Το κεφάλαιο ως μια απρόσωπη οντότητα συνδυάζει, συνενώνει,
συνθέτει τις πρώτες ύλες και τα μέσα παραγωγής (τα “capital goods”, το ανόργανο
κομμάτι της παραγωγής) από τη μια μεριά και την εργασία (το οργανικό της κομμάτι)
ως αξίες χρήσης του στη διαδικασία της παραγωγής εμπορεύσιμων αγαθών
(εμπορευμάτων). Αποτελεί κατά κάποιο τρόπο τη συνεκτική ουσία των στοιχείων της
παραγωγής.
Κατ’ αρχήν επισημαίνεται ότι η καπιταλιστική παραγωγή αφορά εμπορεύσιμα αγαθά, δηλαδή προϊόντα και υπηρεσίες ανταλλάξιμες με χρήμα, σε αντίθεση με την ατομική παραγωγή για ατομική κατανάλωση. Για το λόγο αυτό, στη συνέχεια της περιγραφής οι όροι αγαθά και εμπορεύματα θα σημαίνουν το ένα και το αυτό. Επίσης, μια σημαντική και εύλογη διάκριση των αγαθών που παράγει η κοινωνία είναι μεταξύ των κεφαλαιακών αγαθών (capital goods), που αγοράζονται από το κεφάλαιο και χρησιμοποιούνται και καταναλώνονται εντός της παραγωγής, και των καταναλωτικών αγαθών (consumer goods), που αγοράζονται και καταναλώνονται ατομικά. Το φάσμα των καταναλωτικών αγαθών ευρύνεται από είδη πολυτελείας, υψηλής ποιότητας και ανταλλακτικής αξίας, μέχρι αγαθά απόλυτης ανάγκης, που αφορούν τη συντήρηση, την ένδυση, τη στέγαση, την οικιακή ενέργεια, τη βασική εκπαίδευση και περίθαλψη, κτλ. Παρεμπιπτόντως και εκτός θέματος αναφέρω ότι η ικανοποίηση αυτών των «απόλυτων αναγκών» ορίζει και το σχετικό όριο φτώχιας: σε κάθε κοινωνία το εύρος του συνόλου αυτών των «απόλυτων αναγκών» και τα στοιχεία του είναι συνάρτηση του επιπέδου της ιστορικής της ανάπτυξης. Ο ορισμός του, όπως και ο ορισμός των σχετικών δεικτών οικονομικής ανισότητας ή «σχετικής εξαθλίωσης» είναι αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Κατ’ αρχήν επισημαίνεται ότι η καπιταλιστική παραγωγή αφορά εμπορεύσιμα αγαθά, δηλαδή προϊόντα και υπηρεσίες ανταλλάξιμες με χρήμα, σε αντίθεση με την ατομική παραγωγή για ατομική κατανάλωση. Για το λόγο αυτό, στη συνέχεια της περιγραφής οι όροι αγαθά και εμπορεύματα θα σημαίνουν το ένα και το αυτό. Επίσης, μια σημαντική και εύλογη διάκριση των αγαθών που παράγει η κοινωνία είναι μεταξύ των κεφαλαιακών αγαθών (capital goods), που αγοράζονται από το κεφάλαιο και χρησιμοποιούνται και καταναλώνονται εντός της παραγωγής, και των καταναλωτικών αγαθών (consumer goods), που αγοράζονται και καταναλώνονται ατομικά. Το φάσμα των καταναλωτικών αγαθών ευρύνεται από είδη πολυτελείας, υψηλής ποιότητας και ανταλλακτικής αξίας, μέχρι αγαθά απόλυτης ανάγκης, που αφορούν τη συντήρηση, την ένδυση, τη στέγαση, την οικιακή ενέργεια, τη βασική εκπαίδευση και περίθαλψη, κτλ. Παρεμπιπτόντως και εκτός θέματος αναφέρω ότι η ικανοποίηση αυτών των «απόλυτων αναγκών» ορίζει και το σχετικό όριο φτώχιας: σε κάθε κοινωνία το εύρος του συνόλου αυτών των «απόλυτων αναγκών» και τα στοιχεία του είναι συνάρτηση του επιπέδου της ιστορικής της ανάπτυξης. Ο ορισμός του, όπως και ο ορισμός των σχετικών δεικτών οικονομικής ανισότητας ή «σχετικής εξαθλίωσης» είναι αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Το κεφάλαιο επενδύει, λοιπόν, σε αυτές τις αξίες χρήσης (πρώτων
υλών, μέσων παραγωγής και εργασίας) έχοντας τες αγοράσει στις εκάστοτε τιμές της
εξωτερικής αγοράς (συμπεριλαμβανομένης βεβαίως και αυτής της εργασίας με τις
διάφορες κλίμακες δεξιοτήτων, γνώσης, εμπειρίας, κτλ.) και τις εκμεταλλεύεται για
την παραγωγή αγαθών με σκοπό την πώληση τους στην εξωτερική και πάλι για το
κεφάλαιο αγορά σε τιμή που θα ξεπερνά το κόστος παραγωγής τους. Η διαφορά
μεταξύ της τιμής πώλησης του συνόλου των αγαθών που παράγονται υπό το
συγκεκριμένο κεφάλαιο και του κόστους παραγωγής τους (το κόστος πρώτων υλών R, η
διαφορική απόσβεση ή απαξίωση ΔF των μέσων παραγωγής και οι μισθοί εργασίας W) να
αντιστοιχεί στο κεφαλαιακό κέρδος. Το ποσοστό (ακαθάριστου) κέρδους στο τέλος
κάθε κύκλου παραγωγής, για τους σκοπούς αυτής της περιγραφής, είναι ο λόγος της
διαφοράς του εισοδήματος για το κεφάλαιο από τις πωλήσεις των αγαθών που
παράγονται και του κόστος παραγωγής τους,
προς το σύνολο αυτού του εισοδήματος.
Στην απλούστερη, ονομαστική, μονεταριστική της έκφραση, η
τιμή του εμπορεύματος (S) (ή το εισόδημα για το κεφάλαιο από την πώληση ενός
αριθμού μονάδων εμπορεύματος) που έχει παραχθεί από ένα συγκεκριμένο κεφάλαιο είναι:
S = (R +Ο+ W) +
(ΔF) + [(ο + w) + EBIT],
όπου (R) είναι το κόστος των πρώτων υλών που ενσωματώνει το
προϊόν, (Ο) ένα μέρος από το κόστος λειτουργίας (ενέργεια για την κίνηση των
μηχανημάτων, αναλώσιμα υλικά και εξαρτήματα παραγωγής, φωτισμός και κλιματισμός
εργοστασίων, συσκευασία προϊόντων, κτλ.), (ΔF) είναι η φθορά, απόσβεση των
κτιρίων μέσων παραγωγής, δηλαδή του μηχανολογικού και ηλεκτρολογικού,
ηλεκτρονικού εξοπλισμού (depreciation & amortization), (W) οι μισθοί εργαζομένων που η εργασία τους συνδέεται
άμεσα με την παραγωγή, και (ΕΒΙΤ) το προ φόρων και τόκων κέρδος του κεφαλαίου. Στην γλώσσα λογιστών ή επενδυτών:
S = COGS + (Depreciation & Amortization) + (Administration Costs) + (EBIT)
=
(Cost of Production) + (EBIT)
[Ως υποσημείωση, χωρίς ιδιαίτερη σημασία στην περιγραφή
που ακολουθεί, αναφέρω ότι ένα μέρος των απασχολούμενων από το κεφάλαιο δεν
συνδέεται άμεσα με την παραγωγή των αγαθών (διοίκηση, διαχείριση, λογιστές, security, πωλητές,
κτλ.), w, ενώ επίσης ένα μέρος των λειτουργικών δαπανών (δαπάνες marketing, insurance,
καθαριότητα, κτλ.), ο, τα faux frais της παραγωγής, (ο+w). Αυτά τα
στοιχεία δεν συντελούν στην παραγωγή αξίας, αλλά μπορούν να αντιμετωπίζονται ως
(και είναι!) ένα αναγκαίο κόστος για το κεφάλαιο που αφαιρείται από την
υπεραξία που παράγεται και το ακαθάριστο κέρδος. Στη σύγχρονη παραγωγή ένας
τέτοιος διαχωρισμός μεταξύ παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας, ειδικά αν
ληφθούν υπόψη τα επίπεδα συνεργασίας μεταξύ και ώσμωσης των δύο κατηγοριών,
όπως και αυτών της χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας, γίνεται εξαιρετικά
δύσκολος. Για τους σκοπούς της παρακάτω συζήτησης, θεωρώ ως «παραγωγική
εργασία» οποιαδήποτε μορφής εργασία που υπάγεται στο κεφάλαιο, ανεξάρτητα από
τη αμεσότητα της συμμετοχής της στη δημιουργία αξίας και υπεραξίας και
ανεξάρτητα από την αναλογία του μισθού της με τη συμμετοχή της στην τελική αξία
που παράγεται (με αναφορά πάντα στην εργασιακή ενέργεια που αναλώνεται) και στο
βαθμό που αυτή η αναλογία είναι μετρήσιμη. Σε επίπεδο κοινωνίας ο διαχωρισμός
μεταξύ παραγωγικών και μη παραγωγικών επαγγελμάτων είναι σχετικά ευκολότερος,
αλλά αυτό θα αποτελέσει αντικείμενο άλλης διαπραγμάτευσης.]
Στη μαρξιστική διάλεκτο, με δεδομένο ότι η αξία
δημιουργείται αποκλειστικά και μόνον από την εργασία, η παραπάνω απλή εξίσωση
της καπιταλιστικής παραγωγής παρίσταται σε μια ποιοτική βάση (ανταλλακτικών) αξιών
ως εξής:
(Αξία
Εμπορεύματος)
=
(Αξία
Ανόργανων Στοιχείων του Κεφαλαίου που Μεταφέρεται στο Εμπόρευμα)
+
(Προστιθέμενη
Εργασιακή Ενέργεια)
=
(Αξία
Ανόργανων Στοιχείων του Κεφαλαίου που Μεταφέρονται στο Εμπόρευμα)
+
(Μέρος της Αξία
της Εργασιακής Ενέργειας που Επιστρέφει στους Εργαζόμενους στην Παραγωγή ως
Μισθός)
+
(Παραγόμενη Υπεραξία)
Κατά συνέπεια, το (ακαθάριστο) καπιταλιστικό κέρδος είναι
μονεταριστική έκφραση της υπεραξίας σε αντιστοιχία με την ισοδυναμία τιμής και
ανταλλακτικής αξίας. Συνοψίζοντας: η τιμή, δηλαδή η εκπεφρασμένη σε χρήμα ανταλλακτική
αξία των αγαθών, αντιστοιχεί προσεγγιστικά, είναι η ποσοτική προσέγγιση της
εργασιακής ενέργειας που ενσωματώνεται στο αγαθό. Συμπεριλαμβάνει τις πρώτες
ύλες που χρησιμοποιούνται και την απαξίωση των μέσων παραγωγής ή και το κόστος
εργασίας για τη συντήρησή τους, μαζί με το συνολικό υλικό λειτουργικό κόστος αυτής
καθαυτής της παραγωγής και κατ’ απαίτηση της παραγωγής των συγκεκριμένων
εμπορευμάτων, συν την προστιθέμενη αξία που ενσωματώνεται στο τελικό αγαθό από
την εργασία στη συγκεκριμένη επιχείρηση.
Ένα μέρος αυτής της προστιθέμενης αξίας μετά την πώληση του προϊόντος,
δηλαδή την «πραγματοποίηση» της ανταλλακτικής αξίας του στην αγορά και της μετατροπής
της σε χρήμα, επιστρέφει στους εργαζομένους ως μισθός (που στην καπιταλιστική parlance αποτελεί το
«κόστος εργασίας» για το κεφάλαιο), ενώ το υπόλοιπο μέρος, το κύριο μέρος της
δημιουργούμενης εντός της επιχείρησης υπεραξίας συνιστά το κεφαλαιακό κέρδος. Το κέρδος αντιστοιχεί, είναι η έκφραση σε
χρήμα του μέρους της προστιθέμενης αξίας που καρπώνεται το κεφάλαιο.
Η πρωταρχική μορφή του κεφαλαίου είναι χρηματική (έστω Μ(0))
και επομένως η ονομαστική του αξία χαρακτηρίζεται από την ποσότητα του χρήματος
στο οποίο αντιστοιχεί και το οποίο είναι.
Από τη στιγμή που επενδύει στην παραγωγή αγαθών η σύνθεση του μεταλλάσσεται, σε
χρονική αρμονία με τους κύκλους παραγωγής και αναπαραγωγής του, μεταξύ χρήματος
και του σταθερού (μέσα παραγωγής, πρώτων υλών) και μεταβλητού (εργασία και
λειτουργικές δαπάνες) μέρους ή, από την άλλην ισοδύναμη σκοπιά, των ανόργανων
(πρώτες ύλες, μέσα παραγωγής, ενέργεια, κτλ.) και οργανικών (ανθρώπινη εργασία)
στοιχείων του. Το αρχικό κεφάλαιο, λοιπόν, ανταλλάσσει το χρήμα με capital goods (συνήθως προϊόν
άλλων κεφαλαίων) και αγοράζει τις απαραίτητες πρώτες ύλες (επίσης προϊόν άλλων
κεφαλαίων) και θέτει όλα αυτά τα στοιχεία με ένα λειτουργικό κόστος (ενέργειας,
τηλεπικοινωνιών, εξαρτημάτων παραγωγής, κόστος μεταφοράς εμπορευμάτων από το Α
στο Β, κτλ.) σε κίνηση από την εργασία και
σε ζύμωση με αυτήν, στην παραγωγική διαδικασία.
Αρχικά M(0)=R+W+F+(ο+w), όπου F ή αρχική επένδυση στα μέσα παραγωγής, όπως μηχανήματα,
υπολογιστές, δίκτυα, εγκαταστάσεις, κτλ.), και μια διαδικασία ξεκινά για την παραγωγή του
εμπορεύματος (G) στο χρόνο, χαρακτηριζόμενη από (μικροοικονομικούς)
κύκλους ή περιόδους παραγωγής, ας πούμε Ν μονάδων εμπορεύματος ανά περίοδο, που
συνεχίζονται ad infinitum. Το μέγεθος της αρχικής επένδυσης εξαρτάται κατά κύριο
λόγο από τον τομέα της παραγωγής, ο οποίος καθορίζει τη σύνθεση των στοιχείων
της παραγωγής, τη σχέση του σταθερού και μεταβλητού του μέρους, όπως και το
απόλυτο και σχετικό κόστος τους (παραδείγματος χάριν, labor intensive έναντι αυτοματοποιημένου
χαρακτήρα της παραγωγής, επίπεδο απαιτούμενης ειδίκευσης, κτλ.) Η αρχική
επένδυση Μ(0) μπορεί να προκύπτει από συγκερασμό διαφόρων κεφαλαίων (ιδιωτικών,
κρατικών, κεφαλαίων νομικών προσώπων, τραπεζικών-χρηματοπιστωτικών, ως πίστωση,
κτλ.)
Στην περίοδο παραγωγής Ν μονάδων ενός εμπορεύματος G μεταξύ των
χρονικών στιγμών (T1), όπου το κεφάλαιο σε χρηματική μορφή (Μ1) επενδύει
(αγοράζει τα) στοιχεία της παραγωγής, και (Τ2), όπου πραγματοποιεί την αξία Ν
μονάδων εμπορεύματος G, δηλαδή την ανταλλαγή του με χρήμα στη τιμή αγοράς S, μπορεί απλά
να περιγραφεί απλά ως εξής:
... > Μ (Τ1) > R + W + Ο + (ΔF) + ( ο + w ) > N(G) > Μ (Τ2) > ...
Ο κύκλος αυτός
μπορεί να είναι ασυνεχής και η διάρκειά του ΔΤ=Τ2-Τ1, που κατά μέσο όρο εξαρτάται
από τον τομέα της παραγωγής (παραδείγματος χάριν, πολύ μικρός για την παραγωγή
και πώληση μιας στοιχειώδους ποσότητας βασικών καταναλωτικών αγαθών, μεγαλύτερος
για έναν αριθμό αγαθών διάρκειας, όπως αυτοκίνητα, αεροπλάνα, μηχανήματα, ακόμα
μεγαλύτερος για έργα υποδομής, όπως κτιριακές εγκαταστάσεις, αεροδρόμια, σιδηρόδρομοι).
Η διάρκεια ΔΤ επίσης εξαρτάται από την κατάσταση της οικονομίας και δύναται να
επηρεάζεται ή να υφίσταται διαταράξεις από εξωγενείς παράγοντες, όπως φυσικές
καταστροφές, πολέμους, κρατικές παρεμβάσεις, πολιτικά γεγονότα, ασυνέχειες στην
κυκλοφορία του χρήματος, κτλ., αλλά και για μια συγκεκριμένη επιχείρηση από
άλλες ανταγωνιζόμενες της. Το ίδιο ισχύει για τον όγκο της παραγωγής (Ν) εντός
της περιόδου ΔΤ.
No comments:
Post a Comment