Για τη μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων οι μέρες της δουλειάς κυλούνε στην μονοτονία της καθημερινότητας· η μια διαδεχόταν την άλλη, σε δέσμες εβδομάδων και μηνών, με λίγες αποχρώσεις και συγκινήσεις, λιγοστές ανάμεσα τους αξιοσημείωτες, και ελάχιστες αντάξιες κάποιας αναδρομής στην περίληψη της ζωής.
Η περίοδος των πρώτων μηνών ομαλότητας, σχετικής
γαλήνης και ισορροπίας, με τη μικρής ατομική
«ικανοποίηση» από την επίγνωση ότι δημιουργούσα κάτι τις αξίας μέσω της
εργασίας ακόμη να φωτίζει τις μέρες μου στο εργοστάσιο, εκείνη η περίοδος, ενός
μικρού και σύντομου εργασιακού ειδυλλίου θα έλεγε κανείς, διακόπηκε την άνοιξη
του 1995 πριν από την δημοσίευση των αποτελεσμάτων του προηγούμενου οικονομικού
έτους. Φήμες κυκλοφορούσαν ανάμεσά μας ότι τα πράγματα (από άποψη κερδοφορίας
πάντα) δεν πήγαιναν καλά: είμαστε ζημιογόνοι για την αγορά και του ιδιοκτήτες! Το
βλέπαμε στα συνοφρυωμένα πρόσωπα του Steve F και του Brian, στα ανεβοκατεβάσματα του Steve
από το γραφείο του Γενικού στον πάνω όροφο, στην αχαρακτήριστη
ολιγολογία του, στο αραίωμα των επισκέψεων του Γενικού Διευθυντή από τα μέρη
μας στο ισόγειο, στο στέρεμα της δουλειάς που μας ανατίθετο, την ησυχία από τις
φωνές και τα γέλια των εργατών στο shop-floor, από όπου μόνον η μουσική από το ράδιο αντηχούσε ακατάπαυστη.
Ένα πρωϊνό, ο Γενικός Διευθυντής μάζεψε τον
κόσμο της εταιρίας στην καντίνα, όπως έκανε κάθε φορά στο τέλος του οικονομικού
έτους, για να εξηγήσει απέναντι στη σκυθρωπή σιωπή του πληρώματος, πάντα με τον
γλαφυρό και ψύχραιμο τόνο που τον διέκρινε, ότι η επιχείρηση αιμορραγούσε ρευστότητα,
έχανε λεφτά· ότι δεν υπήρχε άλλη επιλογή από περικοπές εξόδων για να
ισορροπήσουν τα βιβλία, με μια λέξη, απολύσεις. Δυστυχώς, άλλος τρόπος δεν
υπήρχε για να ανατραπεί η καθοδική πορεία κα επιβιώσει η επιχείρησή μας. Ένιωσα
την αμηχανία του πρωτάρη απέναντι σε τέτοιες καταστάσεις, κρίσεις, αλλά περιέργως
δεν ένιωσα την αγωνία μη χάσω τη δουλειά μου, που ίσως κυρίευε άλλους. Θυμήθηκα
μιαν προηγούμενη παρόμοια εμπειρία, της απόλυση ενός φουκαρά φωτογράφου και της
πρόωρης συνταξιοδότησης μιας χούφτας άλλων στο τμήμα του πανεπιστήμιου που
δούλευα, αλλά εκείνο το γεγονός πέρασε ξώφαλτσα και ανεπαίσθητα. Εδώ τα πράγματα
δεν φαίνονταν «παίξε-γέλασε»: θα επηρέαζαν σημαντικά τις ζωές πολλών και των
οικογενειών τους.
Το πρωϊνό μετά την ανακοίνωση πέρασε με
ελάχιστη όρεξη για δουλειά. Η ησυχία τάφου στο γραφείου έκρυβε ανησυχίες. Νωρίς
το απόγευμα, ο Steve F κάλεσε εμπιστευτικά
εμένα και την Karen στο γραφείο του. Είχα προετοιμαστεί ψυχικά για το χειρότερο σενάριο,
ως συνηθίζω σε τέτοιες περιστάσεις, αλλά ο ρυθμός των χτύπων της καρδιάς
αυξήθηκε με την πρόσκληση του Steve F για μια εμπιστευτική κουβέντα. Στο meeting των τριών μας στο γραφείο του που ακολούθησε την δραματική ανακοίνωση του
Γενικού μας Διευθυντή στην καντίνα και έσπειρε την ανησυχία σε πολλές ψυχές,
ο Steve F αφού έκλεισε την πόρτα,
στον ψιθυριστό εμπιστευτικό τόνο που επιστράτευε σε τέτοιες περιπτώσεις, με
λίγα λόγια μας είπε ότι δεν πρέπει να ανησυχούμε για τις δουλειές μας. Θεώρησε φυσικό,
η Karen και
εγώ, να ανησυχούμε, ίσως και να αγωνιούμε, για το μέλλον των δουλειών μας στο
εργοστάσιο, καθώς το διάστημα απασχόλησης μας από την εταιρία. Από αξιοπρέπεια
και υπερηφάνεια τον άκουσα ανέκφραστα και
δεν ομολόγησα καμιά ανησυχία. Είχε μόνο μια
μικρή δόση αλήθειας: ήταν σαν την φευγαλέα, και εν πολλοίς αβάσιμη, ανησυχία, που
ένιωσα από έντονες αναταράξεις σε μια πτήση. H
ομάδα, μας εκμυστηρεύτηκε, θα έχανε δύο μέλη. «Δυστυχώς… αλλά
δεν υπήρχε τρόπος να τους κρατήσω, όσο κι αν προσπάθησα», είπε με ύφος απογοήτευσης
για τις εξελίξεις, και έκδηλης συμπάθειας για τα δύο θύματα της ομάδας από αυτόν
τον γύρο απολύσεων. Ο ένας, όπως αναμενόταν, θα ήταν Peter, ο ράθυμος, περιθωριακός, και χωρίς όρεξη για δουλειά. Για τον Peter η απόλυση ίσως να ήταν και ευλογία. Ο δεύτερος ήταν ο γεροδεμένος Ασιάτης της ομάδας, ο Ashok, ο αμαρτωλός επιβήτορα
της receptionist, από τους παλιότερους στην ομάδα. Ο Peter είχε εξαφανιστεί απαρατήρητος
και χωρίς να πει τίποτε σε κανέναν από την προηγούμενο απόγεμα, ο Ashok, που μόλις προ δυο
ημερών είχε επιστρέψει από μια αποστολή «εγκατάστασης» διατάξεων σε έναν πελάτη
του εξωτερικό, το ίδιο βράδυ πριν φύγει για τελευταία φορά από το γραφείο μου
είπε με δόσεις πίκρας και θυμού: ‘I was expecting them to fire the last-in… Last-in, first out…
Ι thought that’s how it normally works.’ Εμένα και την Karen εννοούσε.
Την κύρια μάζα των απολυμένων αποτέλεσαν
εργάτες: ανώνυμοι δουλευτές του shop-floor, από το οποίο μπορεί μεν να μας χώριζαν δέκα βήματα, αλλά από τους
εργαζόμενους σε αυτό μια μικρή αλλά ευδιάκριτη ταξική διαφορά. Τα νέα στους υπό
απόλυση εργάτες τα ανακοίνωσε, χωρίς δισταγμούς και συναισθηματισμούς, ο Brendan, o κοντόχοντρος, άξεστος
Ιρλανδός επιστάτης – επιτηρητής της δουλειάς και της εντατικής εκμετάλλευσης ανθρώπινων
ψυχών του shop-floor. Το είχε ξανακάνει: μια άχαρη δουλειά, μέρος του πακέτου των
καθηκόντων του. Όπως είχε ο Stalin για τον αρχι-εκτελεστή
Vassily Blokhin, το κόμμα (και βέβαια κάθε οργανισμός) χρειάζεται τέτοιους ανθρώπους για
την chernaya rabota, τις βρώμικες δουλειές.
Ήταν το
βάπτισμα και εμπειρία με μια σκοτεινή πλευρά της καπιταλιστικής παραγωγής, της
ταραγμένης ζωής της δουλειάς στο εργοστάσιο, συνήθως αποκρυμμένης από τον έξω
κόσμο, του υποταγμένου εργάτη πίσω από φράκτες και τέσσερις τοίχους του, σκυμμένου
στην δουλειά του κάτω από τον τεχνητό φωτισμό, και την μουσική από το ραδιόφωνο
να παίζει και προσπαθεί να σπάει τη μονοτονία του οκτάωρου της βάρδιας.
No comments:
Post a Comment