Thursday, March 5, 2026

30 - To Εργοστάσιο

Η δουλειά στο εργοστάσιο ήταν μια καινούργια πραγματικότητα, αλλά (τι άλλο μπορούσα να κάνω κάτω από τις περιστάσεις;) προσαρμόστηκα, μάλλον αξιοσημείωτα με το δεδομένο παρελθόν.  στους διαφορετικούς ρυθμούς και περιβάλλον και τη νοοτροπία των ανθρώπων του εργοστασίου: των απλών ανθρώπων της δουλειάς, προσγειωμένων, με τα πόδια στέρεα στο έδαφος, χωρίς τον στόμφο και αυταρέσκεια των ακαδημαϊκών· ανθρώπων που όμοιους δεν είχα συναντήσει στις προηγούμενες στροφές της ζωής. Φκιάναμε πράγματα. Σχεδιάζαμε και κατασκευάζαμε χειροπιαστά προϊόντα, με αξία και χρηματικό αντίκρισμα στην αγορά, μιαν αγορά τότε και όπως πάντα ανήλεα ανταγωνιστική. Απώτερος σκοπός ήταν η εξασφάλιση της κερδοφορίας και μεγέθυνση της αξίας της επιχείρησης (για του ιδιοκτήτες της) -όροι επιβίωσης στον καπιταλισμό. Δεν υπήρχε αμφιβολία, ούτε αμφισβήτηση. Μας λέγανε ότι και η δική μας ευημερία, προσωπική και οικογενειακή, είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με το κέρδος της, η μοίρα μας στον κόσμο της εργασίας με την μοίρα της επιχείρησης.

Τα σχεδιάζαμε, εκείνα τα προϊόντα, στο τεχνικό τμήμα όπου εντάχθηκα εξαρχής, φκιάναμε πρωτότυπα, τα μετρούσαμε και τεστάραμε, διορθώναμε και βελτιώναμε, τελειοποιούσαμε· οι εργάτες δίπλα τα αναπαρήγαγαν σε ποσότητες, σκυμμένοι πάνω από τους πάγκους τους στο λεγόμενο ‘shop-floor’, έναν ψηλοτάβανο απλωμένο χώρο με εργαλεία και μηχανήματα. Για τους βιομηχανικούς πελάτες της επιχείρησης που κατάφεραν να δελεάσουν οι πωλητές.

Ο χρόνος μας μέσα στο εργοστάσιο, μετρημένος σε ώρες και λεπτά, και κάθε ώρα και λεπτό μεταφραζόταν σε χρήμα, μετριόταν από χρήμα, ενώ ο καθένας ένιωθε ότι πρόσθετε ένα μικρό κομμάτι στο τελικό προϊόν και αξία του, με νου και χέρια. Ένα μέρος εκείνης της «ανταλλακτικής αξίας» των προϊόντων γυρνούσε σε μας, και η τελευταία Παρασκευή του μήνα, που ο μάνατζερ μοίραζε με το χαμόγελο δικαίωσης ενός μήνα κόπων τα σημειώματα αποδοχών, ήταν ημέρα χαράς. «Τη δόξα πολύ εμίσησαν, το χρήμα ουδείς», έλεγε ο Δημήτρης. Δεν υπήρχε κάποια ατομική δόξα πέρα και έξω από τα όρια της εταιρίας, είμαστε σταγόνες στον ωκεανό του κοινωνικού προτσές πέρα και υπεράνω του οποίου είχαμε μόνο μια νεφελώδη αντίληψη, αλλά τουλάχιστον προσπάθεια και δεξιότητες αποτυπώνονταν μονεταριστικά στην άκρη του ‘payslip’. Ήταν κάποια αναγνώριση. Είχα πλήρη επίγνωση ότι η παραγωγική εργασία ήταν υποταγμένη σε ένα απρόσωπο κεφάλαιο που επένδυσε σε μηχανήματα και υποδομές και την ζωντανή εργασία από μια ομάδα ανθρώπων με διαφορετικές δεξιότητες που τους έφερε κάτω από μια κοινή στέγη να συνεργαστούν προς έναν κοινό σκοπό. Ήταν το εργοστάσιο μια μικρογραφία του καπιταλισμού, που είχα ανακαλύψει όταν διάβαζα και άνοιγα τα μάτια μου την κριτική θεώρηση του Μαρξ στο Das Kapital ως κομμουνιστής φοιτητής. Ξεδιπλωνόταν στην καθημερινή πράξη, ως κάποιο τελετουργικό που ακολουθούσε ένα άγραφο, αλλά αυστηρό πρωτόκολλο, μέσα στους άχαρους, απρόσωπους χώρους του εργοστασίου.

Θέμα αγώνων και επανάστασης δεν υπήρχε: είμαστε όλοι παραγωγικοί εργάτες, ενταγμένοι στην παραγωγική διαδικασία, υποταγμένοι στο κεφάλαιο που αντάμειβε, καλώς ή κακώς, τη δουλειά μας. Αλλά έγινα μέλος της μικρής ζωντανής κοινωνία της δουλειάς με μια διακριτή συντροφικότητα που πήγαζε από τη συνεργασία προς τον κοινό παραγωγικό σκοπό και τις ώρες που μοιραζόμαστε καθημερινά κάτω από την ίδια στέγη, μια επαγγελματική συντροφικότητα που δεν διέκρινα σε κανένα από τα πανεπιστήμια του παρελθόντος· μια συντροφικότητα κτισμένη στα θεμέλια του καταμερισμού και της συνεργασίας, στα όρια του χρόνου και του χώρου της δουλειάς, τουλάχιστον στις περιόδους όπου τα πράγματα πήγαιναν καλά και η επιχείρηση ευημερούσε. Υπήρχε παρά την άκαμπτη και αδιαμφισβήτητη ιεραρχία και διοικητική αλυσίδα που επέβαλε προτεραιότητες, έπαιρνε τις σημαντικές εταιρικές αποφάσεις, μετέφερε και μοίραζε μη αμφισβητήσιμες εντολές προς τα κάτω. Ήμουν κι εγώ αναγκαστικά ενταγμένος σε αυτήν την ιεραρχία, ένα κρίκος στην αλυσίδα παραγωγής και ένιωθα όταν πρόσθετα τον μικρό οβολό μου στην αξία που θα αποκτούσε το τελικό προϊόν στην αγορά -μια μικρή παρηγοριά ή δικαιολογία ύπαρξης, κάθε πρωί και βράδι που διέσχιζα τον Medway.

No comments:

Post a Comment