, φθαρμένο από τον καιρό κιγκλίδωμα.
Οι τοίχοι του σπιτικού ήταν βαμμένοι σε αποχρώσεις του μπεζ και κίτρινου, ταιριαστό
με τα καφέ βερνικωμένα ξύλα της πόρτας και των παντζουριών, του ξεβαμμένου
κόκκινου των κεραμιδιών· ίδια χρώματα με αυτό των Καζ…ηδων και άλλων σπιτιών
της Δεληγιώργη, όλα τους χλωμά και γερασμένα από τον καιρό,
αφημένα στο πέρασμά του. Ήταν το σπιτικό
όπου έμενε η περίφημη ταβερνιάρισσα της ευρύτερης περιοχής με έναν τύπο που η
Μάνα αποκαλούσε «σύντροφό» της. Η ταβερνιάρισσα της μικροαστικής ασημαντότητας,
των εργατών και μικροϋπαλλήλων, των ταξιτζήδων και πρώιμων συνταξιούχων, η χήρα
η Τσαπατσάραινα.
Αυτή καθαυτή η ταβέρνα της ήταν
ένα χαμόσπιτο στη Δεληγιώργη, απέναντι από την μπροστινή εξώπορτα του σπιτιού
της, ανάμεσα στο δρομάκι μας και το γεφυράκι που περνούσε πάνω από το ρέμα. Η
ξύλινη ξεθωριασμένη εξώπορτα ήταν κλειδαμπαρωμένη την μέρα, μέχρι να πέσει ο
ήλιος, και το βράδι να γίνει νύχτα. Ανάμεσα στις δύο πόρτες, της ταβέρνας και
του σπιτικού της απέναντι, στην άσφαλτο της Δεληγιώργη, στα στενά πεζοδρόμια,
μέχρι και τις σκάλες και το κατώφλι του σπιτιού της, οι τρεις φίλοι και η παιδική
μαρίδα της γειτονιάς στήναμε πολλά από τα παιγνίδια μας: μίνι-τουρνουά μονό- ή
δι-τερμάτων, κρυφτό, αγιούτο, σχοινάκια. Η Τσαπατσάραινα έγινα μια φιγούρα θρυλική
και φανταστική στο παιδικό μυαλό μου, καθώς ποτέ δεν την απάντησα ως πρόσωπο
στο δρομάκι, αλλά ούτε και μέσα στο ταβερνάκι της -τη μοναδική φορά που ο θείος
μας πήγε ένα βράδι. Όσο και συμπαθητική, καθώς μας άφηνε πάντα απερίσπαστους,
ανεκτική στις παιδικές φωνές και τις κλωτσιές της μπάλας, σε αντίθεση με τις εχθρικές
διαθέσεις που αντιμετωπίζαμε στην αλάνα από την άλλη μεριά του ρέματος. ‘Ένα
απόγεμα, ένα δυνατό σουτ από το πόδι του Κωστάκη έσπασε το τζάμι μιας
παράπλευρης πόρτας της ταβέρνας. Έντρομοι, αθώα πιτσιρίκια, διασκορπιστήκαμε
γρήγορα πριν το αντιληφθεί κανείς και βρήκαμε καταφύγιο στην ασφάλεια των
σπιτιών μας. Το περιστατικό αντιμετωπίστηκε με αξιοπρέπεια και ηρεμία ανάμεσα
στην Τσαπατσάραινα και την κυρία Φούλα, τη μάνα του Κωστάκη, χωρίς αντίποινα,
ούτε απαγορεύσεις και αποκλεισμούς για τα παιδιά της γειτονιάς και τα σαματατζίδικα
παιχνίδια τους. Και τα συνεχίσαμε απρόσκοπτά στη φιλικό και ακόμα άδεια από
αυτοκίνητα Δεληγιώργη -αρκεί «να προσέχαμε με την μπάλα μας».
Το ταβερνάκι άνοιγε αργά το βράδι
όταν τα παιδιά της γειτονιάς είχαμε πλέον αποσυρθεί στα σπίτια μας. Οι τακτικοί
και περιστασιακοί θαμώνες του προερχόταν από τα λαϊκότερα στρώματα μιας λαϊκής
συνοικίας. Ταξιτζήδες από μακρύτερες γειτονιές αποτελούσαν το πιο εμφανές
στοιχείο της πελατείας, καθώς πάρκαραν τα μπλε ταξί της Θεσσαλονίκης κατά μήκος
της Δεληγιώργη. Μαζεύονταν για τη φρέσκια σαρδέλα στα κάρβουνα, που η μυρωδιά της
τα σαββατόβραδα ξαπλωνόταν κατά μήκος της Δεληγιώργη κι έφτανε ως το μπαλκόνι μας,
την τηγανητή μαρίδα και τη βαρελίσια ρετσίνα. Δεν νομίζω να σέρβιρε τίποτε άλλο
στο μαγαζί της, έξω από μερικά συνοδευτικά σαλατικά και τηγανητά. Η σαρδέλα και
η χύμα ρετσίνα, που την έφερνε σε μεγάλα βαρέλια από ένα κάρο με λάστιχα συρμένο
από ένα άλογο, έφταναν και περίσσευαν για να ευχαριστήσει τους πελάτες της.
Μουσική δεν ακουγόταν, πέρα από
αυτήν της περιστασιακής πλανόδιας λατέρνας. Μόνον ο αχός της ανθρώπινης
κουβέντας δραπέτευε από την ανοιχτή πόρτα, που μερικά σαββατόβραδα του καλοκαιριού,
γινόταν βαβούρα μερικών ζαλισμένων από την ρετσίνα συνδαιτημόνων. Τις
περισσότερες φορές, όπως σε υπόγεια κρυμμένα καπηλειά και καφενεία ηλικιωμένων,
οι πελάτες της Τσαπατσάραινας απολάμβαναν ρετσίνα και ψαράκι ανταλλάσσοντας
ήσυχες κουβέντα και χαμηλών τόνων χωρατά. Ήταν η σιδερένια κυρά, το αφεντικό, που
δεν ανεχόταν φασαρίες και καυγάδες, όσο καλοπροαίρετα ανεχόταν τις φωνές και
αταξίες των παιδιών τα απογέματα μπροστά στο κατώφλι της. Δεν υπήρχε τόπος σε
τέτοια μέρη για αμφιλεγόμενες πολιτικές κουβέντες σε κείνη την περίοδο της
δικτατορίας στην Ελλάδα. Έρωτες και γυναικοδουλειές από τη μια μεριά, το χρήμα,
η μπίζνες και η πολιτική από την άλλη ήταν (και θα είναι στον αιώνα τον άπαντα)
οι κύριοι λόγοι για διαπροσωπικές αψιμαχίες και καυγάδες σε μέρη όπου
μαζεύονται κοινοί θνητοί. Και το ταβερνάκι της Τσαπατσάραινας δεν παρείχε έδαφος
για τέτοιας λογής προστριβές, παρά την επί το πλείστον αντρική του πελατεία. Δεν
θυμάμαι κανένα αξιομνημόνευτο επεισόδιο να έλαβε χώρα στη γειτονιά από
μεθυσμένους μπερμπάντηδες και τα μόνα περιστατικά περί την ταβέρνα που κινούσαν
το ενδιαφέρον στις παιδικές μας ψυχές ήταν το ξεφόρτωμα των χοντρών βαρελιών
της ρετσίνας από το κάρο που τα έφερνε και το κοπιαστικό φόρτωμα των άδειων· όταν
η ασυνήθιστη, αλλά για κάποιο λόγο ελκυστική για τις παιδικές μύτες ευωδιά της ρετσίνας,
αναδυόταν στον αέρα γύρω από το ταβερνάκι, που τα βράδια κυριευόταν από τη
λιγότερο ελκυστική τσίκνα της ψητής σαρδέλας και του καπνού από την ψησταριά
και τα τσιγάρα.
Μια και μοναδική φορά κάτσαμε και
φάγαμε με τον Θείο σέ ένα από τα δωμάτια που ήταν χωρισμένη η μικρή ταβέρνα,
φίσκα από τον λίγο κόσμο που χωρούσε, και βυθιστήκαμε για τα καλά στην καπνίλα
και την τσίκνα. Στην άλλη μεριά της μια δίφυλλη πόρτα έχασκε ανοιχτή σε μια αυλή
με δυο-τρία τραπέζια, σκεπασμένη από ένα κλήμα. Πιο πέρα έχασκε το ρέμα. Οι
ψητές σαρδέλες και η μαρίδα δεν είχαν γίνει ποθητές γεύσεις για τη μικρή και
άβγαλτη ηλικία, ούτε το περιβάλλον ήταν φιλικό για παιδιά -δεν υπήρχαν παιδιά
εκεί, αλλά κάθισα υπομονετικά και υπάκουα ανάμεσα στους μεγάλους, που ανεξήγητα
για μένα όλα αυτά τα απολάμβαναν. Την παραγγελία την πήρε ο σύντροφός της και ο
ίδιος μας έφερε και τον λογαριασμό στο τέλος. Το φαΐ και το ποτό το σερβίρισε κάποιο
παραπαίδι. Η θρυλική Τσαπατσάραινα, κλεισμένη στο κουζινάκι της, αφοσιωμένη στο
ψήσιμο των ψαριών, παρέμεινε και τότε, όπως και σε όλη τη διάρκεια των χρόνων
μου στη γειτονιά, αθέατη, μυθική.
Το χαμόσπιτο της ταβέρνας, όπως
και το σπιτικό της απέναντι, έγιναν πολυκατοικίες αφού μετακομίσαμε από την
γειτονιά αρκετά χρόνια μετά. Το ρέμα από πίσω έγινε δρόμος. Η Δεληγιώργη που
φιλοξένησε τόσο παιχνίδια μας πλημμύρησε από παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Η Τσαπατσάραινα
κι ο σύντροφός της, η παλαιομοδίτικη φυσιογνωμία με το καβουράκι και κουστούμι από
ρετρό εποχές, είχαν την μοίρα που περιμένει κάθε κοινό θνητό, χάθηκαν από την
γειτονιά και τον κόσμο. Όπως χάθηκαν και οι ιδιοσυγκρασιακές ψυχές που απόλαυσαν
μεζέ, ρετσίνα και ζεστασιά μέσα από ανθρώπινες παρέες, τις μικροχαρές που πρόσφεραν
οι μικρές ζωές τους, μέσα στους καπνούς της ταβέρνας.
No comments:
Post a Comment