Monday, February 6, 2023

Ένα Παιδί - 22 Πρωτοποριδαίοι: Δύο Παλιοί, Καλοί Φίλοι

Δυο φιλιών, της μιας στην ωριμότητα πριν τον αργό της τέλος, της άλλης άγουρης και τελικά ανολοκλήρωτης, είχα την εμπειρία σε κείνα τα πρώτα κι απόμακρα χρόνια της ζωής μου. Άφησαν με την σειρά τους ανεξίτηλα αποτυπώματα στην παιδική ψυχή, μέχρι που έπλασαν σε κάποιον βαθμό τον χαρακτήρα που κουβαλάω, όπως συμβαίνει με τέτοιου είδους εμπειρίες. Η δεύτερη φιλία, η δική μου, δεν ήταν οργανική, όπως αυτή με τα παιδιά της γειτονιάς, αλλά μεταφερμένη, κληροδοτημένη στην επόμενη γενιά μέσα από την πρώτη, την βαθύτερη και γνησιότερη φιλία ανάμεσα σε πατεράδες, όπως είχε ριζώσει στα δραματικά και πολύχρωμα, όπως μας λέγανε, φοιτητικά χρόνια της δεκαετίας του 1950.

Το ζεύγος των Πρωτοποριδαίων, ο Ν και η Κ, ήταν δυο φυσιογνωμίες που ερωτοχτυπήθηκαν στα πρώιμα πανεπιστημιακά τους χρόνια. Και ο έρωτας που τους συνεπήρε τότε, συνεχίστηκε και ωρίμασε στα υστερότερα βήματα των νιάτων τους. Το είχε παρατηρήσει και διηγούταν η Μάνα, που έγινε ο αυτόπτης μάρτυς και παρακολουθούσε, ίσως με ζήλια, τον Ν και την Κ, κάποιο προγαμιαία Σαββατόβραδα στις μπουάτ να χορεύουν με τα μάτια κλειστά και τα μάγουλα κολλητά, κατά τις πρώτες κοινές εξόδους των δυο νεαρών ζευγαριών. Εξαιτίας της βαθιάς ριζωμένης στα νιάτα, στη φοιτητική ζωή και τα πρώτα επαγγελματικά βήματα φιλίας ανάμεσα στον Ν και τον Πατέρα, οι Πρωτοποριδαίοι έγιναν οι πρώτοι και κύριοι οικογενειακοί μας φίλοι, ξεχωριστοί μέσα σε έναν ευρύτατο κοινωνικό κύκλο τους και, αργότερα, στο γάμο και τη γέννηση του πρωτότοκου παιδιού τους. Ο Πατέρας θα γινόταν de facto κουμπάρος.  

Ο Ν κι ο Πατέρας ξεκίνησαν από μια σχεδόν ισοδύναμη αφετηρία ως προς τις ευκαιρίες που μια ταξική κοινωνία παρουσιάζει στα άτομά της και τους ορίζοντες που ανοίγει, και ίσως εξίσου «ταπεινή»: ο μεν χωριατόπαιδο από τον Καταχά της Πιερίας, ο δε λίγο-πολύ ανάμικτων εργατο-αστικών καταβολών. Και, όπως συχνά συμβαίνει, τέτοιες ταπεινές καταβολές και μια σχετική φτώχια φέρνουν πιο κοντά δυο νέους ανθρώπους. Μετά το Πανεπιστήμιο, όμως, ακολούθησαν διαφορετικά, αποκλίνοντα με τον χρόνο μονοπάτια, επαγγελματικά, κοινωνικά και ταξικά. Και αυτή διαδρομή στον χρόνο έφεραν την οικογένεια των Πρωτοποριδαίων ένα ή δυο σκαλοπάτια παραπάνω από τη δική μου στην τοπική διαβάθμιση της Σαλονικιώτικης κοινωνίας και αργότερα δύο και τρία και περισσότερα, στην εθνική κοινωνική διαστρωμάτωση. Αιτίες γι’ αυτή την κοινωνική απόκλιση υπήρξαν πολλές, αλλά οι διαφορετικές πορείες των δύο φίλων ενισχύει κάπως μιαν μάλλον υπαρξιστική άποψη περί ζωής: την υποκειμενικότητα της ανθρώπινης φύσης, το ρόλο της προσωπικότητας και του χαρακτήρα, το κατά πόσο προσωπικές αποφάσεις και επιλογές, μικρές ή μεγάλες, στα σταυροδρόμια της ζωής μπορούν να φέρουν ανθρώπους που ξεκίνησαν από περίπου το ίδιο σημείο σε άλλα μέρη και παραλίες, να τους οδηγήσει ακόμα και σε κοινωνικούς αντίποδες.  

Οι δυο καλοί φίλοι από το Πανεπιστήμιο, πέρα από διαφορετικές φυσιογνωμίες (ο Πατέρας ωραίος, ξερακιανός με πυκνά, μαύρα, ελαφρώς σπαστά μαλλιά, περιποιημένα με μπριγιαντίνη και διακριτή χωρίστρα στην αριστερή μεριά, ο Ν γεμάτος και σωματώδης, με φαρδύ ποντιακό μέτωπο, φουσκωμένο και ζεστό, στρογγυλό πρόσωπο και κυματιστά μαλλιά, χτενισμένα προς τα πίσω) είχαν πολύ διαφορετικές προσωπικότητες. Ο Πατέρας ήταν ο ευθύς άνθρωπος, ο συχνά απότομος και ενίοτε προσβλητικός -σε γνωστούς και αγνώστους, χωρίς τρόπους και γενική αδιαφορία ως προς το savoir vivre, πάντοτε κατηγορηματικός και ισχυρογνώμων, που δεν παραδεχόταν, ούτε άκουγε πολλούς έξω από την φωνή της συνείδησης του (σχεδόν κανέναν θα ήταν καλύτερη προσέγγιση)· ίσως, ευφυέστερος και ευστροφότερος, με ετοιμότητα στις κουβέντες, ωστόσο ελάχιστα ριψοκίνδυνος στις επαγγελματικές του επιλογές και συναλλαγές. Ο Ν από μεριά του ήταν γενικά ένας ήρεμος και χαμηλών τόνων άνθρωπος, πρόσχαρος, ευπροσήγορος, διπλωμάτης και διαλλακτικός, με χρώμα και ζεστασιά στον λόγο του, και στόμφο και πειθώ όταν το απαιτούσαν οι περιστάσεις, θα αναλάμβανε μεγαλύτερα ρίσκα στην καριέρα του. Ο μεν παντρεύτηκε μια δασκαλίτσα από ένα χωριό στις παρυφές της βιομηχανική δυτικής πόλης, πάνω στην οποία εύκολα και χωρίς πολλά εμπόδια και αμφισβητήσεις επέβαλε την προσωπικότητά του και διαφέντευσε· ο δε μια φιλόλογο με εξίσου ισχυρή προσωπικότητα, κόρη οικογένειας διανοουμένων και καλλιτεχνών, με την οποία έζησε μια ζωή φαινομενικής αρμονίας, αγάπης και αμοιβαίας εκτίμησης και σεβασμού. Ο μεν, αφού πέρασε από έδρες διδασκαλίας ιδιωτικών γυμνασίων, φροντιστηρίων και τεχνικών σχολών -συμπεριλαμβανομένης για ένα διάστημα και αυτής που είχε ιδρύσει ο Ν, και για ένα μικρό και άχαρο φεγγάρι από το Πανεπιστήμιο ως βοηθός ενός συγκεκριμένου Καθηγητή Μαυρίδη, κατέληξε υπάλληλος ενός Δημόσιου Οργανισμού, όπου κι εξελίχθηκε οργανικά σε διευθυντικές θέσεις και άραξε, με ένα μονοτονικά αυξανόμενο και ασφαλές, «βρέξει-χιονίσει» εισόδημα μέχρι τη σύνταξη. Ο δε, αφού πέρασε από μια παρόμοια σειρά προσωρινών και αβέβαιων δουλειών σε σχολεία και σχολές, ίδρυσε κι έγινε ιδιοκτήτης τεχνικής Σχολής. Την  επιχειρηματική δράση την εγκατέλειψε σταδιακά στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, όταν και στρατεύθηκε πολιτικά. Από νωρίς ασχολούταν με τα κοινά: τις ποντιακές κοινότητες και τον ΠΑΟΚ, τεράστιες δεξαμενές κοινωνικής δικτύωσης και ψήφων, και το ανερχόμενο στον πολιτικό στίβο ΠΑΣΟΚ. Με άλλα λόγια, εξ αρχής επέλεξε το κατάλληλο πολιτικό στρατόπεδο, αν και άγνωστο το κατά πόσο αυτό ήταν μια οπορτουνιστική επιλογή ή κατά βάθος εναρμονιζόταν με τις πολιτικές πεποιθήσεις του για την πορεία κάποιου, κοινωνικού ή οικονομικού, μετασχηματισμού της Ελλάδας -όπως ο ηγέτης του κόμματός του διατράνωνε και υποσχόταν τότε. Η ιδεολογία του τότε ευρύτερου «σοσιαλιστικού» χώρου, αν υπήρχε, ήταν γενικά νεφελώδης και συγκεχυμένη, χωρίς στέρεες αρχές, και τέτοια τελικά αποδείχτηκε στην πράξη.

Με την πολυπληθή ψήφο της γενικά προοδευτικής ποντιακής κοινότητας της πόλης εκλέχτηκε δημοτικός σύμβουλος και μετά βουλευτής. Η πολιτική του καριέρα κορυφώθηκε σε ρόλους υφυπουργού και υπουργού στις κυβερνήσεις του Παπανδρέου. Ο Πατέρας, από τη μεριά του, στις έντονες πολιτικές κουβέντες και αντιπαραθέσεις παρεών στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, μεταξύ «τυρού και αχλαδίου και οίνου παρεμβαλλομένου», διακρινόταν για ένα αχαλίνωτο πνεύμα κριτικής επί παντός πολιτικά επιστητού, μιαν αυθόρμητη και εριστική διάθεση αντιλογίας προς τον κάθε συνομιλητή και για κάθε θέμα, η οποία, μαζί με τον επιβλητικό τόνο μιας βροντερής και διαπεραστικής φωνής, δεν άφηνε πολλά περιθώρια υγιούς διαλόγου και εν τέλει απωθούσε. Μόνο ο Ν κατάφερνε σε παρέες να τον διακόψει. Σηκωνόταν από την θέση του, στεκόταν με το φαρδύ του ανάστημα μπροστά στον Πατέρα, συνήθως με ένα ποτήρι κρασί, σήκωνε ψηλά το χέρι, και έλεγε υψώνοντας την φωνή: «Τώρα, Π, θα πάψεις και θα ακούσεις και μένα!» 

Ο Πατέρας από την μεριά του υπήρξε πάντα πολιτικοποιημένος και ενήμερος από το καθημερινό ξεκοκάλισμα απογευματινών και κυριακάτικων εφημερίδων, διάβασμα κάθε λογής βιβλίων, συχνές επισκέψεις για πολιτική κουβέντα στο βιβλιοπωλείο της οικογένειας της ξαδέρφης του, και παρόλο που κάποιες αμυδρές ευκαιρίες να πολιτευτεί, τουλάχιστον στη δημοτική σκηνή, του δόθηκαν, στη διάρκειά της ζωής του παρέμεινε μακριά από τα κοινά, τα κόμματα και την ενεργό πολιτική, και διατήρησε μιαν κριτική όσο και ανελαστική απόσταση από τα κοινά. Ως πολιτικός θα είχε μηδενικές πιθανότητες επιτυχίας και ανάδειξης: «πολιτικός» και «διπλωμάτης» δεν ήταν. Όπως το έθεσε ο Ν μια φορά μπροστά σε μια μεγάλη παρέα για τον Πατέρα: «πολύ δυνατό μυαλό ο Π, αλλά στις σχέσεις του με ανθρώπους δεν τα πηγαίνει καλά.» 

No comments:

Post a Comment