Οι διακοπές του Ιούλη του 1994, οι πρώτες μαζί στην Κασσάνδρα, τροφοδοτημένες αφειδώς από άπλετο ήλιο και την αισθησιογόνο ζέστη καλοκαιρινών απογευμάτων, και γαλόνια μπύρας που η ηλικία ακόμα όχι μόνο τα σήκωνε, αλλά και τα τραβούσε, αποδείχτηκαν χρόνος λαμπρός, που η J, incognito φιλοξενούμενη μου, θα ξεδίπλωνε ξανά μερικές από τις καλύτερες και χειρότερες πλευρές του εαυτού της: από την μια, την αισθησιακή δίψα της για έρωτα με έναν άντρα που ονομαστικά τουλάχιστον αγαπούσε, από την άλλη, τη διολίσθησή της, τυφλωμένη από αλκοόλ και δεν ξέρω τι είδους ανασφάλειες ή ανεξιχνίαστα ψυχικά προβλήματα, σε άγονες αλλά ψυχοφθόρες ερωτοτροπίες με τον κάθε τυχαίο που άνοιγε κουβέντα μαζί της. Όλα ήταν και θα έπρεπε να ήταν προβλέψιμα και αναμενόμενα.
Πρωϊνά και απογέματα, τα τελευταία ζαλισμένοι
από την μπύρα, την εκ των ων ουκ άνευ απόλαυση μετά από κολύμπι στη θάλασσα και
την αφυδάτωση από τον καυτό ήλιο, ήταν γεμάτα έρωτα, επαναληπτικό, έντονο,
χωρίς χρονικά όρια: στο μικρό ασφυκτικό διαμέρισμα, με τα παράθυρα και τις
πόρτες του ερμητικά κλεισμένα, ώστε οι γείτονες του διπλανού, ο παππάς και η
παπαδιά απέναντι, όλοι τους γνωστοί και σε συχνή επαφή με Μάνα και Πατέρα, να
μην ακούν τους ανεξέλεγκτους σε ένταση αναστεναγμούς, που συχνά για να μειώσω
την έντασή τους αναγκαζόμουν και της έκλεινα το στόμα, στον άβολο καναπέ που μόλις
άνοιγε σε πλάτος ενάμιση κρεβατιού, λουσμένοι στον ιδρώτα, που ανατροφοδοτούσε
με κάποιο τρόπο το πάθος.
Το βράδι, μετά το καθιερωμένο γεύμα, και κάθε βράδι
από τα λίγα που μείναμε στη Χαλκιδική, μας οδηγούσα σε ένα μουσικό μπαρ
απέναντι από τον όγκο του Pallini, για ακόμα περισσότερες μπύρες που κατέληγαν αργότερα σε σφηνάκια,
προσφορές του γενναιόδωρου μαγαζιού. Το φτηνά και πρόχειρα εγκαταστημένο bar λεγόταν Bubbles. Έγινε ένα μικρό ορόσημο και ξεχώρισε ανάμεσα στους σωρούς από
αναμνήσεις χρόνων ζωής με τη J. Είχε στηθεί στο προαύλιο ενός διώροφου σπιτιού και περιφραχθεί με
καλαμιές, αλλά είχε την πρόσοψη του ανοιχτή στον κυρίως δρόμο που κάνει τον
γύρο του ποδιού. Το μεγάλο ελλειψοειδές μπαρ του το «έτρεχε» με αξιοσημείωτη
σβελτάδα και επαγγελματισμό ένας πρόσχαρος, ψιλόλιγνος Ολλανδός μπάρμαν, που
μιλούσε τόσο καλά τα Ελληνικά, όσο και τα Αγγλικά. Βρισκόταν εκεί, μας είπε, τα
δύο τελευταία καλοκαίρια, όπου συνδύαζε διακοπές με δουλειά. Ετοίμαζε και
σέρβιρε τη μπύρα, και άλλα κοκτέιλ, με αξιοπρόσεκτη ταχύτητα και άψογους
συνδυασμούς γεύσης, χρωμάτων, θερμοκρασίας, εμφάνισης. Ήταν ο πρώτος, προς τον
οποίο έστρεψε τη θελκτικά γαλάζια ματιά της η J και με τον οποίο, μετά από λίγο, με ένα ποτήρι
πάντα στο χέρι, θα επιχειρούσε να ανοίξει κουβέντα. Ο Ολλανδός ευτυχώς παράμενε
επί το πλείστον προσηλωμένος στην δουλειά του, απασχολημένος με πελάτες που
γέμιζαν το μπαρ και τους χώρους του μαγαζιού από τη δύση του ηλίου μέχρι τις
πρωινές ώρες, από τα τερατώδη ξενοδοχεία
από την άλλη μεριά του δρόμου.
Πέρα από την κρύα και γευστική μπύρα, που τα
νιάτα επέτρεπαν να καταχραστώ την απόλαυση της χωρίς έγνοιες και τον επιδέξιο
μπάρμαν, η άλλη ατραξιόν του Bubbles ήταν ο DJ και η μουσική που διάλεγε: σύγχρονα pop hits, «κλασική» pop, rock, reggae, club –ένα βήμα μπροστά ακόμα και από τα ακούσματα των pubs και clubs της Αγγλίας που
συχνάζαμε. Ήταν ένα κοντοστούπικο, αεικίνητο πλάσμα σε μια γωνιά του εσωτερικού
χώρου, που το κεφάλι του, ανάμεσα σε δύο τεράστια ακουστικά, μόλις ξεχώριζε
πίσω από τον πάγκο της δουλειάς του. Πίσω και πλάι του βρισκόταν ράφια γεμάτα
με εκατοντάδες CD και δίσκους, από τα οποία επέλεγε τα κομμάτια που θα παιζόταν ανάμεσα,
με καλά προετοιμασμένο ρεπερτόριο αξιοθαύμαστου γούστο, τουλάχιστον για τις
προσωπικές μου ακουστικές γεύσεις στην ξένη μουσική, ομολογουμένως ακόμα
πρωτόγονες παρά τα δύο χρόνια μου στην Αγγλία.
Μετά από μερικές μπύρες στο μπαρ, όταν αυτό
περικυκλωνόταν από τουρίστες των γύρω ξενοδοχείων και νοικιαζόμενων, συνήθως
την άραζα σε έναν σκαμπό δίπλα στον DJ
να παρατηρώ στη δουλειά του. Σε λίγη ώρα το μπαρ βούιζε από
κόσμο, καμιά φορά ανάμεσα σε ποτά ερχόταν δίπλα μου η J, έχοντας εγκαταλείψει
τις προσπάθειες για κουβέντα με τον ψηλό Ολλανδό μπάρμαν ή όποιον τύχαινε να βρεθεί
στο μπαρ δίπλα της, για να ακούσουμε τα εκλεκτικά τραγούδια του DJ, να λικνιστούμε σε αυτά
σε μια μικρή πίστα στο εσωτερικό του μαγαζιού, να τον επαινέσουμε και ευφρανθούμε
από τις μουσικές του ταχυδακτυλουργίες, να προσδοκήσουμε, και καμιά φορά να
ζητήσουμε το επόμενο κομμάτι. Χάριν σε κείνον, τον DJ του Bubbles, μια σειρά από
τραγούδια συνδέθηκαν με την μνήμη μου, από εκείνη την πρώτη φάση της σχέσης με
την J. Όπως
και με τα αρώματα που εσαεί κρατάει η μνήμη και μας συνδέουν με ένα πρόσωπο, έτσι
και με τραγούδια, όταν μετά από χρόνια και δεκαετίες τα ξανάκουγα, θύμιζαν, με
συγκίνηση και καμιά φορά και νοσταλγία είναι αλήθεια, εκείνα τα καλοκαιρινά
βράδια στο Bubbles: το Always των Erasure, το Shine
των Aswad, και άλλα, καλοκαιρινά και αγαπητά της J, σαν παραγγελιές της, που τα άκουγε με κλεισμένα
τα μεγάλα της μάτια, λικνίζοντας την λεπτή μέση πάνω από τα ωραία πόδια, το ποτήρι
με το αλκοόλ στο ένα χέρι, το τσιγάρο στο άλλο. Την έβλεπα και νόμισα ότι
άρχισα να την αγαπώ, σα γυναίκα και όχι απλά σαν ερωμένη, πριν και τελικά παρά
τις θλιβερές σκηνές στις οποίες συχνά κατέληγαν εκείνες οι πιωμένες νύχτες.
Ήταν η
εποχή που πλήθη Βρετανών και τουριστών του εύπορου ευρωπαϊκού βορρά έκαναν ακόμα
διακοπές στις ακτές της Κασσάνδρας. Συνιστούσαν τον κύριο όγκο της πελατείας
του Bubbles. Έρχονταν
ως ζευγάρια ή ως παρέες νέων γυναικών, και έτσι δεν αποτελούσαν σημαντικό
δέλεαρ για τη J για ατέρμονες κουβέντες και ιδιαίτερα για φλερτ. Οι ψιλοκουβέντες μαζί
τους, ιδιαίτερα με γυναίκες που έπιναν ήσυχα τα ποτά τους στο μπαρ και
συζητούσαν περί των διακοπών τους στη Χαλκιδική ή της καταγωγής και ζωής σε κάποια
καταθλιπτική, βροχερή και ανεμοδαρμένη πόλη του βρετανικού βορρά, συζητήσεις
που ως ακοινώνητος σπάνια συμμετείχα, προσέλκυαν λίγο ενδιαφέρον εκ μέρους της J. Αλλά μετά
από κάποια ώρα αργά το βράδι, όταν ο μέσος βορειοευρωπαίος τουρίστας, συνηθισμένος
σε διαφορετικούς ρυθμούς και με άλλο βιολογικό ρολόι , θα αποχωρούσε
καταβεβλημένος στο δωμάτιο του, μετά από μια μέρα στον ήλιο και τη ζέστη, τη θάλασσα και το αλκοόλ, το μέρος άρχισε να γεμίζει
από Έλληνες: ντόπιους Χαλκιδικιώτες μορφονιούς, βλοσυρούς Θεσσαλονικιούς, νέους
φοιτητές ή χαραμοφάηδες με τα μάτια ακόμα γουρλωμένα από το ξενύχτι της
προηγούμενης μέρας, που ο βραδινός
φραπές μόλις κατάφερε να αναστυλώσει. Και
οι περισσότεροι τους μαζεύονταν στο Bubbles, για το πρώτο ποτό και το «ψάρεμα» μιας νύχτας
στη νιότη της και είχε, για αυτούς,
μακρύ δρόμο ακόμα. Ήταν πολλά τα «καμάκια», λιγοστοί όμως οι εναπομένοντες
στόχοι.
Η J, συν τοις άλλοις, δύσκολα ξεκολλούσε από τέτοια μέρη. Η απόσπαση της
από νυχτερινά κέντρα διασκέδασης για επιστροφή το σπίτι αποτελούσε ανδραγάθημα,
ειδικά μετά από γενναία κατανάλωση αλκοόλ, και απορροφημένη καθώς ήταν από ένα
χαοτικό κοκτέιλ μουσικής, πιοτών και του ετερόκλητου πλήθους ανθρώπους που
διασκέδαζε (ή προσποιούταν ότι διασκεδάζει). Συχνά το ενδεχόμενο της επιστροφής
θα το σκεφτόταν αφού και ο τελευταίος (άρρην και εμφανίσιμος) θαμώνας αποχωρούσε
και το μαγαζί έδειχνε τις προθέσεις στους λίγους αξιολύπητους και ξενέρωτους που
απέμειναν ότι σε λίγη ώρα θα έκλεινε. Με το ξανθό μαλλί και γαλανά μάτια, το
καλλίγραμμο κορμί πίσω από maxi εφαρμοστά φορέματα, τα
ανύπαρκτα εμπόδια που έθετε σε άντρες και κάθε καρυδιάς καρύδι να ανοίξουν
κουβέντα μαζί της, με την εντύπωση που έδινε ότι ήταν ελεύθερη αι «διαθέσιμη»
παρά την ξεχασμένη παρουσία μου σε μια γωνιά, σε τέτοια μαγαζιά γινόταν ο προφανής
στόχος.
Αυτή η προβλέψιμη ρουτίνα επαναλήφθηκε και τα
τρία βράδια που αποφασίσαμε να διασκεδάσουμε στο Bubbles, παρά τους δισταγμούς. Στο πρώτο, ίσως από
το φόβο του πρωτόγνωρου, ίσως από την κούραση της μέρας, φύγαμε κάποια εύλογη
ώρα. Το δεύτερο, παρά την κούραση, στάθηκα στο μεγαλύτερο μέρος υπομονετικά δίπλα
της, συμμετείχα σε λίγες κουβέντες με τον Ολλανδό που μας θυμόταν από το
προηγούμενο βράδι, απόλαυσα την μουσική του κοντοστούπη DJ και το ποτό,
και κατάφερα, με μεγάλη προσπάθεια όπως πάντα, να την εφέλκυση της από εκείνο
περιβάλλον λίγη ώρα μετά τα μεσάνυχτα. Το τρίτο βράδι, μια κουβέντα με έναν ελλαδίτη
νεαρό σε μια γωνιά του μπαρ, στον οποίο η J, βέβαια, δεν είχε κάνει καν
νύξη της παρουσίας μου, λίγο πιο πέρα στην γωνιά του πάγκο του DJ, κράτησε μέχρι
αργά μετά τα μεσάνυχτα, όταν ο κόσμος του μαγαζιού άρχισε να αραιώνει και η
μουσική και τα φώτα να χαμηλώνει. Δυο-τρία νεύματα μου από κάποια απόσταση, ότι
είναι πλέον ώρα να φύγουμε, αν και πρέπει να τα είδε, τα αγνόησε. Με ένα
τελευταίο ποτό βγήκα στο πεζοδρόμιο απέναντι και τον θυμό να φουντώνει μέσα μου
και περίμενα άπραγος: με σκέψεις να με ζώνουν γύρω από το ερώτημα «τι κάνω εδώ
πέρα με αυτή τη γυναίκα», κατάκοπος, ιδρωμένος από τη ζέστη, ζαλισμένος από το
πιοτό. Όταν η J τελικά ξεμύτησε για να με ψάξει στα έρημα από κόσμο πεζοδρόμια απέναντι
από το Pallini, και μου έγνεψε σα να μη συνέβαινε τίποτε, ενώ πρόσφερε τη τυπική
δικαιολογία (‘I was just having a chat, L! What’s so wrong with that?’). Αλλά θυμός μου είχε ξεχειλίσει σε δυνατές
φωνές, αρκετά δυνατές για να ακουστούν τουλάχιστον από τον κόλακα και επίδοξο
εραστή της, που μας παρακολουθούσε καθισμένος στο μπαρ. Από την αγανάκτηση
πέταξα και έσπασα το άδειο ποτήρι μου στο πεζοδρόμιο και μας οδήγησα αμίλητος
πίσω στο Πολύχρονο.
Το τελευταίο και αποχαιρετιστήριο βράδι στο Bubbles ξεκίνησε
ευχάριστα, όπως λίγο-πολύ και τα δύο προηγούμενα: με κρύα μπύρα και την ωραία
και ταιριαστή στο καλοκαιράκι μουσική του κοντοστούπη DJ. Προς το τέλος του
βραδινού, άραξα δίπλα στον πάγκο του, να παρατηρώ τη δεξιοτεχνία, τον ζήλο και την
αγάπη για αυτό που έκανε, για να βγάζει το ψωμί του, και να απολαμβάνω τις
μουσικές επιλογές του. H J σε μια από τις βόλτες
της στο μπαρ -για ένα ακόμα ποτό, από τα πολλά που αφελώς προσφέρονταν από
μένα, το μαγαζί ή και τρίτους γενναιόδωρα, σκάλωσε πάλι κάπου: σε μια από τις
συνήθεις ατέρμονες κουβέντες, ένας θεός ξέρει περί τίνος, με έναν από τους
αχαρακτήριστους τύπους, με τους οποίους έβρισκε σημεία επαφής και κοινά
ενδιαφέροντα, παρά τα γενικά φτωχά αγγλικά τους. Και πάλι εκνευριστικά
αδιαφόρησε στα νεύματα μου, όπως και τελικά στην ρητή προειδοποίηση, παρουσία
του τύπου, ότι θα έφευγα για το διαμέρισμα χωρίς αυτήν. Αυτή τη φορά το εννοούσα
και το έπραξα και οδήγησα μόνος στο Πολύχρονο, δεκαπέντε λεπτά μακριά, έχοντας
εγκαταλείψει την J στο Bubbles. Έπεσα στο κρεβάτι ζαλισμένος, σχεδόν
μεθυσμένος από το πιοτό, εξαντλημένος και συναισθηματικά μουδιασμένος. Και
αποκοιμήθηκα στην βαριά και μουχλιασμένη ατμόσφαιρα του διαμερίσματος. Όταν άνοιξα
τα μάτια μου ήταν περίπου τρεις η ώρα το πρωί και η J δεν είχε εμφανιστεί.
Σκέφτηκα το πιο πιθανό ενδεχόμενο: δεν ήξερε το δρόμο πίσω στο διαμέρισμα να τον
εξηγήσει σε κάποιον καλοπροαίρετο να την βοηθήσει και φοβήθηκα για κάτι κακό
που θα μπορούσε να συμβεί σε τέτοια μέρη, τέτοιες ώρες. Αναστατώθηκα υπό το
βάρος μιας ευθύνης που είχα αναλάβει, απέναντι στα παιδιά και την οικογένεια
της, ευθύνη για τη σωματική της ακεραιότητα, αίσθημα που πήγαζε πάντα από έναν
σχετικό υπεύθυνο και ακέραιο χαρακτήρα. Οδήγησα πίσω στο Bubbles, όπου βρήκα την J να κάθεται στο κράσπεδο,
οι χρυσές ανταύγειες των μαλλιών της διακρίνονταν από μακριά, το κεφάλι της
ανάμεσα στα γόνατά της και έναν τύπο όρθιο πίσω της, με το χέρι παρηγορητικά γύρω
από τους ώμους της. Μόλις με είδε, την άφησε μόνη και απομακρύνθηκε προς το
εσωτερικό του μαγαζιού – με δυο-τρεις άλλους η νύχτα θα συνεχιζόταν.
Γυρίσαμε αμίλητοι στο διαμέρισμα. Με ένα μίγμα
θυμού και ματαίωσης την έφερα από το χέρι στο δωμάτιο πάνω και κάναμε έρωτα,
κυνικό, χωρίς αίσθημα και παρά φύση, στην άκρη του κρεβατιού. Τον υπόμεινε
αθόρυβα, αλλά όταν τέλειωσα, κουλουριασμένη στο κρεβάτι, έβαλε το πρόσωπο της
ανάμεσα στις παλάμες της κι έκλαψε. Τα λόγια της: “I
want to go home… I want to go back to my kids…” Στεναχωρήθηκα κι εγώ
-μέχρι δακρύων. Η καρδιά μου ράγισε, ένιωσα ενοχές, λιγότερο για που την άφησα
απελπισμένη στα χέρια αγνώστων στο μπαρ, περισσότερο για τον εκδικητικό κυνισμό
και την ερωτική ωμότητα που έδειξα και το εξευτελιστικό τρόπο που την
μεταχειρίστηκα. Ήμουν εκτός εαυτού, ήταν εκτός χαρακτήρα. Με παρηγορούσε το ότι
είχα κάνει ότι μπορούσα ώστε να ευχαριστηθεί και περάσει καλά στις πρώτες
διακοπές της, ικανοποιώντας παράλληλα και δικές μου επιθυμίες, αδράχνοντας το
μερτικό μου στις καλοκαιρινές αισθησιακές απολαύσεις που η παρέα της μου
πρόσφερε. Θα σήμανε εκείνο το νυχτερινό επεισόδιο το τέλος μας;
Το μεθεπόμενο βράδι μιας Κυριακής θα επέστρεφε μόνη της για το Birmingham, λίγες μέρες πριν από τη δική μου επιστροφή. Με την προοπτική του γυρισμού, τη λαχτάρα των κοριτσιών που της έλειπαν και την περίμεναν, οι σχέσεις μας μετά από εκείνο το θλιβερό και επεισοδιακό βράδι άρχισαν να εξομαλύνονται, η συμπεριφορά μας να κανονικοποιείται. Την τελευταία μέρα μείναμε μακριά από το πιοτό. Με το αυτοκίνητο κάναμε το γύρο της Θεσσαλονίκης, περπατήσαμε για λίγο στους έρημους δρόμους του κέντρου, στην αφόρητη ζέστη του απογέματος. Μετά από φαγητό στην Pizza di Spagna της Σοφούλη πήραμε το δρόμο για το αεροδρόμιο. Βράδιαζε, αλλά η πτήση της ήταν από τις τελευταίες της μέρας, και είχαμε πολύ χρόνο να σκοτώσουμε. Χωρίς πολλές ιδέες στο μυαλό για να γεμίσουμε τις ώρες, της πρότεινα δειλά και πονηρά, να πηγαίναμε σε ένα από τα drive-in, που υπήρχαν στην περιοχή του αεροδρομίου. Δέχτηκε εύκολα με χαμόγελο: θα ήταν μια καινούργια εμπειρία για την ίδια και κέντρισε την περιέργεια της. Το hard-core porn, που καλώς ή κακώς ταινίες του παρακολουθούσα από τα πρώτα χρόνια της εφηβείας και, αργότερα, για διαστήματα που δεν είχα κάποια σχέση, ήταν ακόμα παράνομο στην Αγγλία. Ο πειρασμός του εξακολουθούσε να με έλκει, όπως ένας πρώην καπνιστής που έχει κόψει το τσιγάρο προσελκύεται από την περιστασιακή δόση νικοτίνης όταν αυτή του προσφέρεται. Στην κλεισούρα του αυτοκινήτου επικράτησε σιωπή και αμηχανία απέναντι σε αυτό που εκτυλίσσονταν στην οθόνη. Και δεν αντέξαμε πολύ σε εκείνο το θλιβερό χώρο, όπως θα είχα κάνει μόνος σε ένα μακρινό πλέον και ντροπιαστικό παρελθόν. Πάντως, επιστρέψαμε στο αεροδρόμιο σε σχετικά καλή διάθεση, εγώ αναπόφευκτα διεγερμένος από τις σκηνές σεξ και τις ερωτικές αναμνήσεις από την Χαλκιδική. Τα είχαμε ξαναβρεί, είχαμε μονοιάσει, μέχρι που φιληθήκαμε στο στόμα, κάτι σπάνιο στη ερωτική διαδρομή μου με τη J όπου η σαρκική επαφή ήταν το κύριο ζητούμενο και δεδομένο. Καθισμένοι στο αυτοκίνητο σε μια σκοτεινή γωνιά του πάρκινγκ έξω από το αεροδρόμιο, έχοντας διαισθανθεί ή και παρατηρήσει την διέγερση κάτω από το παντελόνι, μου έκανε στοματικό έρωτα – αυθόρμητα, σχεδόν απολογητικά. Θα ξαναβρισκόμαστε σύντομα πίσω στο Birmingham για να συνεχίσουμε το μακρινό, ιδιότυπο ερωτικό ταξίδι με τις πολλές του αναταράξεις. Τα χειρότερα και τα καλύτερα βρίσκονταν ακόμα μπροστά μας.
No comments:
Post a Comment