Προς τέλος εκείνου του καλοκαιριού του 1994 μια θαμπή αχτίδα φωτός φάνηκε στο τέλος του μοναχικού μονοπατιού που παραπατούσα. Μετά από τέσσερις απορρίψεις από ισάριθμα «ακαδημαϊκά» κέντρα, τελικά μου προσφέρθηκε μια δουλειά! Από μια μικρή εταιρία με εργοστάσιο παραγωγής της στο Rochester του Kent. Η προσφορά με χαροποίησε, παρά το χαμηλό της προφίλ. Τη δέχτηκα πάραυτα, χωρίς δεύτερη σκέψη σαν μια σανίδα σωτηρίας, παρά το ότι σήμαινε την ακύρωση ή έστω αναβολή και περιθωριοποίηση φιλοδοξιών, επιστημονικών και επαγγελματικών, μέσα από διακρίσεις στον ακαδημαϊκό στίβο. H ανάγκη να επιπλεύσω σε ένα μη φιλικό και ξένο περιβάλλον έβαλε στην άκρη, για την ώρα, τέτοιες φιλοδοξίες. Ήθελα να μείνω Αγγλία, ήθελα την οικονομική μου ανεξαρτησία, έπρεπε να επιβίωνα χωρίς οικογενειακά στηρίγματα. Στην Ελλάδα το μέλλον θα ήταν εξίσου αβέβαιο και η ζωή καθόλου ρόδινη.
Οι αντιδράσεις από συναδέρφους στο πανεπιστήμιο,
όταν ανακοίνωσα την απόφασή να παραιτηθώ και να φύγω, διέφεραν. Ο Δρ. Κ
εκφράστηκε αδιάφορα: «Μας φεύγεις, βρε;», χωρίς να ρωτήσει για τη νέα μου
δουλειά. Ο Mike με συνεχάρη χαμογελαστός και φάνηκε ανακουφισμένος· από τη μια,
απαλειφόταν οι έγνοιες του να με συντηρήσει οικονομικά στο εργαστήριο από ένα
πρόγραμμα εξαντλημένων πόρων, χωρίς πολλές προοπτικές παράτασης για πάνω από
λίγους μήνες, από την άλλη, γιατί στάθηκα στα πόδια μετά την απόφαση του πανεπιστημίου,
που πιθανόν συνυπόγραψε, να με απορρίψει. O καθηγητής PH, ο κύριος συντελεστής από εκείνες τις αποφάσεις,
στο νέα της επικείμενης παραίτησης ήρθε λαχανιασμένος ένα πρωϊνό στο εργαστήρι να
μου αναλύσει μια καινοτόμο «επιστημονική ιδέα» του με πιθανότητες
χρηματοδότησης από εθνικές επιτροπές έρευνας, όπου είχε διασυνδέσεις. Του
απάντησα ότι θα την σκεφτώ, αλλά ήξερα (όπως, ίσως, και ο ίδιος) ότι ήταν αργά
για αλλαγή απόφασης. Ο Γιώργος ο Μπ., ευθύς και κατηγορηματικός, με έκανε να
νιώσω καλύτερα από άλλους: «Να πας! Να φύγεις! Και εγώ στη θέση σου θα
έφευγα, χωρίς δεύτερη σκέψη. Εδώ αυτό που θέλουν είναι να σε ξεζουμίσουν για
δυο-τρία χρόνια χωρίς να τους νοιάζει πολύ για το τι θα κάνεις μετά και τι θα απογίνεις.»
Ο ίδιος είχε πάρει ήδη τον δρόμο του γυρισμού, αλλά με τη ζωή πίσω στην πατρίδα
να τον περιμένει στρωμένη.
H J στενοχωρήθηκε. Το είδα
στον τρόπο που κάπνισε τα τσιγάρα της, στο άπλανο, θλιμμένο βλέμμα που κοιτούσε
έξω από το παράθυρο, όταν ανακοίνωσα την απόφαση να φύγω από το Birmingham. Δεν είπε πολλά·
ίσως, και να έκλαψε στα κρυφά. Της εξήγησα ότι οι επιλογές μου είχαν εξαντληθεί
(αλλά που να ήξερε από αυτές!) και η μόνη εναλλακτική διέξοδος, εκτός της
μετακίνησης από την πόλη που μας έφερε κοντά, θα ήταν μια άπαξ δια παντός επιστροφή
στην πατρίδα. Την παρηγόρησα με την υπόσχεση ότι θα παραμέναμε μαζί στη ζωή·
ότι θα ανέβαινα Σαββατοκύριακα στο Birmingham· ότι θα μπορούσε να ερχόταν και κείνη συχνά. Μακροπρόθεσμα ίσως να
μετακομίζαμε κάτω από την ίδια στέγη με τα παιδιά. Διακαής της πάντα επιθυμία
ήταν να έφευγε από το Rednal, να δραπέτευε από εκείνην την άχαρη συνοικία, έναν τόπο που είχε
παρακμάσει, και τις δυσάρεστες αναμνήσεις από την προηγούμενή της ζωή.
No comments:
Post a Comment