Επιβαλλόταν, τον καιρό που ακολούθησε τα θλιβερά επεισόδια της Αγίας Νάπας, να ψάξω εκ νέου και να βρω σύντροφο στη ζωή -εκ των ων ουκ άνευ της ανθρώπινης ύπαρξης, όσο ακοινώνητη και να είναι αυτή. Το υπόλοιπο εκείνου του καλοκαιριού στις πόλεις του Medway, έγινα μέλος και επισκέφτηκα ένα Bingo, στις παρυφές του Chatham· περισσότερο για να σκοτώνω μερικές ώρες των μοναχικών και άπραγων μεσοβδόμαδων βραδινών κι ελλείψει αξιοπρεπέστερης ψυχαγωγίας στην γειτονιά. Tα Bingo δεν είναι κοινωνικοί χώροι ενδεικνυόμενοι για τη φάση της νεότητας που διένυα και της μόρφωσης που διέθετα. Το σύχναζαν ηλικιωμένες κυρίες και μερικές παρέες από ώριμες μανάδες-νοικοκυρές, που για κάποιο λόγο κατενθουσιάζονται κέρδη μερικών λιρών. Μετά από δυο επισκέψεις το εγκατέλειψα. Κατά τα άλλα, η διασκέδαση μου στην φάση διάστασης με την J που ακολούθησε τις ατυχείς μας διακοπές, η ψυχαγωγία μου αντικαταστάθηκε από σόλο επισκέψεις σε pub, αλλά και το κακόγουστο και μάλλον χυδαίο, αλλά δημοφιλές ανάμεσα στην ντόπια νεολαίο night club. Ξεχώριζε αταίριαστα στην άκρη ενός parking lot, στις παρυφές του παλιού κέντρου του Rochester με κάποιαν αξιόλογη ιστορική και πολιτιστική του κληρονομιά: τον καθεδρικό ναό, το σπίτι και τα άλλα ίχνη, που άφησε στη μικρή πόλη η πορεία του Charles Dickens σε αυτήν.
Σε εκείνο το night club, μετά από αρκετά ποτήρια μπύρας και τον πρίμο άνεμο στα πανιά που μου
δίνει, και μιαν επιτακτική ανάγκη γυναικείας συντροφιάς, έπαιρνα το θάρρος,
παρά την μοναξιά μου και το σχετικά προχωρημένο της ηλικίας, να προσεγγίσω
κοπέλες χορεύοντας στην πίστα, ακόμα και να αγγίξω το κορμί μου στο δικό τους.
Δεν απέφευγαν τη σωματική μου παρουσία, αλλά η παντελής έλλειψη κοινωνικού χαρίσματος
και λέγειν που με διέκρινε, το βλοσυρό ύφος -αν και σε σχετικά καλοφτιαγμένο
πρόσωπο, που στα μάτια των κοριτσιών τέτοιων στεκιών ζωγράφιζαν έναν παράξενο
και παρείσακτο άνθρωπο, γίνονταν αξεπέραστα εμπόδια για την επιτυχία κάθε
απόπειρας γνωριμίας. Από την άλλη μεριά, η χαριτωμένη Karen της δουλειάς, παράμενε
απρόσιτη και δεν πρόσφερε ερείσματα και ευκαιρίες για κουβέντες πέρα από τα
εργασιακά -ούτε καν αυτά· με χωρίς νόημα περιστασιακά χαμόγελα αμηχανίας προς
τη μεριά μου, μετά από ώρες και μέρες παρουσίας στους ίδιους χώρους χωρίς λόγια.
Σκεφτόμουν ότι, ίσως λόγω ανατροφής στην μεσαία επαρχιακή Αγγλία, απέφευγε θερμότερες
σχέσεις με ξένους και αλλοδαπούς μετανάστες. Από την μεριά μου τέτοιες σκέψεις
(ή προκαταλήψεις), παρά τα τρία χρόνια στην Αγγλία, η συνείδηση έβρισκε δύσκολο
να παραμερίσει.
Κατέφυγα εκ των πραγμάτων σε μια παλιά τεχνική,
στις αγγελίες γνωριμιών στις εφημερίδες. Η φωτογραφία από τους τελευταίους
μήνες στο στρατό, όταν, γερμένος στα κάγκελα του διαμερίσματος της Κάτω
Τούμπας, αρρενωπός με σκούρο μαλλί, διαπεραστικό και μάλλον γοητευτικό βλέμμα, ελαφρά
λοξό, ώστε να προβάλλεται το ελκυστικότερο δεξιού προφίλ, με σκούρο κοντό
μαλλί, κοιτούσα τον φακό σοβαρός. Αν και τέσσερα χρόνια νεότερος τότε, πίστευα,
ίσως αφελώς, ότι λίγα άλλαξαν στην εμφάνιση, και αυτά ίσως προς το ωριμότερο
και, για νέες κοπέλες, μάλλον καλύτερο. Τέλος πάντων, αποτέλεσε ισχυρό σημείο
προσοχής και έλξης στο παρελθόν, και καλό «δόλωμα» για χαριτωμένες, μοναχικές
σαν και μένα υπάρξεις. Γιατί όχι και στα τριάντα και κάτι; Όμως, αυτές οι
υπάρξεις ήταν μετρημένες στις αράδες, των αγγελιών όπου το αρσενικό φύλο
κυριαρχούσε συντριπτικά. Ανάμεσα στις λίγες ελπιδοφόρες και ενθαρρυντικές
αγγελίες γυναικών, ανακάλυψα μια Ρωσίδα αρκετά νεότερη μου, την Victoria. Υπέθεσα
ότι, όπως και μένα, την έφερε την Αγγλία η αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής. Η Victoria,
μάλλον χάριν της φωτογραφίας που εσώκλεισα, απάντησε στην πρόσκληση να
συναντηθούμε.
Θυμήθηκα το πρώτο ραντεβού μέσα από αγγελίες, λίγο
μετά την άφιξη μου στο Birmingham. Ήταν με μια κοπέλα από την υπό κατάρρευση Σοβιετική Ένωση, όπως και η
Victoria. Τότε, μετά από σύντομη, αμήχανη κουβέντα στο τηλέφωνο -καθώς τα
Αγγλικά της ήταν φτωχά και με έντονη προφορά, πήρα ένα βράδι στο τέλος του
Φθινοπώρου του 1992, το παλιό μου SEAT
να την συναντήσω στο Nuneaton. Μετά από δυο μπύρες σε ένα pub, από πάλαι ποτέ καθιερωμένες για
να υπερνικώ δισταγμούς και να καλμάρω τα νεύρα, τηλεφώνησα από έναν εγγλέζικο
κόκκινο τηλεφωνικό θάλαμο στη γωνιά του δρόμου, όπου βρισκόταν το σπίτι όπου
έμενε το τυφλό μου ραντεβού, για να της ζητήσω να βρεθούμε στο ήσυχο pub της γειτονιάς της που
είχα βολιδοσκοπήσει. Θα εξυπηρετούσε και τους δύο. Η ευγενική ανδρική φωνή, με
καλλιεργημένη εγγλέζικη προφορά από την άλλη άκρη της γραμμής, μου είπε ότι το
καλύτερο θα ήταν να περνούσα από το σπίτι για μια πρώτη γνωριμία. Ήταν λίγα
βήματα προς το τέλος του δρόμου όπου βρισκόμουν και έπινα μπύρες. Είπα “ΟΚ, I will see you soon”. Υπέθεσα
ότι θα με περίμεναν, αλλά τελικά δίστασα, κυριεύτηκα από αναστολές. Εγκατέλειψα
το εγχείρημα και γύρισα άπρακτος και με ενοχές στο σπίτι, να καταριέμαι τον
δειλό εαυτό μου.
Η Victoria
ήταν πιο πρόθυμη να με γνωρίσει εκτός του οποιουδήποτε κύκλου της.
Έτσι μαρτυρούσε, η φρέσκια, γλυκιά φωνή με την ελαφριά σλαβική προφορά. Έπαιξε
ρόλο η ωραία φωτογραφία, φαντάστηκα. Θα με περίμενε να την πάρω από ένα σημείο
του κεντρικού δρόμου του Peckham, όπου θα στεκόταν κρατώντας μια άσπρη σακούλα από το Debenhams για να την αναγνωρίσω.
Στο δρόμο, ενόψει της συνάντησης μας, πέρασα από ένα ύποπτο bar του Peckham με μπιλιάρδα για δυο γρήγορες μπύρες. Η Victoria με περίμενε με την σακούλα της σε μια
γωνιά του δρόμου -όπως είχαμε συμφωνήσαμε. Ήταν μικρόσωμη, λεπτή, καλλίγραμμη,
με ίσια μακριά, καστανά μαλλιά, όμορφο πρόσωπο: με δυο λέξεις, μια Ρωσική
καλλονή! Η καρδιά μου αναπήδησε από ενθουσιασμό: θα ήταν ονειρεμένη στροφή της
τύχης, αν εκείνο το ραντεβού καρποφορούσε. Από την άλλη μεριά, συμπλέγματα
μειονεξίας άρχισαν να έρχονται στην επιφάνεια της συνείδησης. To παλιό Vauxhall Astra που οδηγούσα απίθανο να την προδιέθετε
ευνοϊκά. Της πρότεινα να πάμε για ένα ποτό σε ένα pub του Bexleyheath, που είχα
βολιδοσκοπήσει στον ερχομό. Ήταν σχετικά μακριά. Δέχτηκε, αλλά μετά από λίγα
λεπτά με ρώτησε: ‘Where are we going? Is this place far away?’ Διαπίστωσα κάποια ανησυχία και μια αποστασιοποίηση. Στο pub η κουβέντα κύλισε
ομαλά, καθώς διέτρεχα το νοητό μενού
μερικών στάνταρντ για τέτοιες περιπτώσεις ερωταπαντήσεων, συνοδευόμενα από μια γκάμα
μικρών κατάλληλων ψεμάτων ή υπερβολών, που πίστευα ότι αναβάθμιζαν την
προσωπικότητά στα μάτια της και γυναικών γενικότερα. Οι ελπίδες μου, που η
ομορφιά και τα νιάτα της είχαν καταπιέσει, αν όχι ακόμα εξαντληθεί, μειώθηκαν σημαντικά
όταν με ρώτησε: ‘How old is the photo you sent me?’ Προφανώς η διψήφια διαφορά ηλικίας μας την απασχολούσε. Πόσο μπορεί να
αλλάξει ο άνθρωπος σε τέσσερα χρόνια! Αρνήθηκε το δεύτερο ποτό που της πρόσφερα
(μετά το τρίτο το δικό μου) και διαισθάνθηκα μια ανησυχία. Την οδήγησα πίσω στο
Peckham, έξω
από το γκρίζο και θλιβερό council
estate όπου έμενε. Εκεί
οι ελπίδες μου κάπως αναζωπυρώθηκαν. Θα γινόμουν άραγε ο πρίγκηπας που θα την
έβγαζε από εκείνη την ημι-άθλια κατάσταση όπου πολλοί μετανάστες από την
Ανατολική Ευρώπη, μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, αντιμετώπιζαν στις καινούργιες
τους πατρίδες; Συμφώνησε να τηλεφωνηθούμε ξανά, ομολογουμένως χωρίς ενθουσιασμό.
Όσο λίγες ελπίδες είχαν απομείνει μετά το
πρώτο ραντεβού, τόσο η έλξη προς την όμορφη Ρωσίδα δυνάμωνε. Άφησα να περάσουν
λίγες μέρες (πάγια τακτική σε τέτοιες περιπτώσεις που φανερώνει ενδόμυχη
απελπισία για συντροφιά και λειτουργεί ανασταλτικά και εν τέλει μοιραία), πήρα
τηλέφωνο. Χωρίς απάντηση. Ακολούθησαν κι άλλες αναπάντητες κλήσεις. Ήξερα ότι
το υπήρχε τρόπος να αναγνωρίσει το νούμερο της κλήσης. Κατανόησα τις οριστικές διαθέσεις
της κοπέλας, όπως διαπίστωσα και την απογοητευτική κατάσταση στην οποία και
πάλι θα βρισκόμουν. Και μόνον η διαφορά ηλικίας να έμπαινε στο ζύγι, η απόπειρα
με τη Victoria φαινόταν εξαρχής καταδικασμένη· αλλά αφέλεια και απελπισία, που
συντηρούν αποκαΐδια από φρούδες ελπίδες, με παρακίνησαν να επιμείνω, που θα
ήταν μια θλιβερή υποσημείωση στον επίλογο μιας φευγαλέας γνωριμίας. Στο τέλος ενός
φαινομενικά ασήμαντου επεισοδίου τυλίχτηκα ξανά από μιαν αποθαρρυντική πραγματικότητα.
Η ζωή εισήλθε σε μια γνώριμη από το παρελθόν φάση μιζέριας.
Μετά τα βράδια των αναπάντητων κλίσεων στην Victoria,
επιστρέφοντας από τη δουλειά, κουρασμένος, απογοητευμένος από ένα θολό δίχως
προοπτική μπροστά και ενόψει ενός ακόμα αδιάφορου και άχρωμου και μοναχικού βραδινού,
στο δρόμο για το διαμέρισμα του Chatham, αγόρασα από το supermarket, ανάμεσα στα απαραίτητα του καλαθιού επιβίωσης του εργένη αγόρασε και
ένα μπουκάλι βότκα. Ήταν βότκα που λάνσαρε Virgin σε τιμή ευκαιρίας και διαφημιζόταν από θέση
περίοπτη στο supermarket για τις διάφορες αποστάξεις, επτά στον αριθμό.
Ποτέ δεν είχα αγοράσει μποτίλιες βότκας ή παρόμοιων ποτών, και σπάνια έπινα στο
διαμέρισμα βράδια εργάσιμων καθημερινών. Δεν ήξερα καν τι σήμαινε βότκα επτά αποστάξεων.
Αλλά την αγόρασα και άρχισα να κατεβάζω στη μίζερη γκαρσονιέρα τη ένα ποτήρι
βότκα-πορτοκάλι μετά το άλλη. Πάντα έτσι γινόταν με μένα σε τέτοιες
καταστάσεις: το ένα ποτό έφερνε το άλλο.
Στα πρώτα στάδια πριν την προχωρημένη μέθη ανατροφοδοτείται μια αίσθηση
ευδαιμονίας, αλλά χάνεται και η αίσθηση του ευπρεπούς και εφικτού. Στα μισά του
μπουκαλιού σήκωσα το τηλέφωνο και κάλεσα ξανά τη Victoria. Απάντησε μια αντρική φωνή και κατέβασα το
ακουστικό. Ξαναπήρα μετά από λίγο. Ήμουν πλέον μεθυσμένος. Το ξανάκλεισα στο άγριο
‘Hello!’ από την ίδια αντρική φωνή. Μετά από λίγο χτύπησε το τηλέφωνό. Η ίδια
φωνή, καθαρά εκνευρισμένη και σε άγριο τόνο, με απείλησε με βρισιές ότι θα με
βρει και καταγγείλει, αν εξακολουθώ να ενοχλώ με άσκοπες κλήσεις.
Βρέθηκα τυλιγμένος από την απελπιστική μοναξιά
του δωματίου, ξαπλωμένος στη μοκέτα με το μισοάδειο μπουκάλι της βότκας δίπλα
μου, να κοιτάζω το ταβάνι που στριφογύριζε. Το ήπια μέχρι την τελευταία σταγόνα,
το μπουκάλι βότκας επτά αποστάξεων, μέχρι που το αλκοόλ με χτύπησε ακαριαία, με
έσπρωξε σε βάθη πολύ χαμηλότερα από αυτά μιας μέθης ρουτίνας (και είχα την
εμπειρία αρκετών τέτοιας λογής): σε μια πρωτόγνωρη και οξεία κατάσταση
ημι-λιποθυμίας και ημι-παράλυσης. Σύρθηκα στο πάτωμα μέχρι τη λεκάνη της
τουαλέτας, όπου έσκυψα για να αδειάσω το στομάχι μου. Και εκεί δίπλα στο μπολ,
με βρήκε το επόμενο πρωινό, πρωινό δουλειάς. Με βρήκε ράκος, σωματικό και
ψυχολογικό, με τη βασίλισσα όλων των μέχρι τότε hangovers να βασιλεύει στο μυαλό και το στομάχι. Μπαινόβγαινα
στο γραφείο, ζαλισμένος, αηδιασμένος, αναγουλιασμένος, μετρώντας τα λεπτά της
ώρας να πάω σπίτι. Άντεξα. Όταν γύρισα σωριάστηκα στο ντιβάνι και ξύπνησα το
πρωί του Σαββάτου. Ερχόταν το φθινόπωρο του 1995. Έπρεπε να φτιάξω την ζωή. Πήρα
τηλέφωνο, για πρώτη φορά μετά τις διακοπές του Ιούνη, την J.
No comments:
Post a Comment
Note: Only a member of this blog may post a comment.