Ένα δεύτερο ψυχολογικό χτύπημα τον καιρό του Birmingham, στον επαγγελματικό τομέα αυτήν την φορά, δεν άρχισε να συμβεί: λίγο καιρό μετά τέλος της παρθενικής έκθεσης στην αφ’ έδρας διδασκαλία, τον μήνα που ο αγαπητός και σεμνός και εγκρατής στα πάντα του και λιγομίλητος Professor Tom έβγαινε στη σύνταξη. Σε μια σεμνή τελετή στο κοινό χώρο όπου η σχολή απολάμβανε τα διαλείμματα του τσαγιού, ο Πρόεδρος του τμήματος, μετά από το εθιμοτυπικό λογύδριο, του απένειμε μιαν αναμνηστική πλακέτα και ακολούθησε μια μικρή δεξίωση με ποτά και κέικ, προς τιμή του γέροντα καθηγητή. Στεκόταν στη μέση του χώρου, ψηλός, ξερακιανός, με το μόνιμα αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο, και το ανεπαίσθητο πικρό χαμόγελο του, και δεχόταν ευχές των συναδέρφων. Παρά τις συστολές μου, τον πλησίασα να του ευχηθώ «καλή σύνταξη» (το όφειλα!) και ανταλλάξαμε μερικές κουβέντες για τη ζωή του μετά το πανεπιστήμιο. Τον ευχαρίστησα για τη βοήθεια και συμπαράστασή του τον πρώτο μου καιρό μου στο Birmingham. (Ήταν, ειλικρινά, ενθαρρυντική και ανεκτίμητη.) Με ευχαρίστησε και κείνος για τη δουλειά στο εργαστήριο του, όπως πάντα με φειδώ στους επαίνους του. Σύντομα, με τη γυναίκα του, θα επέστρεφε στην πατρίδα του το Edinburgh, όπου θα ζούσε το υπόλοιπο της ζωής - ως πιστός μεθοδιστής. Και από τότε εξαφανίστηκε από προσώπου γης, με μερικά βιβλία και δεκάδες άρθρα ως απομεινάρια μιας σεμνής ύπαρξης που και αυτή θα διαγραφεί από την αιωνιότητα.
Ο αντικαταστάτης του είχε ήδη βρεθεί. Ο Professor P, φημισμένος και υψηλού
βεληνεκούς καθηγητής στην επιστημονική περιοχή, με σημαντικό έργο, και, το
κυριότερο για το τμήμα, με νήματα και διασυνδέσεις στους μηχανισμούς κρατικής ερευνητικής
χρηματοδότησης. Το όνομα του μου ήταν γνωστό από επιστημονικά συγγράμματά και
ένα από τα βιβλία του που είχα αγοράσει. Όπως μου είπαν, είχε θέσει προ του
διορισμού του ως όρο την προκήρυξη μιας θέσης ακαδημαϊκού προσωπικού σε
γνωστικό αντικείμενο του, που σχετιζόταν και με το δικό. Χρειαζόταν υποστήριξη
από έναν νέο ενθουσιώδη λέκτορα και νεροκουβαλητή. Υπέβαλλα αίτηση τρέφοντας αρκετές
ελπίδες επιτυχίας, χωρίς όμως γνώση του εξωτερικού ανταγωνισμού για την θέση. Και
επιλέγηκα ανάμεσα στους τρεις φιναλίστ. Η προϋπηρεσία δύο σχεδόν χρόνων στη σχολή
υπέθεσα ότι συνετέλεσε: δεν στεκόταν να απορρίψουν, από τον πρώτο γύρο κιόλας, κάποιον
που πριν λιγότερο από δύο χρόνια έκαναν δεκτό και έδειξε εργατικότητα,
φιλοτιμία και έργο. Στις δοκιμαστικές διαλέξεις που οφείλαμε να δώσουμε μπροστά
σε μέλη του προσωπικού και φοιτητές της σχολής ήμουν αγχωμένος και νευρικός, υπό
το βάρος των περιστάσεων και της συνεσταλμένης ιδιοσυγκρασίας, κάτι που έγινε
διακριτό, όπως αντιλήφθηκα στην διάρκεια της ομιλίας. Ο Dr. Κ που δεν
παραβρέθηκε στις διαλέξεις, μου το επιβεβαίωσε την επόμενη: «Άκουσα ότι είχες
νευρικότητα, βρε…» Ο επικρατέστερος υποψήφιος ήταν εμφανώς περισσότερο
ευπροσήγορος, με την εξαιρετική άρθρωση και προφορά του σπουδαγμένου σε κάποιο
από τα κορυφαία πανεπιστήμια Εγγλέζου και καθαρότητα στο λόγο του, και η
παρουσίασή του πλέον συγκροτημένη και ευκρινής, και το περιεχόμενό της περισσότερο
σχετικό από τη δική μου και του τρίτου, επίσης Έλληνα, συνυποψήφιου.
Οι ελπίδες μου σιγόσβηναν. Στη συνέντευξη, με
παρόντες τον νέο καθηγητή, τον Mike, τον πρόεδρο του τμήματος και μια κυρία από το Γραφείο Προσωπικού,
ανταπεξήρθα, αλλά είχα την εντύπωση ότι το παιχνίδι είχε πλέον κριθεί. Η
τελευταία ελπίδα πέθανε όταν κλήθηκα προτελευταίος στην αίθουσα των
συνεντεύξεων για να μου ανακοινώσουν την απόφαση της επιτροπής. Στην αίθουσα
της συνέντευξης είχε μείνει μόνον κυρία από το Γραφείο Προσωπικού, που μου
φέρθηκε ευγενικά και διπλωματικά. Ήμουν δεύτερος επιλαχών· θα μου απένειμαν τη
θέση αν την αρνείτο ο πραγματικά επιτυχών. Δεν έτρεφα αυταπάτες. Είχα αποτύχει
και κείνη η στιγμή σήμανε την αρχή του τέλους της θητείας στο Birmingham και το πανεπιστήμιο,
την έκλειψη ακαδημαϊκής καριέρας με την οποία από φοιτητής δάσκαλοι και
οικογένεια είχα λιβανιστεί. Κατάλαβα ότι κάθε προσωπικότητα δεν είναι κομμένη
και ραμμένη για ακαδημαϊκή διδασκαλία. Τουλάχιστον, εκείνο το επεισόδιο, όπως
και οι άλλες αποτυχίες του παρελθόντος, με δίδαξαν και υπενθύμισαν έγκαιρα κάτι
σημαντικό: οφείλω να παλέψω για δουλειά και επιβίωση σε αυτόν τον κόσμο και καθ’
οδόν να σπάσω τα μούτρα μου αρκετές φορές.
Κόλλησαν στο νου οι στίχοι του Καβάφη: Σα
βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,// να εύχεσαι να 'ναι μακρύς ο δρόμος, //γεμάτος
περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.// Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,// τον
θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι.
Μόνον απογοήτευση λοιπόν. Αυτή θα περνούσε. Δεν
υπήρχε λόγος φόβου όσο ήμουν νέος και υγιής. Στη χειρότερη περίπτωση θα με
περίμενε η Ιθάκη μου μακριά. Τα ατάραχα και στάσιμα, και ως εκ τουτου ανεπιθύμητα νερά της
πατρίδας και της οικογενειακής θαλπωρής.
No comments:
Post a Comment