Θα ακολουθήσουν και άλλες αναποδιές τους μήνες
που ακολούθησαν την επαγγελματική «απόρριψη». H ζωή και η ποιότητά της θα κάνουν και άλλα βήματα
πίσω. Ο Α μου ανακοίνωσε αναπάντεχα, από τον Απρίλη του 1994 κιόλας και εν μέσω
της αγωνίας μου για την δουλειά, ότι προκειμένου να περικόψει δαπάνες (το δέκα
χιλιάρικα που του έδωσε ο πατέρας του για ένα ακόμα «μαστεράκι» σώνονταν) θα
μετακόμιζε άμεσα, και για το υπόλοιπο της φοιτητικής χρονιάς, στο Bristol -να μένει με την
καλή του. Σε τρείς μήνες το συμβόλαιο μου έληγε, με αβέβαιο το επαγγελματικό
μέλλον, και οι επιλογές διαμονής με τέτοια βραχυπρόθεσμη προοπτική σχεδόν
ανύπαρκτες. Η επιστροφή στην Ελλάδα ήταν μια έσχατη επιλογή γιατί πίστευα ότι
θα εμφάνιζε νέα αδιέξοδα προς κάθε κατεύθυνση και θα με βύθιζε ξανά σε μιαν
μίζερη κατάσταση και κακομοιριά, όχι πολύ καλύτερη από του στρατού. Ο Γιώργος
σύντομα θα αναχωρούσε και αυτός για την καταραμένη θητεία του, αλλά είχε και
αυτός το αμόρε του -στην Ελλάδα. Ο Dr. Κ παρέμενε απόμακρος· είχε την θεσούλα
του και μια πολύτιμη καριέρα να χτίσει, ενώ με την άφιξη του νέου καθηγητή που
θα αναλάμβανε τα ηνία του τομέα, οι δημόσιες και επαγγελματικές του σχέσεις τον
είχαν απορροφήσει. Έπρεπε, ο Dr. Κ, να δώσει τις καλύτερες δυνατές εντυπώσεις
στο νέο αφεντικό.
Ένιωθα αποξενωμένος και σχεδόν αποτυχημένος, ξανά,
με δυο ανθρώπους να έχουν απομείνει κοντά μου να διατηρώ μια στοιχειώδη προσωπική
επαφή και να κουβεντιάζω τις ανησυχίες μου, δια την δουλειά και την ζωή: η J, που βγαίναμε ως
ερωμένοι για να απολαμβάνουμε το πάθος του έρωτα μετά από πιοτό, και, περιέργως,
o Alan, το φάντασμα της σχολής.
To κρησφύγετο του τελευταίου πίσω από τους πάγκους ενός από τα εργαστήρια,
όπου διανυκτέρευε, παρά τις χαλαρές προφυλάξεις που λάμβανε, είχε ανακαλυφθεί
από τα ψηλότερα κλιμάκια του τμήματος. Ήταν, άλλωστε, θέμα χρόνου. Ο Dr. M εξοργισμένος, παρά τον
φλεγματικό του χαρακτήρα, ίσως και αναγκασμένος από κάποιο νέο καθεστώς τάξης που
επέβαλλε ο καθηγητής PΗ, ως νέος διευθυντής του γκρουπ, ζήτησε από τον Alan να μαζέψει όλα του τα
υπάρχοντά του από τους χώρους των εργαστηρίων: τα κουρέλια για το ντύσιμο και
τον ύπνο του, το ψυγείο και το στέρεό του, μαζί με κάθε ηλεκτρονικό όργανο και
εξάρτημα που είχε φέρει, που ο Alan
πίστευε ότι, με την κάποια αξία και ωφέλεια τους, θα προίκιζαν και
εξαγόραζαν την παραμονή και παρουσία του στο εργαστήριο επ’ αόριστον. Μετά από
δυο βράδια διανυκτέρευσης στο FORD
van, εξοστρακισμένος
από το κτίριο, αν όχι και από τις σπουδές του στη σχολή (αυτό απαιτούσε το
ξεπέρασμα γραφειοκρατικών θεμάτων), ο Alan, απερίσπαστος και, όπως πάντα, με ικανό βαθμό αναισθησίας
και παχυδερμισμού απέναντι σε τέτοιου είδους καθαιρέσεις και εξευτελισμούς,
έστησε, απαρατήρητος, το σπιτικό του στο μηχανοστάσιο του ασανσέρ, στην κορυφή
του κτιρίου.
Στο μεταξύ, η ιδιότυπη φιλία μας είχε ανέβει τα
δικά της σκαλιά. Με μια έννοια γίναμε σύντροφοι απέναντι στις αντιξοότητες που
η ζωή έριχνε μπροστά μας, αν όχι και από την συνάφεια δύο δυστυχισμένων (και κατ’
ουσία άστεγων) υπάρξεων. Αν υπήρχε δυστυχία δεν το δείχναμε, ούτε στον εαυτό
μας.
Πολλοί φιλικοί δεσμοί στη Βρετανία στεριώνουν
μέσα από κατανάλωση μπύρας, και ο Alan
ένα Σαββατόβραδο με κάλεσε να τον συνοδεύσω στο XL, ένα night-club που σύχναζε. Απευθυνόταν
αποκλειστικά στην κλειστή και ιδιόρρυθμη, αλλά κατά τα φαινόμενα ευμεγέθη, heavy-metal ροκ κοινότητα του Birmingham. Ένιωθε ότι ανήκε
εξ αγχιστείας σε αυτήν, χωρίς να έχει υιοθετήσει πλήρως την κουλτούρα της: διατηρούσε
την προσωπική του ταυτότητα του στην κόμη, στο ντύσιμο, στους τρόπους, στην
εμφάνιση. Δέχτηκα την πρόσκληση χωρίς δισταγμό, καθώς η εκείνη η μουσική σκηνή
ήταν κομμάτι της παράδοσης της πόλης. Κέντριζε την περιέργεια και ασκούσε μια
μυστικιστική έλξη που ήθελα να εξερευνήσω. Ξεκινήσαμε ντυμένοι στα καθημερινά
μας ρούχα, εγώ σε ένα ζευγάρι τζιν και ένα παλιό γαλάζιο πουκάμισο, ο Alan μέσα σε ό,τι ρούχα φορούσε
πάντα: ένα αμάνικο φανελάκι παρά την ψύχρα και το ξεθωριασμένο κολλητό τζιν με μια
μαύρη ζώνη με κρίκους. Τα λίγα αραιά μαλλιά του τα είχε μαζέψει σε μια μικρή
κοτσίδα δεμένη με ένα λάστιχο, πίσω από την καράφλα του μετώπου και την
αραιωμένη από μαλλιά κορυφή του κεφαλιού του.
Στην εξωτερική είσοδο του night club στεκόταν ένας σωματώδης bouncer, με πλούσια μακριά γένια, τύπος
που συναντάει κανείς σε μηχανόβιους της ομοταξίας των Hell’s Angels. Στον προθάλαμο, οι τοίχοι, ο πάγκος του ταμείου, και η πόρτα που
οδηγούσε στα ενδότερα του club, ήταν όλα βαμμένα στα μαύρα και
ο φωτισμός χαμηλός. Ο Alan πέρασε χωρίς διατυπώσεις και κάτω από αδιάφορα βλέμματα στην ουρά μπροστά
από ταμείο, ώστε να πληρώσει για την είσοδο και να προωθηθεί στο εσωτερικό του club. Όσον αφορά εμένα, ο
εκφοβιστικός bouncer, αφού με έκοψε από την κορυφή μέχρι τα νύχια, αρχικά με ένα βλέμμα
έκπληξης -ως κάποιο παρείσακτο που αργότερα συννέφιασε ενώπιο του καθήκοντος
αυστηρής επιλογής της πελατείας του club που του είχε ανατεθεί, σήκωσε την χοντρή του
παλάμη και με σταμάτησε πριν προχωρήσω στο ταμείο. Stop! Γύρισε προς τον
συνάδερφο του που στεκόταν στην εσωτερική πόρτα, με έδειξε με το δείκτη και μια
ερωτηματική περιστροφή του χεριού: «Τι να κάνουμε με αυτόν τον τύπο;» Προφανώς,
ξυρισμένος και με τέτοιο ντύσιμο στο περιβάλλον του heavy-metal club, θα ήμουν σαν την μύγα μέσα στο γάλο, ένα
καλόπαιδο στην κόλαση. Ο δεύτερος bouncer απλά ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα: «Κάνε ό,τι νομίζεις…» Ο Alan ήδη βρισκόταν στα
πρόθυρα του εσωτερικού του club, αλλά πρόλαβα να τον καλέσω από το τέλος της ουράς, καθώς είχα προσπεραστεί
από κανονικούς και εκλεκτούς του μαγαζιού ροκάδες. Με νεύματα προσπάθησα να του
δείξω ότι φαινόταν να μου είχε απαγορευτεί η είσοδος, από την άλλη, να επιστήσω
την προσοχή του bouncer ότι δεν ήμουν μόνος, συνόδευα κάποιον πρότυπο ροκά, κατάλληλα
ενδεδυμένο για το club· ήμουν μάλιστα προσκεκλημένος του. Και ο Alan ήταν ‘regular’· γνωστός στο περιβάλλον και το προσωπικό του. Τελικά, ο bouncer, έχοντας δει τον Alan να με έχει αναγνωρίσει
και να μου γνέφει προς το μέρος του, παραμέρισε το κορμί-ντουλάπα του, που
μπλόκαρε την πρόσβαση στο ταμείο, και μου επέτρεψε να εισέλθω στα ενδότερα με
ένα κούνημα του κεφαλιού, που έλεγε “Go Ahead!” και το ίδιο βλοσυρό και εκφοβιστικό ύφος.
To club, η μουσική και οι
άνθρωποι που το σύχναζαν και το γενικό κλίμα που επικρατούσε, δεν ήταν τόσο
τρομακτικό όσο η διαδικασία επιλογής των πελατών του, που υπέθεσα ότι γινόταν
με κριτήριο την εμφάνιση και τις γνωριμίες. Η μουσική ήταν δυνατή και βαριά,
κυριαρχούσε η παρατεταμένη ένταση χορδών ηλεκτρικής κιθάρας. Οι θαμώνες, άντρες
και γυναίκες, στην πλειοψηφία τους, ντυμένοι σε μαύρα κολλημένα ρούχα, denim ή πέτσινα, φανελάκια
αμάνικα ή Τ-shirt με εικόνες απεικονίσεις γοτθικών συμβόλων, και συνήθως ελεύθερα, πλούσια
μαλλιά ριγμένα στους ώμους, πολλές φορές παρακάτω. Οι χορευτικές κινήσεις στην
πίστα, στον μπάσο και αργό χτύπο των ντραμς, όπως ακριβώς και με το μοναχικό
τύπο που μου είχε κάνει εντύπωση πριν καιρό στο Bridge, ήταν οικονομικές στον χώρο και περιλάμβαναν
τις παλινδρομικές κινήσεις του σώματος από τη μέση και πάνω, με το κεφάλι σχετικά
ακίνητο, και το πόδια καρφωμένα στο πάτωμα. Τα μακριά μαλλιά ακολουθούσαν, άτακτα και με την καθυστέρηση που
προκαλεί η αδράνεια, τις κινήσεις του πάνω μέρους του κορμού, δημιουργώντας μια
ευρύχωρη ζώνη γύρω από κάθε σόλο χορευτή, που κανείς παραβίαζε. Δεν θα μπορούσα
να συμμετάσχω ενεργά σε εκείνη τη μορφή διασκέδασης, ούτε θα τολμούσα στα ρούχα
που ήμουν ντυμένος, και αποσύρθηκα διακριτικά σε μια γωνιά να πίνω μπύρες, και
να κουνάω κι εγώ ελαφριά το κεφάλι μου πέρα-δώθε. Τα μαλλιά μου ήταν
κοντοκουρεμένα και εγώ καμουφλαρισμένος πίσω από ένα pint μπύρας, ώστε να
προσελκύσω ματιές προς τη μεριά μου.
Το ίδιο βράδυ και μερικά από τα ερχόμενα
βράδια διανυκτέρευσα σε μια γωνιά του ίδιο μηχανοστασίου στην κορυφή του
κτιρίου της Σχολής, παρέα με τον Alan, που κοιμόταν σε ένα στρώμα καλά κρυμμένο σε μιαν γωνιά απέναντι από
την σιδερένια πόρτα, πίσω από κάτι ράφια και του τη μηχανή ανέλκυσης. Ο παλιόφιλος
Α είχε μετακομίσει άρον-άρον, έχοντας τουλάχιστον καταφέρει διπλωματικά να τερματίσει
το συμβόλαιο ενοικίασης χωρίς παρακράτηση της προκαταβολής. Είχα μοιράσει τα
λίγα κιβώτια και βαλίτσες με τα υπάρχοντά μου ανάμεσα στο χώρο εκείνο και το
πατάρι της J,
που μάλλον απρόθυμα τα δέχτηκε. Ο Alan
ευγενικά μου παραχώρησε ένα από τα στρώματα του. Παρά την λίγδα
ήταν ότι μια πρόσκαιρη λύση. Δεν χρειαζόταν να τα μαζεύαμε το πρωινά και να τα ξαναστρώνουμε
τα βράδια. Με διαβεβαίωσε ότι από την εμπειρία του τόσων ημερών σε εκείνο το
κρησφύγετο δεν έμπαινε κανείς. Να μην φοβόμουν τίποτε. Έξω από το μηχανοστάσιο,
σε μια σκεπασμένη γωνιά της ταράτσας, μου έδειξε που ξαπέστειλαν την M_ina να κάνει
την προσευχή της. Παρόλα αυτά, o ήχος από τον κινητήρα και τους διακόπτες του
ασανσέρ, ιδιαίτερα αν κάποιος τον χρησιμοποιούσε αργά το βράδυ, με αναστάτωνε
και γέμιζε φόβο. Ο Alan με καθησύχασε και, τελικά κουτσά-στραβά- ο ύπνος με έπαιρνε.
Νωρίς το πρωί, με τον πρώτο που θα έμπαινε στη σχολή, ο ήχος από τον κινητήρα με ξυπνούσε από τον ταραγμένο και άβολο ύπνο. Σήμαινε η ώρα να σηκωθώ, να βρω κάποιες απόμερες τουαλέτες να πλυθώ, να ξεκινήσω τη δουλειά στο εργαστήριο. Αναλογιζόμουν συχνά εκείνες τις μέρες την κατάσταση στην οποία είχα περιέλθει, χωρίς στέγη δικιά μου, χωρίς άμεση προοπτική για το μέλλον, και οι σκέψεις εκείνες με γέμιζαν με θλίψη. Η αυτοεκτίμηση είχε κατέβει σε χαμηλότατα επίπεδα, ωστόσο η καθημερινή δουλειά και οι μικρές κουβέντες με ανίδεους για την ύπαρξή μου συναδέρφους κάπως αποσπούσε τη συνείδηση μου από ανησυχίες κι αγωνίες για το μέλλον. Κατέληγα σε ρητορικά ερωτήματα και τα ρητορικά και ανώφελα αποφθέγματα του κοινού νου: «Πόσο χειρότερα θα μπορούσαν να γίνουν τα πράγματα;». Οι απαντήσεις στον εαυτό μου ήταν κλισέ, γνωστές εκ των προτέρων, δεν υπήρχαν πολλές: «Τελικά, θα επιζήσω με κάποιον τρόπο, κάπου. Υπήρχαν πάντα έσχατες λύσεις: το δίχτυ της πατρίδας, της οικογένειας, αν κάθε άλλο σχέδιο αποτύχαινε…» Στο κάτω-κάτω της γραφής είχα τον μποέμη φίλο μου Alan ως σημείο αναφοράς, υπήρχε ακόμη η J στη ζωή μου -όσο μικρή παρηγοριά και να μου πρόσφερε, λίγες αποταμιεύσεις, και επιμονή και θέληση να βρω δουλειά. Και κάποιες στοιχειώδεις ικανότητες. Έπαιρνα κουράγιο από τέτοιες σκέψεις, ενώ ο δυνατός πρωινός καφές και οι χημικές αντιδράσεις που προκαλεί, ανασήκωναν την ψυχή και τις πρόσφεραν κάθε πρωί καλοδεχούμενες δόσεις αισιοδοξίας.
No comments:
Post a Comment