H ζωή στο εργοστάσιο συνεχίστηκε σχετικά απρόσκοπτη μετά το επεισόδιο με τις απολύσεις, εκείνη τη διδακτική για μένα τουλάχιστον εμπειρία. Στεναχωρήθηκα για αυτούς που έφυγαν, αλλά το συναίσθημα, υπό την πίεση των καθημερινών ασχολιών και καθηκόντων στη δουλειά, εξασθένισε γρήγορα, μέχρι που βυθίστηκε στην καθημερινότητα. Σκέφτηκα: αυτά έχει ο καπιταλισμός και η ζωή και ο αγώνας για επιβίωση σε αυτόν, για την υλιστική και ατομική τουλάχιστον βελτίωση μέσα από το σύστημα συνεχιζόταν. Έπρεπε. Και η ζωή, το μεγαλύτερο κομμάτι του καιρού σε κείνο το στάδιο της, θα συνεχιζόταν στους επόμενους μήνες σε ίδιους και εντατικότερους ρυθμούς, χωρίς πολλά σκαμπανεβάσματα. Η «κακή χρονιά» ξεχάστηκε, η εταιρία πέρασε σε μια φάση χλωμής ανάκαμψης, τα τεχνικά προγράμματα και οι πωλήσεις πήραν μιαν ανιούσα σε ένταση και αριθμό. Όπως ξεχάστηκαν, η μια μετά την άλλη, και οι «εργάσιμες» μέρες και βδομάδες στη μονοτονία και ομοιομορφία τους.
Στην προσωπική ζωή έλειπαν οι εκλάμψεις – οι
«στιγμές», που λένε οι υπαρξιστές. Τα βράδια στο μίζερο διαμέρισμα του Chatham μέχρι την ώρα του
ύπνου έσβηναν μοναχικά, ίσως καταθλιπτικά, μπροστά στην μικρή τηλεόραση, σε
άσκοπες περιπλανήσεις μπροστά από σειρές
με ομοιόμορφα γερασμένα σπίτια με απεριποίητες αυλές πάνω από τον μελαγχολικό
δρόμο, τον Luton Road, που τον γέμιζε η τσίκνα από το Turkish Delight Kebab House ή τα καμένα λάδια από ένα Fish & Chips μαγαζί λίγο πιο πέρα.
H J ήταν ακόμα εκεί· στο Rednal του Birmingham και με πρόσμενε κάθε Σαββατοκύριακο. Για να διαγράψει
ένα μεγάλο κομμάτι του παρελθόντος με τον πρώην σύζυγο από την ζωή της, μετακόμισε
λίγο παραπέρα από την παλιά της γειτονιά. Τα Σαββατοκύριακα τα προσδοκούσαμε
και οι δύο, είναι αλήθεια, με κάποια μικρή και ανεκδήλωτη λαχτάρα. Έπαιρνα το
μακρύ δρόμο από Rochester για το Birmingham τις Παρασκευές αμέσως μετά τη δουλειά, και πριν χτυπήσω την πόρτα της J, ταλαιπωρημένος
στο Rubery αργά
το βράδυ, σταματούσα, πεινασμένος και διψασμένος, πρώτα στο Fish & Chips μαγαζί και κατόπιν
στο off-license της γειτονιάς για
δυο τετράδες κουτιών μπύρας.
Τα κορίτσια κοιμόταν εκείνη την βραδινή ώρα
που έφτανα στο σπίτι της. Έτρωγα τα fish & chips λαίμαργα από την λαδόκολλα, καταπίναμε τις μπύρες τη μια μετά την άλλη,
με trendy τραγούδια της J στο στέρεο, πέφταμε στο κρεβάτι μεθυσμένοι από
τις μπύρες, κάναμε σχεδόν ενστικτωδώς τον έρωτα τα νιάτα μας στερήθηκαν για μια
βδομάδα, τον επαναλαμβάναμε αργά το επόμενο πρωινό μόλις ανοίγαμε τα μάτια στην
κλειδωμένη κρεβατοκάμαρα και νιώθαμε την παρουσία του άλλου δίπλα. Το υπόλοιπο
του Σάββατου, της μόνης πλήρους ελεύθερης μέρας, χωρίς δουλειά και
μετακινήσεις, άραζα εξαντλημένος, μετά από μιαν απογευματινή επίσκεψη στο pub. Ήταν μια, κατά κάποιο τρόπο, κτηνώδης κατάσταση διαβίωσης,
όσο την αναλογίζομαι μετά από χρόνια: ικανοποιούσε κυρίως την αυτοσυντήρηση και
βιολογικά ένστικτα. Το «Αχ! Να ’ταν η ζωή μας Σαββατόβραδο!» που τραγουδούσα νεότερος,
ταίριαζε περισσότερα στα σαββατοκύριακα εκείνη της περιόδου. Και ερχόταν η
Κυριακή το απόγευμα που, με την ανόρεχτη και άτονη και βαριά διάθεση εργατών
και μισθωτών, έπαιρνα τον ψυχολογικά ατέλειωτο δρόμο της επιστροφής για το
θλιβερό διαμέρισμα του Chatham.
Πέρασαν αρκετοί μήνες προτού η J ξεπεράσει τις
φοβίες του άβγαλτου από τον μικρόκοσμο της συνοικίας της κοριτσιού, και αρχίσει
να με επισκέπτεται στο Rochester. Την παραλάμβανα, με το Astra Vauxhall μου από τo σταθμό λεωφορείων της Victoria. Στο χαμόγελο
ευτυχίας πίσω από τα μεγάλα φουμέ τζάμια του λεωφορείου που την έφερνε, στο
χέρι της που με απαλές κινήσεις μου έγνεφε, έβλεπα πόθο και μιαν αγάπη, αισθήματα
βαθύτερα από τις σαρκικές απολαύσεις που μας κλείδωναν στο σπίτι και την
κρεβατοκάμαρα τα Σαββατοκύριακα. Αλλά και πάλι, στην γκαρσονιέρα του Chatham, στο
μονό ντιβάνι που μετά βίας μας χωρούσε, ή στη μοκέτα και το μικρό καναπέ από
μπαμπού, αν υπήρχαν βαθύτερα συναισθήματα ξεχνιόταν, τα ήθη εκλύονταν, οι
εαυτοί μας εκτονώνονταν από τη βδομάδα καταπίεσης και ρουτίνας στην
απελευθερωτική ιδιαιτερότητα που πρόσφερε το δωμάτιο: από την καταλυτική
επίδραση αλκοόλ και μερικές φορές της κάνναβης που έφερνε από το Birmingham η J; στους ήχους
του Blue Velvet ή κάποιου
φιλμ-νουάρ στην τηλεόραση, της ψυχεδέλειας και heavy metal ακουσμάτων CD του εγγλέζικου ροκ που πρωτάκουσα στο Birmingham και άρχισα να συλλέγω. Και κάναμε έρωτα
με κάθε τρόπο, σε στάσεις, παραδοσιακές, ορθόδοξες ή και ανορθόδοξες, που ακόμα
και η J, η
διψασμένη για σεξ -οποιασδήποτε εκδοχής σεξ, καμιά φορά χαρακτήριζε ως
«ανώμαλες» και «εξευτελιστικές». Οι αναστεναγμοί της ξεπερνούσαν την μελωδική ομορφιά
αυτών της Beatrice Dalle στο Betty Blue. Έρωτας! Νύχτες της Παρασκευής, πρωινά και
απογέματα και μεθυσμένα βράδια του Σαββάτου, Πρωϊνά της Κυριακής· η σεξουαλικότητά
της προχωρημένης νιότης μου, απογειωνόταν και κορυφωνόταν.
Ήταν το πρωί ενός Σαββάτου, η J καθισμένη πάνω στο γυμνό
ανάσκελο σώμα μου, ολόγυμνη και η ίδια, απολάμβανε μιαν φλόγα μέσα της με αργές
ρυθμικές κινήσεις και ολοένα αυξανόμενους σε ένταση αναστεναγμούς, καθώς
πλησίαζε της λυτρωτική της ολοκλήρωση, όταν αναπάντεχα άνοιξε η πόρτα της
κρεβατοκάμαρας. Κάποιος είχε μπει στο διαμέρισμα αθόρυβα και απαρατήρητος και άνοιξε
μια χαραμάδα στην πόρτας του μοναδικού δωματίου, πιθανόν προσελκυσμένος από
τους αναστεναγμούς, ίσως και από τη μυρωδιά της κάνναβης που είχε κατακλύσει το
διαμέρισμα από την προηγούμενη νύχτα. Δεν είδα το πρόσωπό του, καθώς η πόρτα ήταν
πίσω μου και τα μάτια στραμμένα στα ιδρωμένα παλλόμενα στήθη της J, στο πάθος
του προσώπου της. H J όμως τον είδε. Είδε το μεγάλο, ξυρισμένο κεφάλι, και ένα αθώο ανέκφραστο
πρόσωπο, που αφού έριξε μια γρήγορη αμήχανη ματιά προς το γυμνό κορμί της,
έκλεισε την χαραμάδα της πόρτας και αποσύρθηκε πίσω της. Η J σταμάτησε απότομα και
άδοξα αυτό που τόσο απολάμβανε, και τραβήχτηκε από μένα προς τον καναπέ, και τυλίχτηκε
στο μπουρνούζι. Η πόρτα είχε κλείσει και ο ξένος επισκέπτης αποσύρθηκε στο
μπάνιο δίπλα όπου τον άκουσα να μαστορεύει. Τότε Θυμήθηκα! Ήταν ο υδραυλικός,
που είχα ζητήσει από τον νοικοκύρη να στείλει και να επισκευάσει μια διαρροή
στο μπάνιο, μια αβαρία που μου είχε στοιχίσει ακριβά στον τελευταίο λογαριασμό ύδρευσης.
Ψιθυριστά κουβεντιάσαμε ότι κάποιος από τους
δυο μας όφειλε να τον αντιμετωπίσει πρόσωπο-με-πρόσωπο, ίσως να του πρόσφερε κάτι…
έναν καφέ ή ένα τσάι. Και αυτός ο ένας θα ήταν η J με περισσότερο θάρρος και με δεδομένη την δική
μου ατολμία και συστολές. Τυλιγμένη στο μπουρνούζι, αναμαλλιασμένη και
αναψοκοκκινισμένη, πήγε στο μπάνιο όπου ο απρόσμενος υδραυλικός είχε ήδη να
μαστορεύει σα να μην είχε συμβεί τίποτε, ώστε να του προσφέρει ένα αφέψημα. Ευγενικά
αρνήθηκε το τσάι. “Sorry about that…We’re not expecting
anyone,” του είπε με
το αφοπλιστικό κοριτσίστικο γελάκι ενοχής που συνήθιζε. “No worries, luv,
it’s perfectly
natural,” της απάντησε
ο υδραυλικός σε σοβαρό τόνο και με το πατροπαράδοτο εγγλέζικο φλέγμα. To απροσδόκητο συναπάντημα
όπου ένας ξένος έγινε μάρτυρας των ερωτικών μας περιπτύξεων J θα το διηγείται σαν
αστείο σε αδερφές και φίλες για πολύ καιρό μετά. Εμένα μου έμεινε το “perfectly natural, luv!” του υδραυλικού, καθησυχαστικό για την ντροπή
μου, και η εντύπωση που άφησε απερίσπαστος να συνεχίσει τη δουλειά που του
είχε ανατεθεί. Έχει αρκετά καλά η εγγλέζικη κουλτούρα.
Στην υπαρξιστική φάση της ζωής μου δεν είχα περάσει
ακόμα. Δεν είχα διαβάσει Sartre ή Heidegger. Τις αντιλήψεις για το παράλογο και την ελευθερία του Camus της είχα βάλει στο
ράφι, ενώ περισσότερο με συνέπαιρνε ιδεολογικά η λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας
και η κοινωνιολογία του, όπως την είχε σκιαγράψει ο Μαρξ. Πολλές κρίσεις,
μικρές ή μεγάλες, του καπιταλισμού τις έβλεπα στα οικονομικά μεγέθη και να αντανακλώνται
στην καθημερινότητα του εργοστασίου – σε περικοπές και απολύσεις, στην ανησυχία
για την συμπίεση εσόδων και κερδών. Για τις άλλες φιλοσοφίες, δεν φανταζόμουν καν
αν ήταν εφαρμόσιμες στη ζωή ενός μηχανικού στα τριάντα και κάτι του χρόνια, που
δούλευε καθημερινά σε ένα εργοστάσιο για κάποιο ανώνυμο κεφάλαιο. Η γνώση της
κοινωνίας και του πρωταρχικού υλιστικού κόσμου γύρω μου αρκούσε· δεν υπήρχε
λόγος να σκύψω στα βάθη του «είναι» –δεν
χρειαζόταν για την ώρα, με το θάνατο μακριά στον ορίζοντα, το χρόνο ακόμα άπλετο
μπροστά, την ύπαρξη να κυλάει χωρίς «αντανακλάσεις», χωρίς «κλήσεις και
επικλήσεις στη συνείδηση». Αγνόησα το «είναι» μου. Έκανα, επαναλάμβανα, καμιά
φορά ασυνείδητα αυτό που έβλεπα να κάνουν άνθρωποι γύρω μου.
Η ρουτίνα και η επανάληψη είναι οι λέξεις που
θα περιέγραφαν την ύπαρξη εκείνη την περίοδο και για πολύ καιρό ακόμα. Η
αίσθηση του πραγματικού χρόνου χάνεται, ο άνθρωπος αποδέχεται και υποτάσσεται
στην κοσμική αντίληψη του χρόνου, στη «χυδαία χρονικότητα», που μετριέται από ρολόγια
και ημερολόγια, με προθεσμίες ή επετείους ως στίγματα, με εργάσιμες μέρες και
βδομάδες, με αργίες ξεκούρασης, και τα γνωστά. Κίνηση τυφλή του «είναι» μέσα
στον κόσμο. «Θύμα του κόσμου μου» κι εγώ, με πήρε ένα ρεύμα, ζούσα την επανάληψη
καταστάσεων και στιγμών. Μέρες ξεχασμένες, πολλές μέρες πεταμένες χωρίς να
πετάξουν πάνω από ένα τέλμα παρά μερικές σποραδικές στιγμές, αραιά και που,
ανάμεσα σε μέρες ρουτίνας και καθημερινές συνήθειες. Κι όμως «υπήρχα»· ζούσα
μια ζωή, χωρίς συνείδηση της ύπαρξης και του χρόνου που κυλούσε ακατάπαυστα στο
φόντο της.
No comments:
Post a Comment