Δίπλα στο γωνιακό του Τσιώτα από την άλλη μεριά της παρόδου στεκόταν το γερασμένο και σεμνό σπίτι του Ισαάκ και του μεγαλύτερου αδερφού του Ααρών, δυο από τους μετρημένους ανάμεσα σε χιλιάδες Εβραίους της Θεσσαλονίκης που επέζησαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και το ολοκαύτωμα, επέστρεψαν στην πόλη που τους γέννησε και βρήκαν σώο το σπιτικό που τους ανήκε. Γεμάτοι μυστικισμό ήταν οι εβραίικοι αμανέδες που ακούγονταν πίσω από τα μισόκλειστα παντζούρια του παραθύρου που έβλεπε στην Δεληγιώργη· όταν, καθισμένος κάτι καλοκαιρινά απομεσήμερα στο κράσπεδο του δρόμου, περίμενα τον Κωστάκη ή τον Χρηστάκη να αρχίσουμε τα παιχνίδια μας. Ούτε ο Ισαάκ, ούτε ο Ααρών είχαν πολλά πάρε-δώσε με τους γείτονές τους. Μοναχικά γεροντοπαλίκαρα φαίνονταν να ζουν μια μίζερη ζωή. Ποτέ δεν τους απάντησα έξω από το σπίτι τους, ποτέ δεν είδα τα πρόσωπά τους. Μόνον κάποιες φιγούρες, σκυφτές και θλιμμένες, παρακολουθούσα από το μπαλκόνι να πίνουν τον καφέ τους, σιωπηλές κάτω από τον πλάτανο της μικρής ανήλιας αυλής, που ένας τσιμεντένιος φράχτης την χώριζε από τον φωταγωγό μας. Μυστήριο παρέμεινε και το πως επέζησαν. Αργότερα, έχοντας διαβάσει το «Αν Αυτό Είναι ο Άνθρωπος» του Primo Levi, ίσως, σκέφτηκα, να ήταν Kapo σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης ή, ίσως, απλά τυχεροί στα ζάρια που έπαιζε καθημερινά ο χάρος με τις ανθρώπινες ζωές σε κείνη την κόλαση.
Στην πίσω πλευρά της
πολυκατοικίας μας, κάτω από το κύριο μπαλκόνι της οικογένειας του θείου που
έβλεπε στη λεγόμενη Α’ πάροδο της Δεληγιώργη, τώρα Ευρυδίκης, βρισκόταν μιαν
άλλη εβραίικη κατοικία, σχεδόν αρχοντική, με μεγάλο προαύλιο κι έναν
περιποιημένο κήπο με δέντρα και γρασίδι, πίσω από τη μεγάλη σιδερένια
καγκελόπορτα. Ήταν το σπίτι της Βικτώριας, της παλιάς και ξακουστής στην
περιοχή προπολεμικής γειτόνισσας, που επέζησε, όπως έλεγε ο Πατέρας, χάρι στη
μόρφωση που είχε και τα καλά γερμανικά που ήξερε. Τελικά οι Εβραίοι της πόλης
δεν ήταν μια άμορφη μάζα: ήταν ο Ισαάκ, ο Ααρών, η Βικτώρια, η Βαρσάνο που
χαζεύαμε την ομορφιά της όταν μας δίδασκε Αγγλικά αντί να μαθαίνουμε, ο
κοκκινομάλλης Λέβη στο διπλανό θρανίο του φροντιστηρίου που με τον Κωστάκη μας
έβαζε στη ζούλα στο γυμναστήριο της Μακαμπή για να βλέπουμε προπονήσεις μπάσκετ.
Πρόλαβα τους τελευταίους των παλιών γειτονιών της Θεσσαλονίκης.
Στο ίδιο δρομάκι της Α΄ παρόδου, στο υπόγειο της γωνιακής με τη Δεληγιώργη πολυκατοικίας, από τις πρώτες στο τετράγωνο, ήταν στημένο ένα επιπλοποιείο, που πάντα προσέλκυε την προσοχή και το ενδιαφέρον μας. Περαστικά, περίεργα παιδιά μας τραβούσε η οσμή του ξύλου (μύριζε ωραία!), μαζεύαμε σαν τρωκτικά πριονίδια σε σακούλες χωρίς λόγο, σκύβαμε να χαζέψουμε τη μαστοριά και το μεράκι του μαραγκού· όσο μπορούσαμε να την διακρίνουμε μέσα από το αχνό φως που διαπερνούσε την πάντα ανοιχτή πόρτα της γωνίας και τη χαμηλή, σκονισμένη ισόγεια τζαμαρία με τα κάγκελα στη διάρκεια της μέρας, ή το μέχρι αργά φωτισμένο από ένα χλωμό φως υπόγειο τα σούρουπα. Και τι δεν έφτιαχνε κατά παραγγελία ο μαραγκός της Δεληγιώργη! Σαλοτραπεζαρίες, καναπέδες, γραφειάκια, βιβλιοθήκες, όλα αυτά με χέρια βοήθειας από έναν ή δυο νεαρούς μαθητευόμενους, με τις σειρές από εργαλεία κρεμασμένα στους τοίχους (σφυριά, πλάνες, πριόνια, κατσαβίδια) -δέος και λαχτάρα κάθε μαστροχαλαστή σαν κι εμάς, και με τον μοναδικό μηχανολογικό εξοπλισμό: το ηλεκτρικό πριόνι, μια καμπουριασμένη φιγούρα καταμεσής του υπογείου, που μόνο στην ΔΕΘ είδα παρόμοιό του. Ο απαλός, ρυθμικός ήχος του ξυσίματος της πλάνης ήταν ευχάριστος στα αυτιά· οι κρότοι των καρφωμάτων ενοχλητικοί για τα κεφάλια μας, καμιά φορά εκκωφαντικοί, στους διαπεραστικούς ήχους του ηλεκτρικού πριονιού κλείναμε τα αυτιά μας – οι υπερύψηλοι τόνοι, όταν η λεπίδα του πριονιού έκοβε διαμέσου κάποιου ρόζου, αποκρουστικοί. Μερικές φορές κατεβήκαμε στα άδυτα του υπογείου με πρόσκληση του μαραγκού, σκουπιδιάρηδες, για να μαζέψουμε αποκόμματα ξύλου για τα ξύλινα σπαθιά μας, μέχρι και υποψήφιες βέργες για τους δασκάλους που τις απαιτούσαν στην αρχή κάθε σχολικής χρονιάς. Η δουλοπρέπεια, το καλόπιασμα του δασκάλου, το «γλείψιμο», όπως λέγαμε, λίγων συμμαθητών για να κερδηθεί προληπτικά η εύνοια του, εκδηλωνόταν ως τεχνητή βέβαια προθυμία για την προμήθεια της τέλειας βέργας: απαραίτητο εξάρτημα τότε της εκπαιδευτικής διαδικασίας, εργαλείο επιβολής πειθαρχίας μέσω άσκησης πόνου. Οι δικές μας από τα αποκόμματα του μαραγκού της Δεληγιώργη δεν είχαν τύχη: από τις υποψήφιες βέργες ο δάσκαλος θα επέλεγε εκείνη από τα παιδιά μαραγκών, λεία και στρογγυλή, ευθύγραμμή και σκληρή, ιδιαίτερα κατασκευασμένη με ζήλο και μεράκι βάση κάποιων προσυνεννοημένων προδιαγραφών.
Η βιοτεχνική παραγωγή της
γειτονιάς δεν τέλειωνε στο επιπλοποιείο της Α΄ Παρόδου. Στο υπόγειο της
πολυκατοικίας στη γωνιά με την Γαμβέτα της Β΄ Παρόδου, δηλαδή της παρόδου μας,
είχε στηθεί κι άνθιζε στα παιδικά μου χρόνια μια βιοτεχνία παπουτσιών. Ο μεσήλικας
ιδιοκτήτης της φορούσε πάντα ένα καλοπροαίρετο χαμόγελο που φανέρωνε ένα-δυο
χρυσά δόντια όποτε συναντούσε γείτονες, έσκυβε και χάιδευε τα μαλλιά των μικρών
παιδιών, δυνητικούς πελάτες των παπουτσιών του. Τον παρακολουθούσα κάτι
απογέματα κρεμασμένος από το μπαλκόνι να στοιβάζει στο μεγάλο πορτ-μπαγκάζ του
αυτοκινήτου του κουτιά από παπούτσια της παραγωγής του, που θα τα διένεμε,
προσωπικά, σε μαγαζιά-πελάτες στην Θεσσαλονίκη και την επαρχία της, μέχρι τις
άκρες της Μακεδονίας. Πωλητής, διανομέας, μικροβιοτέχνης, αφεντικό καμιάς
ντουζίνας εργατών. Δεν είχα ακόμα σχηματίσει αντιλήψεις για την μικρής και
μεγάλης κλίμακας καπιταλιστική παραγωγή και την ατομική ιδιοκτησία σε αυτήν ή
τον ρόλο ενός μικρο-ιδιοκτήτη, μικρο-επιχειρηματία σε αυτήν. Μου έδωσε την
εντύπωση καλού και ευγενικού ανθρώπου τη μοναδική φορά που κατεβήκαμε στην
υπόγεια βιοτεχνία με την Μάνα, για να δοκιμάσω ένα ζευγάρι από τα μαύρα, άκομψα
σκαρπίνια που έφτιαχναν στο υπόγειό του. Το αφεντικό μας έκανε την «έκπτωση του
εργοστασίου», που λένε, ενώ ο εργάτης που μας έφερε το κατάλληλο νούμερο και
μας εξυπηρέτησε φαινόταν πρόθυμος και ευχαριστημένος με την δουλειά του. Ή απλά
υπάκουε αδιαμαρτύρητα στις εντολές του αφεντικού πάνω από το κεφάλι του. Αλλά
το τεχνητό φως ήταν βαρύ και θλιμμένο στο υπόγειο με τα καλούπια και τα
εργαλεία, οι μυρωδιές του δέρματος και του βερνικιού βαριές, το καθημερινό οχτάωρο
των προλετάριων τσαγκάρηδων ανιαρό, ατέλειωτο και αφαιρετέο από την ζωή στον
ήλιο έξω. Αν δεν τα πήγαινα καλά στο σχολείο, μου έλεγαν, θα δούλευα σε τέτοια
μέρη και χειρότερα. Δεν φαινόταν ωραία η ζωή σε τέτοια θλιβερά υπόγεια,
χαραμιζόταν στην επανάληψη και μονοτονία. Και το ζευγάρι παπουτσιών που
αγοράσαμε με «χτύπησε» στα πρώτα βήματα. Το επιστρέψαμε και με χαρά το
ξεχείλωσαν σε ένα από τα καλούπια της. Δεν θα ξαναψωνίζαμε από κει φτηνό
παπουτσάκι. Ο Πατέρας είχε και σε αυτό το κουρμπέτι φίλο: τον έμπορο της
«Φωλιάς» στην Βασιλίσσης Όλγας και μεγάλης ποικιλίας υποδημάτων. Άλλωστε, δεν
πέρασε πολύ καιρός που η αποβιομηχάνιση της πόλης και η παρασιτικοποίηση της οικονομίας δεν χαρίστηκε και θα σάρωνε το παπουτσάδικο
της γειτονιάς. Η παρακμή μέχρι το κλείσιμό τους θα ήταν όπως πάντα μια επίπονη,
αργή διαδικασία – για τον ιδιοκτήτη και τις οικογένειες που ζούσαν από τα
μεροκάματα στο υπόγειο. Αυτό θα έμενε σκοτεινό για χρόνια. Οι τύχες των εργατών
και του μικρο-καπιταλιστή ιδιοκτήτη άγνωστες. Λίγοι γείτονες νοιάστηκαν για τούτο
το ασήμαντο γεγονός.
No comments:
Post a Comment