H εκτίμηση και η συμπάθεια που είχα κερδίσει από τον Steve, τον Brian, και όπως φαινόταν και
από τον Γενικό Διευθυντή, που στα λίγα συναπαντήματα μας σε διαδρόμους ήταν
πρόσχαρος και φιλικός και περιστασιακά κολακευτικός, μεταφράστηκαν σε
μισθολογική ανέλιξη. Στα λίγα ομόλογα που είχα αγοράσει με τις ελάχιστες
αποταμιεύσεις από τη δουλειά μου στο Birmingham, τις τιμές των οποίων παρακολουθούσα
σχεδόν καθημερινά, περισσότερο για να εμπεδώσω τα περί bonds, yields, P/E, AΕR, annuities, κτλ. από τα μαθήματα
Finance που
είχα παρακολουθήσει, προσέθετα σιγά-σιγά και άλλα ‘κεφάλαια’: οι αποταμιεύσεις και
δειλές επενδύσεις μου άρχισαν να παίρνουν την ανιούσα, αν και με χλωμές
αποδόσεις σε μια περίοδο στασιμότητας στην Αγγλία. Ωστόσο τις παρακολουθούσα στενά
και εκτιμούσα τακτικά. Γινόμουν παραδόπιστος ή φιλοχρήματος, εγκαταλείποντας απομακρυνόμενος
από τους αγνούς επιστημονικούς στόχους και φιλοδοξίες μιας νεότερης ηλικίας. Για
το φετίχ του χρήματος είχε γράψει ο Marx, η έκσταση του έγινε
τραγούδι από τον Ennio Morricone, ενώ οι αρχαίοι
μας έλεγαν ότι την «δόξα πολύ εμίσησαν, αλλά το χρήμα ουδείς». Άραγε, κι εγώ ως κοινός θνητός άρχισα να ψάχνω
και βρίσκω αναγνώριση και δικαίωση των γνώσεων και προσπαθειών στον
πλουτισμό; Ή απλά επρόκειτο για προσωρινή
αντίδραση στην εγγενή και χρόνια ανασφάλεια που κληρονόμησα; Ερωτήματα για την
ισορροπία ανάμεσα στη δουλειά, το χρήμα, την προσωπική και οικογενειακή
ευτυχία, την διεύρυνση της ελευθερίας και των ατομικών οριζόντων, που συν τοις
άλλοις έχουν υλιστικά θεμέλια, προς τη διαμόρφωσης της ύπαρξης στον κόσμο και
την ανακάλυψη του νοήματος στη ζωή, τέτοιας λογής ερωτήματα δεν έχουν εύκολη
απάντηση και οποιαδήποτε απάντηση έχει υποκειμενικό χαρακτήρα. Αλλά εκείνη την
περίοδο, τα πρώτα χρόνια της ένταξής μου στο παραγωγικό προτσές, λίγο με
απασχολούσαν. Ωστόσο, έβρισκα, όπως και άλλοι συνάδερφοι, μικρή χαρά και
ικανοποίηση στην πίστωση του λογαριασμού μου με το μηνιάτικο, τη μονεταριστική μονοτονική
αύξηση της περιουσίας, και δεν κόπαζα να θέτω ερωτήματα και να αναζητώ
εξηγήσεις σε υπαρξιακές απορίες. Είχα ακόμα δρόμο μέχρι την ακμή της
ωριμότητας.
Οι πρώτοι μήνες στη νέα μου δουλειά, ως από τα πλέον καταρτισμένα και μορφωμένα πρωτοπαλίκαρο του Steve F στο μικρό μας γραφείο, πέρασαν όντας αρκούμενος στην ικανοποίηση που πρόσφεραν δύο απλά πράγματα: από τη μια μεριά, η αίσθηση δημιουργίας κάποιας απειροστής αξίας μέσα από την εργασία και η αποκρυστάλλωση της σε ένα προϊόν που θα έβρισκε θέση στον ματεριαλιστικό μας κόσμο, θα γινόταν ένα πετραδάκι στο κοινωνικό κεφάλαιο και βελτίωνε τις ζωές μας-και από την άλλη μεριά βέβαια η χρηματική αμοιβή για την εργασιακή ισχύ, διανοητική και σωματική, που ανάλωνα έναντι. Δημιουργούσαμε, άνθρωποι-συνεργάτες κάτω από μια στέγη, αξία και υπεραξία, και κέρδη για τους ιδιοκτήτες. Έτσι με είχαν διδάξει τα μαρξιστικά διαβάσματα της πρότερης νιότης και έτσι το εμπέδωνα καθημερινά στο εργοστάσιο. Ας ήταν· αυτό απαιτούσε το κοινωνικό και οικονομικό σύστημα όπου ενταχθήκαμε και βιώναμε. Τι άλλο να κάνουμε, από το να ποντάρουμε με όσο γίνεται χαμηλότερο ρίσκο και να επωφελούμαστε στο μέγιστο δυνατό, ανάλογα με τις ικανότητες και την ιδιοσυγκρασία μας, από το σύστημα, όντας γεννημένοι και εγκλωβισμένοι σε αυτό, όταν οι προοπτικές μετασχηματισμού του στην διάρκεια της ζωής μας είναι μηδενικές; Καιρός για το κυνήγι ουτοπικών οραμάτων δεν υπάρχει.
No comments:
Post a Comment