Thursday, February 26, 2026

27 - Αγώνας για Ανάταση

H επιστροφή στο Birmingham σήμανε επιστροφή στον αγώνα για δουλειά, για την αναστήλωση μιας ύπαρξης, για το μέλλον. Και υπήρχε αρκετό μέλλον μπροστά. Κοιμόμουν στης J, με κάποιο νοίκι, αλλά ένιωθα μετέωρος σε έναν κόσμο και μια κοινωνία με τις περισσότερες πόρτες κλειστές. Την αποτυχία στο πανεπιστήμιο που κόστισε στο ηθικό, ακολούθησε και μια δεύτερη, σε ένα άλλο ίδρυμα που γρήγορα μαθεύτηκε από συναδέρφους στο Birmingham. Ήταν ένα ακόμα πλήγμα στα υπολείμματα του κύρους μου.

Από την άλλη μεριά, η συμπεριφορά και συνήθειες της J κινούνταν στο ίδιο γνώριμο μοτίβο. Η οριστική πλέον διάσταση από τον σύζυγο σα να την απελευθέρωσε από κάποια φυλάκιση, την καταδίκη μιας νέας γυναίκας σε έναν πρόωρο και αψυχολόγητο γάμο και ανάληψη μητρικών καθηκόντων πριν την ώρα τους. Το νοίκι που της πλήρωνα, τα κυβερνητικά επιδόματα, τη στέγη που το τοπικό συμβούλιο δωρεάν παρείχε, της εξασφάλισαν μια σχετικά μικρή οικονομική άνεση, και εκείνο το  περίσσιο χαρτζιλίκι δεν θα μπορούσε παρά να διοχετεύεται σε νυχτερινές «διασκεδάσεις» διαποτισμένες πάντα με αλκοόλ. Το babysitting ήταν και αυτό εξασφαλισμένο και αυτονόητο: από μένα, δωρεάν.

Μια νέγρα φίλη της από την γειτονιά, ονόματι Jess, που από την προφορά, τον τόνο της φωνής και το εξεζητημένο ύφος εύκολα κανείς διέκρινε πονηρές και ιδιοτελείς προθέσεις στη φιλία που έκτισε με την J, έγινε εκείνο το διάστημα η μόνιμη συνοδός της στις εξόδους στα night clubs της πόλης. Κάθε μεσοβδόμαδη ‘ladys night’ προσέλκυε το ζευγάρι σε κάποιο club του κέντρου της πόλης ή και πέρα από αυτό, στα απόμακρα προάστια της μεγαλούπολης, όπου γενικά φυσούσε ο άνεμος της καλοπέρασης και περιπέτειας. Μια νύχτα, μετά από εκείνα τα «ξενύχτια» ρουτίνας πλέον, η εν λόγω Jess ανέβηκε στην κρεβατοκάμαρα που κοιμόμουν, με την J κάτω στο living-room να ακούει πιθανόν ημιαναίσθητη από την κούραση και αλκοόλ, άνοιξε την πόρτα και μου έδωσε με τα σαρκώδη χείλη της ένα φιλί στο στόμα. Ήταν παράξενο και αναπάντεχο και σίγουρα εν αγνοία της J. Μιαν άλλη νύχτα, όταν ένας ήρεμος ύπνος και ξεκούραση μου ήταν απαραίτητα ενόψει μιας πρωινής συνέντευξης μετά από αίτηση δουλειάς σε ένα ερευνητικό ινστιτούτο στην οποία είχα επενδύσει πολλές ελπίδες και προετοιμασία, διαταράχτηκε ανήκεστα λίγες ώρες πριν ξυπνήσω: από τη δυνατή μουσική και τα γέλια των δύο τους από το living-room κάτω από την κρεβατοκάμαρα. Με την ψυχή να βράζει από ματαίωση και θυμό και βαρύ κεφάλι, το θολό από την αϋπνία μυαλό απέτυχε να ανταποκριθεί επαρκώς στις ερωτήσεις της επιτροπής, βυθίζοντας μια ακόμα βάρκα ελπίδας.

Στην τελευταία «έξοδο» της J με την Jess., ξύπνησα ξημερώματα από έντονες ομιλίες στο προαύλιο, τη μηχανή ενός αυτοκινήτου στη νυχτερινή ησυχία, και το επίμονο και δυνατό  χτύπημα της J στην πόρτα. Χρειαζόταν χρήματα για να πληρώσει το ταξί. Αφού πέταξε ένα χαρτονόμισμα που της έδωσα στον ταξιτζή από το κατώφλι της πόρτας, με έναν αψυχολόγητο εκνευρισμό, τρεκλίζοντας, κλαίγοντας, συγκεχυμένη στο μυαλό και την ομιλία, κατάρρευσε, ημιαναίσθητη και πάλι, στον καναπέ. Την επόμενη μου εξήγησε ότι είχε χάσει, εκτός από την Jess. με το πλήθος στο σχόλασμα του night-club, το πορτοφόλι, την κάρτα της, και ένα χαρτάκι με το PIN στο ίδιο πορτοφόλι σε περίπτωση που το ξεχνούσε, και όπως έμαθε την επόμενη, το μέγιστο ποσό ανάληψης από τον λογαριασμό της. Ήταν μάλλον αυταπόδεικτο ότι η συγκεκριμένη Jess. κρυβόταν πίσω από αυτές τις απώλειες. Δεν την ξαναείδαμε στη ζωή μας.

Με τέτοιες προστριβές και καμώματα πολλές φορές αναρωτήθηκα τι στο διάολο κάνω εκεί που βρίσκομαι, γιατί το κάνω και κατά που βαδίζω, σε τι στοχεύω· για το αν εκεί στην γωνιά που είχε στριμωχτεί η ζωή είχα οδηγηθεί, περισσότερο εκ των πραγμάτων και μια ροή γεγονότων, που δεν είχα τις δυνάμεις να επηρεάσω, παρά από προσωπικές επιλογές. Έκρυβε η κατάσταση, που δοκίμαζε την υπομονή, τις ανοχές και αντοχές μου, κάτι λανθάνον που άξιζε και τελικά θα αντάμειβε τον αγώνα και θα αντιστάθμιζε την ταλαιπωρία και τις στιγμές στενοχώριας και δυστυχίας που πλήθαιναν; Υπήρχαν βέβαια οι σταγόνες ευτυχίες που πρόσφεραν τα βράδια εκτόνωσης με μπύρες στις pubs και τις νύχτες έρωτα που ακολουθούσαν. Ποτέ, όμως, και για κανέναν άνθρωπο με τον χαρακτήρα μου δεν θα ήταν αρκετές για να κάμουν μια τέτοια υποβόσκουσα κατάσταση ανεκτή και βιώσιμη και να ξεδιψάσουν την δίψα για πρόοδο. Δεν ήταν εκείνες οι στιγμές ήταν τίποτε περισσότερα από δραπέτευση και φυγή από το βάρος της όχι και τόσο ευχάριστης πραγματικότητας. Η ελπίδα ότι δεν θα αργούσε η μέρα που θα τα μάζευα και θα έφευγα μακριά από το Birmingham για καλύτερη ζωή δεν είχε ωστόσο σβήσει ακόμα. Δούλευα και έψαχνα για δουλειές εντατικά μέχρι να δω κάποιο φως.


No comments:

Post a Comment