Το 1996 θα το ξεκινούσα λίγο-πολύ στο ίδιο μοτίβο με την χρονιά που πέρασε, όντας ανύποπτος για τις δραματικές αλλαγές, αναπάντεχες και ασχεδίαστες, που θα έφερνε. Μερικές δεν ήταν στο χέρι μου να επηρεάσω, άλλες αλλαγές τις τροχοδρόμησα και στον βαθμό που είναι δυνατό στον κόσμο που ζούμε τις καθοδήγησα με δικές μου πρωτοβουλίες. Καλώς ή κακώς, η συνεργασία με τον M και το μικρό και άσημο πανεπιστήμιο της Νότιας Ουαλίας -ως εξωτερικός συνεργάτης, είχε επισημοποιηθεί με υπογραφές και ξεκινήσει στο τέλος του προηγούμενου χρόνου, και έμπαινε πλέον σε μια πορεία που θα διαρκούσε σχεδόν δύο δεκαετίες.
Στις πρώτες επισκέψεις στο Pontypridd, τη μικρή πόλη κοντά
στην Ουαλική μητρόπολη, το Cardiff, αντίκρυσα έναν αισθητά διαφορετικό
κόσμο από αυτόν του Birmingham
ή του Rochester και βέβαια του Λονδίνου, αν και στα όρια της ίδιας νησιώτικης χώρας. H πολυχρωμία της
Βρετανίας, η πολυπολιτισμικότητα της με μοντέρνους όρους, ο πλούτος διαλεκτών
και εκφράσεων, δεν πάντα με εξέπληττε και συνάρπαζε. Από τον γυάλινο κόσμου του
πανεπιστημίου και από τις μποέμικες μέχρι αυστηρά ακαδημαϊκές αποχρώσεις του,
βρέθηκα στις νότιες εργατικές συνοικίες του Birmingham, είδα και
γνώρισα γυναίκες μουσουλμάνες, έφαγα Balti σε εστιατόρια Bangladeshi μεταναστών του
μαύρου και παράνομου μεροκάματου, μίλησα και δούλεψα με γνήσιους βιομηχανικούς
εργάτες στο εργοστάσιο του κατ’ εξοχήν «λευκού» και συντηρητικού Rochester, που οι ένας ή
δυο Ασιάτες ανάμεσά τους γίνονταν αντικείμενο ρατσιστικών πειραγμάτων, κοιμήθηκα
με τις μυρωδιές τoυ Τούρκικου Kebab House και τις φωνές και
βρισιές των μεθυσμένων μετά το σχόλασμα των pubs απ’ έξω από τη θλιβερή γκαρσονιέρα του Chatham, εκνευρίστηκα
με τους αυτάρεσκους και φαντασμένους Έλληνες και Κύπριους των ελληνικών στεκιών
του Birmingham και του Λονδίνου, μιας εξαγόμενο κακέκτυπο μιας φτηνής και πλαστικής
τουριστικής κουλτούρας, χάθηκα ανώνυμος και μεθυσμένος σε πλήθη από κάθε άκρη
του πλανήτη στο Soho: ανάμεσα σε ομοφυλόφιλους, punk, Κινέζους, περίεργους τουρίστες από την Αμερική και την Ευρώπη, κάθε
καρυδιάς καρύδι.
Και τώρα βρέθηκα για λίγες μέρες στο Pontypridd: να συνομιλώ
και συνεργάζομαι με έναν Βρετανό ιρακινής καταγωγής καθηγητή που μιλούσε
άπταιστα αγγλικά με αδιαμφισβήτητη ουαλική προφορά. Για την πρώτη συνάντηση, το
εναρκτήριο λάκτισμα της συνεργασίας μας, πήραν τον ατέλειωτο αυτοκινητόδρομο για
το Cardiff και το Pontypridd από νωρίς το απόγεμα της προηγούμενης
μέρας. Για πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό στο Νησί, στα μονότονα επίπεδα της
Νότιας Αγγλίας με ανάξιους λόγου διάσπαρτους λοφίσκους, βρισκόμουν αντιμέτωπος με
κάπως ψηλότερα βουνά και βαθιές κοιλάδες. Η σήμανση, γραμμένη σε δύο γλώσσες, η
πρώτη ακατανόητη, με μπέρδεψε κι έχασα το δρόμο μου, μέσα στη βροχή. Α, η βροχή
από την Δύση και τον Ατλαντικό… Βροχή ακατάπαυστη, σε μονότονη μελαγχολία, κάτω
από μόνιμα γκρίζους και μολυβένιους ουρανούς, με ακολούθησε σε όλο το διαδρομή
μετά την γέφυρα του Severn. Ήταν ο καιρός μου.
Η μικρή πόλη στις παρυφές του campus ήταν φτωχική και
θλιμμένη, από μικρά παλιά σπίτια με μικρά παράθυρα και πόρτες και γκρίζες
στενές προσόψεις, στρυμωγμένα το ένα δίπλα στο άλλο,. Οι πόρτες τους άνοιγαν
στα στενά πεζοδρόμια καμπυλωτών δρόμων. Έμεναν άνθρωποι σε εκείνα τα σπιτάκια,
γέροι και απόμαχοι, και μερικοί νέοι, ίσως, χωρίς πολλές ελπίδες και στενούς
ορίζοντες. Πίσω από τις δαντελωτές
κουρτίνες διαγραφόταν η φιγούρα ενός λαμπατέρ ή κηροπήγιου ή κάποια κορνίζα,
αλλά καμιά αίσθηση ανθρώπινης παρουσίας· ούτε στους δρόμους, ούτε στα pubs, που φαίνονταν έρημα
από πελάτες, μερικά κλειδαμπαρωμένα και εγκαταλειμμένα. Διέσχισα την πόλη κατά
μήκους του ποταμού Rhondda και της κοιλάδας τoυ και των γραμμών του τραίνου. Δεν έβρισκα μέρος για να διανυκτερεύσω
πέρα από ένα ή δυο pubs που διαφήμιζαν δωμάτια σε μικρές και φτωχικές κοινότητες στις παρυφές
της μικρής πόλης, που η μιζέρια τους ξεπερνούσε και αυτήν του Pontypridd. Σε μια στροφή
του δρόμου είδα τον λυπημένο, σκουριασμένο ατσάλινο σκελετό από ένα
εγκαταλειμμένο ανθρακωρυχείο, τον τροχό στην κορυφή του, μια καπνοδόχο,
μακρόστενα κτίρια από καρβουνιασμένα τούβλα. Σε άλλες εποχές, διάβαζα, τα
ανθρακωρυχεία της κοιλάδας έδιναν δουλειά και ψωμί για δεκαετίες στους ντόπιους
και μετανάστες στις κοινότητές τους από διάφορα μέρη του κόσμου· τα τελευταία καρότσια
με κάρβουνο α στην επιφάνεια από τα έγκατα το 1986, δέκα χρόνια πριν. Και για δέκα
χρόνια ακολούθησε ένας απότομος κατήφορος οικονομικής παρακμής, φτώχιας και
μιζέριας. Έτσι εξηγούνταν πολλά από όσα έβλεπαν το μάτια μου.
Στο βάθος αυτού του ερημωμένου και
απελπισμένου γκρίζου τοπίου, που φαινόταν ξεχασμένο από θεό και ανθρώπους
ξεχώρισε μέσα στη βροχή η φιγούρα ενός ξενοδοχείου, από τη λίστα πιθανών καταλυμάτων
που είχα προετοιμάσει. Το κτίριο ήταν μοντέρνο και αξιοπρεπές, up-market σε μεγάλο βαθμό, σε
αντίθεση με το τοπίο και την σχετική φτώχια που είχα αντικρύσει καθ’ οδόν. Αποφάσισα
να μείνω εκεί τα δύο πρώτα βράδια, αν και η έγνοια ότι θα γινόμουν μια πολυδάπανη
πολυτέλεια για τον περιορισμένο προϋπολογισμό ενός μικρού πανεπιστημίου σε ένα
φτωχικό μέρος του κόσμου βάραινε την συνείδηση, τότε και τις επόμενες φορές που
θα διανυκτέρευα εκεί πέρα. Με έκπληξη διαπίστωσα, αργότερα στο εστιατόριο ότι
το ξενοδοχείο είχε αρκετούς πελάτες για προχωρημένο φθινόπωρο και τον
αναπόφευκτα βροχερό καιρό: κυρίως Αμερικάνους που θα επισκέπτονταν την Ουαλία ως
τουρίστες, για τις όμορφες κοιλάδες και τα βουνά της, τα ποτάμια με τα
κρυστάλλινα νερά, ίσως για την μακριά ιστορία των ανθρακωρυχείων της, είτε για
να βρουν κάποιες βαθιά θαμμένες ρίζες του γενεαλογικού τους δέντρου.
Το άλλο πρωί συνάντησα τον M στο ασήμαντο στενόμακρο
γραφειάκι στο τέλος ενός μακρινού διαδρόμου, στον τελευταίο όροφο ενός τετραώροφου
γκρίζου και απρόσωπου κτιρίου. Ήταν κοντός (πιο κοντός από μένα), με ένα
στρογγυλό κεφάλι, όπου ξεχώριζε μια μεγάλη και στρογγυλή μύτη πάνω από ένα χαμόγελο
από παχιά χείλη, και θαμνώδη φρύδια πάνω από μικρά και ζωηρά μαύρα μάτια. Τα σκούρα
πυκνά μαλλιά με αρκετούς τόνους γκρίζου με μια ακανόνιστη φράντζα δεν ενδεικνύονταν
για κτένισμα και περιποίηση. Είχε τα ζεστά και φιλόξενα χαρακτηριστικά και το
χαμόγελο που περίμενα από έναν καθαρόαιμο Άραβα της Μεσοποταμίας. Μου έκανε
εντύπωση η ευπροσηγορία και γλυκοί τόνοι της ομιλίας του. Η ευχαρίστηση του
ακροατή από τον λόγο του Μ επαυξανόταν
από την μελωδικά παρατεταμένη προφορά των φωνηέντων που κληρονόμησε από χρόνια
συναναστροφής με Ουαλούς, όχι πολύ διαφορετική από την τραγουδιστική ομιλία των
Ιταλών. Μόνον από την βαρύτερη προφορά των συμφώνων διέκρινε κανείς στοιχεία
αραβικής κληρονομιάς. Το πρόσωπο και η ομιλία ανέδυαν μια συγγενική φιλικότητα
και ζεστασιά, που γρήγορα με αγκάλιασαν. Αισθάνθηκα άνεση και την αμεσότητα από
τις πρώτες στιγμές, χωρίς προηγούμενο σε επαγγελματικό περιβάλλον -προϋπόθεση για
ευδοκίμηση κάθε λογής συνεργασίας ανάμεσα σε ανθρώπους. Μου είχαν λείψει αυτά
τα στοιχεία στο Birmingham και στον κόσμο του πανεπιστημίου εκεί, όπου αναγκάστηκα να προσβλέπω για
χαλάρωση και παρηγοριά σε παρέες και φιλίες με Έλληνες φοιτητές και τον περιθωριακό
Alan.
Όσο, όμως, ευχαριστούσε τον συνομιλητή του με
την μελωδική του ευφράδεια ο M, τόσο ο λόγος του υστερούσε σε ουσία και περιεχόμενο -από επιστημονική
και τεχνική άποψη και μόνον, είναι αλήθεια. Θυμήθηκα τα απαξιωτικά σχόλια του Κ,
είχαν κάποια βάση. Στη επιστημονικές μας συζητήσεις για ερευνητικά θέματα
διαπίστωνα κενά σε γνώσεις, στην αντίληψή και κατανόηση, που τα αντιπαρερχόταν
με εύμορφες γενικολογίες, και όταν βρισκόταν σε κάποιο αδιέξοδο κατανόησης έκλεινε
το θέμα με ένα στεγνό, χαμηλό σε τόνο, και διαλλακτικό ‘Yes…’ πριν συζητήσουμε
το επόμενο. Σαν να έλεγε: «ΟΚ, σε πιστεύω, τα ξέρεις καλύτερα.»
Την ίδια μέρα της πρώτης επίσκεψης με σύστησε
και στο πρωτοπαλίκαρο φοιτητή του, που το διδακτορικό του επέβλεπε, τον J. Ήταν συνομήλικος μου
και, όπως και ο Alan, μάλλον προχωρημένης ηλικίας για την θέση και τον ρόλο του σε κείνον
τον τόπο. Όπως γινόταν προφανές από το ονοματεπώνυμο, η σκούφια του τραβούσε
από την Γερμανία. To ίδιο μαρτυρούσε, με βάση στερεότυπα που ο καθένας μας καλλιεργεί στο
μυαλό του συνήθως με ασυναφή αποκόμματα εικόνων και ακουσμάτων από εδώ και κει,
από το ογκώδες σώμα με την προεξέχουσα κοιλιά, αλλά και το πρόσωπο του με
πλούσιο σγουρό γένι που άρχισε να γκριζάρει πρόωρο, και ένα πλατύ μέτωπο. Η
εμφάνιση του είχε αξιοσημείωτες ομοιότητες με εκείνη του Μαρξ στην ακμή του.
Μαρξιστής μπορεί να μην ήταν, ούτε ποτέ έμαθα τι τον έφερε σε εκείνη την άκρη της
Βρετανίας από το Ανόβερο που καταγόταν. Ζούσε στο περισσότερο κοσμοπολίτικο Cardiff για πολλά χρόνια,
ανεξήγητα πολλά χρόνια, και έφτιαχνε μια μικρή χωρίς απαιτήσεις μοναχική ζωή
κάτω από το μεγάλο δέντρο του πανεπιστημίου που, όπως και στην Ελλάδα, δίνει
σκιά και χαρίζει καρπούς σε πολλούς ανθρώπους -άλλους αφοσιωμένους, άλλους
παρείσακτους που αδιαμαρτύρητα διαβίωναν με τα ψίχουλα μερικών ωρών βοηθητικής
διδασκαλίας και λεφτά από το περιστασιακό ερευνητικό project. Όταν τον γνώρισα,
ο J ήδη συμπλήρωνε πέντε-έξι χρόνια ως μεταπτυχιακός.
Πολλά χρόνια για έναν μεταπτυχιακό φοιτητή ώστε να χαρακτηριστεί «αιωνόβιος» ή
αρουραίους κάποιου εργαστηρίου.
Και ήταν κατά κάποιο τρόπο ο άρχοντας εκείνου του
υποτυπώδους εργαστηρίου της μικρής ερευνητικής ομάδας, το έργο και κύρος της
οποίας ο διευθυντής της, Μ, ήθελε να επεκτείνει και ενισχύσει με την προσθήκη
μου. Και εκεί οδηγήθηκα για συστάσεις με την ευρύτερη ομάδα υπό τον Μ. Βρήκα τον
J καθισμένο σε ένα μικρό γραφείο δίπλα σε έναν ακατάστατο
πάγκο με από-συναρμολογημένα (υπό επισκευή) όργανα και εργαλεία. Η κουβέντα μας
περιστράφηκε γύρω από ερευνητικά και τεχνικά θέματα και τα της σχολής και του πανεπιστημίου,
πριν καταλήξει στα πραγματικά ενδιαφέροντα του J: την «κλασσική» BMW μοτοσυκλέτα που
καβαλούσε και είχε οργώσει με αυτήν την Ευρώπη, πιθανόν με άλλους Hells Angels, και τα υπόγεια
και μάλλον ύποπτα rock clubs που σύχναζε στο Cardiff. Ήταν αυτά τα hobbies και όχι κάποιος
λανθάνον μαρξισμός που εξηγούσε την αναρχική ή, έστω μη συμβατική, εμφάνισή του. Εξαρχής κατάλαβα ότι με αντιμετώπιζε
με κάποια καχυποψία, ίσως και ανταγωνιστικά, όντας συνομήλικός μου: ένας
αναξιόπιστος Έλληνας από φτωχή και παρακατιανή χώρα, ουρανοκατέβατος χάριν στο M να διαταράξει τα ήρεμα
ερευνητικά νερά του ίδιου και του περιβάλλοντός του· κάποιος που είχε
ξεπεράσει, επιστημονικά τουλάχιστον, έναν ψηλότερο πήχη από τον J, και θα
αναλάμβανε την επίβλεψή του. Ήταν όμως ο J ευγενικός,
εξυπηρετικός, και εκφραζόταν διαλλακτικά και συγκαταβατικά και με φιλική
διάθεση, σε κείνη την πρώτη και τις συναντήσεις που ακολούθησαν, και τελικά
στην πορεία συνεργάσιμος, αν και πολλές φορές με αδέξιο τρόπο. Κατά βάθος, δεν
ήθελε ούτε εμένα ούτε άλλους πάνω από το κεφάλι του, να τον επιβλέπουν και καθοδηγούν
την δουλειά του.
Στην πορεία και με αμοιβαία εξοικείωση, μου
αποκάλυψε τις προσωπικές αντιπαλότητες και αψιμαχίες και αντιπάθειες, που ήταν
στοιχεία της καθημερινότητας στη ζωή της σχολής και του πανεπιστημίου: ανάμεσα
στον M και
τον δεύτερο τη τάξει παλαιστίνιο λέκτορα· ανάμεσα στο J και τον νεότευκτο
λέκτορα από κάποια χώρα της Αφρικής· την ανεξήγητη αντιπάθειά του J για τον νέγρο φοιτητή,
που μοιραζόταν το εργαστήριο και τα όργανά του, και που μόνον η παρουσία του
στον ίδιο χώρο τον εξόργιζε, με πιθανή αφετηρία, υπέθεσα, υποβόσκουσες
ρατσιστικές προκαταλήψεις, και ούτω καθ’ εξής. Αλλά όλες αυτές τις προστριβές,
όλη αυτή τη χαοτική δυσαρμονία στις επαγγελματικές σχέσεις ανθρώπων, τις είχα
ξαναδεί σε άλλους παρόμοιους χώρους και επίπεδα· είναι σε τελική ανάλυση
αναπόσπαστο κομμάτι της δουλειάς σε πανεπιστήμιο.
Τελικά ο
J μου
εκμυστηρεύτηκε και συνόψισε την άποψη του για την τεχνική συνεισφορά στο σαθρό ερευνητικό
οικοδόμημα γύρω από τον Μ στη φράση: “M is as useful as a wet towel in technical and research matters.” Χαμογέλασα.
Είχε εν μέρει δίκιο, αν και ο ίδιος ο J αποτελούσε αντιπαράδειγμα, τουλάχιστον επιστημονικής
αφοσίωσης και εργατικότητας, αν όχι ικανοτήτων και γνώσεων. Ο M, είναι αλήθεια, διακρινόταν
στη ρητορική και στον δημόσιο λόγο, στην προφορική και γραπτή έκφραση, στις
δημόσιες σχέσεις. Θα διέπρεπε, όπως φαινόταν, περισσότερο σε μια αρένα, όπως
αυτή της πολιτικής, αντί της έρευνας σε ένα στεγνό και άδοξο ερευνητικό
αντικείμενο, εκτός των επιστημονικής μόδας και των κύριων τεχνολογικών ρευμάτων
της εποχής. Και έτσι αποδείχτηκε. Την καθηγητική του δραστηριότητα σταδιακά την
αντικατάστησε από την ενασχόληση με τα κοινά, μέσα από την ιδιότητα τους ως ενεργό
μέλος του Εργατικού Κόμματος, ως δημοτικός σύμβουλος και αργότερα στον
«διακοσμητικό» (όπως τον χαρακτήριζε με μετριοπάθεια ο ίδιος) ρόλο του δήμαρχου
της πόλης που είχε το σπίτι και την οικογένειά του. Παρακολουθούσα με ενδιαφέρον
μέσα από τα ψήγματά στο internet την πολιτική του δραστηριότητα, και, μέχρι σήμερα, οι πολιτικές
απόψεις και δηλώσεις του σε πολλά θέματα με έβρισκαν σύμφωνο. Βρισκόμαστε και
οι δύο στην ίδια αριστερή όχθη της πολιτικής αρένας.
Κάπως έτσι ξεκίνησε, λοιπόν, μια παράλληλη πορεία ημι-επαγγελματικής συνεργασίας, «μερικής απασχόλησης» με το μικρό πανεπιστήμιο της Ουαλίας, που διήρκεσε χρόνια και παρατάθηκε πέρα από την συνταξιοδότηση του M· επικάλυψε ένα μέρος της καριέρα του J μέχρι την προαγωγή του σε λέκτορα, ο οποίος ακόμα βρίσκεται και φθείρεται εκεί· κάλυψε το ακαδημαϊκό κομμάτι της καριέρας του Z, συμπατριώτη του M που πριν την συνταξιοδότηση του ήθελε να τον χρήσει διάδοχο του στον καθηγητικό του θώκο -αφού, όμως. πρώτα με συμβουλεύτηκε για τον αν ενδιαφερόμουν για μιαν θέση που θα έμενε κενή. Εκείνη όμως η πορεία, μέτρια στα αποτελέσματά της καθώς τελικά αποδείχτηκε (και όπως αναμενόταν να είναι) έμεινε σταθερά στο περιθώριο της ζωής μου, επαγγελματικής και προσωπικής. Εκείνο τον καιρό, το τέλος του 1995, την δέχτηκα σαν ένα αδύναμο αλλά ούριο αγεράκι σε μιαν καριέρα που ακόμα είχε μέλλον, και σαν μια μικρή, αλλά πάντα ευπρόσδεκτη ενίσχυση του εισοδήματος. «Κάτι είναι και αυτό, κάτι καλό θα βγει στο τέλος», σκεφτόμουν πάρα το βάρος στην ψυχή κάθε φορά που όφειλα να επισκεφτώ εκείνη την άκρη. Στο κάτω-κάτω της γραφής γνώρισα ανθρώπους: όπως τον Άραβα M και την συνεπή αφοσίωση του στην πολιτική και τα ιδανικά της «αριστεράς» στην Βρετανία· τον Γερμανό quasi-περιθωριακό J με το μποέμικο lifestyle του· τον Πέτρο τον Κύπριο, που δεν έβλεπε πολύ χαΐρι με το διδακτορικό που έκανε υπό την επίβλεψη μου· τον Πορτογάλο Rafael, που τελικά βρεθήκαμε μαζί σε ένα άσχετο συνέδριο στο San Diego να τρώμε γαρίδες και να πίνουμε κρύα καλιφορνέζικη μπύρα, απολαμβάνοντας το μεγαλοπρεπές ηλιοβασίλεμα του Ειρηνικού ωκεανού που απλωνόταν απέραντος μπροστά μας. Έκτισα μια φιλία με τον Z, τον εκμοντερνισμένο, αλλά αφοσιωμένο άραβα μουσουλμάνο, σε αντίθεση με τον κοσμικό συμπατριώτη του, και που θέλω να πιστεύω ότι βοήθησα στην καριέρα του, όσο μπορούσα και περνούσε από το χέρι μου. Τελικά κάπως άξιζε τον κόπο, τις θυσίες από τον ελεύθερο χρόνο και από χαμένες μέρες διακοπών από την κυρίως δουλειά, σε ταξίδια σε κείνο καταφρονημένο μέρος, που όμως η φτώχια και παρακμή πρόσδιδε μοναδικό χαρακτήρα.
No comments:
Post a Comment
Note: Only a member of this blog may post a comment.