Η ιστορία της ανθρωπότητας στον αναπτυγμένο κόσμο
τουλάχιστον έχει εισέρθει πλέον και διατρέχει τη φάση της υπαγωγής (subsumption) της
κοινωνίας και της κοινωνικής εργασίας στο κεφάλαιο, τη φάση μιας παγκόσμιας
καπιταλιστικής ολοκλήρωσης: όπου η εργασία λίγο-πολύ κάθε μορφής (η παραγωγικής
εργασία στο σύνολό της, αλλά και εργασία που δεν συνδέεται άμεσα με την
παραγωγή ή δεν υπάγεται απευθείας στο κεφάλαιο, συμπεριλαμβανομένης της
επιστήμης και της τεχνολογίας) και η αξία που αυτή η εργασία δημιουργεί
απαλλοτριώνεται από το κεφάλαιο -με την ευρύτατη έννοιά του που περιέγραψα σε
άλλο κείμενο· όπου η κοινωνική εργασία εντάσσεται, υπάγεται και
γίνεται υφιστάμενη των σχέσεων παραγωγής και κατανάλωσης που επιβάλλουν οι
κύκλοι της κεφαλαιακής επένδυσης, παραγωγής και τελικής πραγματοποίησης-διατίμησης
(valorization) του αρχικού κεφαλαίου, με την πώληση των αγαθών στην
αγορά έναντι της τιμής που ανά πάσα στιγμή θέτει η αγορά -και κατά συνέπεια της
επέκτασης της παραγωγής, της συσσώρευσης και συγκέντρωσης του κεφαλαίου. Με
άλλα λόγια, η παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών, σε όλο το πεδίο της
αλληλεξάρτησης των τομέων της, προϋποθέτει πλέον και υπαγορεύεται από το
κεφάλαιο· κατά
συνέπεια, κάθε λογής σχεδόν εργασία, η εξειδίκευση και ο κοινωνικός και παγκόσμιος
καταμερισμός της, ο χρόνος και η έντασή της, εξυπηρετεί αυτήν καθαυτή την
καπιταλιστική παραγωγή και το self-valorisation του
κεφαλαίου διαμέσου του καπιταλιστικού κέρδους.
Από τη μεριά του, το σύγχρονο πολιτικό και κρατικό-γραφειοκρατικό εποικοδόμημα,
φαινομενικά αυτόνομο και κατά το μεγάλο τμήμα του υφιστάμενο έξωθεν της
παραγωγής, συμβιώνει αναπόφευκτα με αυτή, συντηρούμενο με μέρος της αξίας που
δημιουργείται από την παραγωγική εργασία, αναδύθηκε ως επιτηρητής του
ανταγωνισμού, των κανόνων του και των κανόνων σύμπραξης των τάξεων που
συμμετέχουν στην παραγωγική διαδικασία, ρυθμίζει με αυξομειωμένη πίεση τις
σχέσεις παραγωγής και ανταλλαγής αγαθών, ελέγχει και ως ένα βαθμό επηρεάζει τις
οικονομικές δυνάμεις που αναπτύσσονται στο παραγωγικό υπόστρωμα και στο χώρο
της αγοράς. Η σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία είναι η σύνθεση του κεφαλαίου και
της εργασίας, της παραγωγής αγαθών και της κατανάλωσής τους, της αγοράς και
τους κράτους.
Η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας, παράλληλα
και εντός ή εκτός των αυστηρών πλαισίων της παραγωγής, αναβαθμίζει και διευρύνει
τις ανάγκες του ανθρώπου (διατροφή, ένδυση, κατοικία, μετακίνηση, επικοινωνία, ενημέρωση,
ασφάλεια, περίθαλψη, γνώσεις και ενημέρωση, κτλ.). Επιπλέον, η ποσοτική
επέκταση του κοινωνικού προϊόντος σχετίζεται, ενώ δημογραφικές μεταβολές
δύνανται να διαμορφώνουν τη σύνθεση αυτού του προϊόντας με τις αξίες των
επιμέρους αγαθών που το συνιστούν. Αυτήν την ποσοτική διεύρυνση και ποιοτική
αναβάθμιση των αναγκών του ανθρώπου, την αν και κατά κανόνα κοινωνικά ασύμμετρη
βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και ποιότητα ζωής του ανθρώπινου γένους,
εξυπηρετεί η διαδικασία και οι σχέσεις παραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών που
αναπτύσσονται στην κάθε εθνική ή υπερεθνική ή παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία.
Με άλλα λόγια, η κοινωνία εργάζεται, παράγει ένα κοινωνικό προϊόν που είτε έμμεσα
(ως μέσα παραγωγής, εργαλεία, πρώτες ύλες, κτλ.), είτε άμεσα (καταναλωτικά
αγαθά) εξυπηρετούν το σύνολο και πλέγμα των ανθρώπινων, υλικών, πνευματικών και
ψυχικών ή συναισθηματικών αναγκών. Βέβαια, αυτό καθαυτό το κοινωνικό προϊόν δεν
κατανέμεται ούτε ομοιόμορφα, ούτε σε αντιστοιχία με τις ανάγκες του καθενός (σε
αντιστοιχία με το φύλο του, την ηλικία του, την εργασιακή ενέργεια που
καταναλώνει), ενώ αγαθά διαφορετικών ποιοτικών διαβαθμίσεων και προστιθέμενης
αξίας εντός της ίδιας κατηγορίας (διακοπών, ένδυσης, τηλεπικοινωνίας, αυτοκίνησης,
κτλ.) καταναλώνονται σε διαφορετικές αναλογίες από τα διάφορα οικονομικά
στρώματα της κοινωνίας.
Αλλά αυτό δεν είναι το θέμα που με απασχολεί επί του
παρόντος. Αρκεί να γραφεί επ’ αυτού ότι ένα μέρος από το ευρύτατο φάσμα των
αγαθών που συνιστούν το κοινωνικό ή παγκόσμιο προϊόν, αναδιανέμεται ως πρώτες
ύλες και εξοπλισμός και μέσα παραγωγής, εντός των πλαισίων της παραγωγής (για
να αναλωθεί ως συστατικό στην παραγωγή πρωτογενών, δευτερογενών, τριτογενών,
κτλ. αγαθών), ενώ το δεύτερο κομμάτι αυτού του προϊόντος συμπεριλαμβάνει ένα
επίσης ευρύτατο φάσμα αξιών χρήσης και καταναλωτικών αγαθών (με διαφορετικές
περιόδους ανάλωσης και απόσβεσης, από στιγμιαίες μέχρι διάρκειας γενεών)
διαφορετικών διαβαθμίσεων (από απολύτως αναγκαία μέχρι πολυτελείας). Όπως αναφέρθηκε,
αυτά τα αγαθά που διαφοροποιούνται ως προς την ποιότητα», το κόστος παραγωγής,
και το επίπεδο αναγκών (από την απλή διαβίωση και καθημερινή συντήρηση, μέχρι
απίθανες μορφές αισθητικής απόλαυσης) που εξυπηρετούν, διανέμονται και καταναλώνονται
σε αναλογίες που συσχετίζονται με τις εισοδηματικές αγκύλες εντός των οποίων
ανήκει ο καθένας. Χονδρικά: ο κύριος κορμός των ειδών πολυτελείας απευθύνεται εις
και καταναλώνεται από τα ανώτερα στρώματα, οι φτηνότερες επιλογές εντός του
συνόλου των απολύτως αναγκαίων από τα χαμηλότερα στρώματα. Ως υποσημείωση εκτός
θέματος: εντός του συνόλου των υλικών αγαθών υπάρχουν και παραδείγματα αυτών με
είτε μη προσδιορίσιμη αξία ή με τιμή σε πλήρη ασυμβατότητα με την εργασία που
ενσωματώνουν (συλλεκτικά αντικείμενα, αντίκες, έργα τέχνης). Συνήθως τέτοια
αντικείμενα διακρίνονται για τη μοναδικότητά και πρωτοτυπία τους ή την αδυναμία
της αναπαραγωγής τους, και κατά συνέπεια βρίσκονται εκτός κοινωνικής παραγωγής.
Από την άλλη μεριά, η έννοια της κοινωνικής εργασίας που υπεισέρχεται συχνά στην ανάλυση των
καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής δύναται να ερμηνευτεί σε δύο επίπεδα: (α) για
την παραγωγή ενός προϊόντος ή την
προσφορά μιας υπηρεσίας (ανταλλάξιμων κατά κανόνα με χρήμα, δηλαδή
«εμπορευμάτων») συνεργάζονται και συμπράττουν, είτε συναλλάσσονται διαφορετικοί
τομείς της παραγωγής που μπορεί να ελέγχονται από διαφορετικά κεφάλαια (σε
μέγεθος και σύνθεση) στη βάση ενός κοινωνικού
καταμερισμού εργασίας· (β) το
σύνολο των αγαθών που παράγει μια κοινωνία, το κοινωνικό της προϊόν, είναι
αποτέλεσμα ενός κοινωνικού καταμερισμού
εργασίας και της σύμπραξης εργαζομένων από διαφορετικά κοινωνικό-οικονομικά
στρώματα και στο σύνολό του ελέγχεται (ή «τίθεται σε κίνηση») από έναν γαλαξία
κεφαλαίων (ιδιωτικών, οικογενειακών, μετοχικών, κρατικών, μικτών) διαφόρων
μεγεθών. Κατά δεύτερο λόγο, η παραγωγή
ενός αγαθού από μια συγκεκριμένη επιχείρηση ελεγχόμενη από ένα συγκεκριμένο
κεφάλαιο είναι αποτέλεσμα συνεργασίας και σύμπραξης ατόμων διαφορετικών
επιδεξιοτήτων και ειδικοτήτων στη βάση ενός μικροοικονομικού καταμερισμού
εργασίας. Στην περιγραφή που ακολουθεί ή προηγήθηκε, αντιλαμβάνομαι και ορίζω
την κοινωνική εργασία με αναφορά στις προτάσεις (α) ή (β). Αυτή η κοινωνική εργασία που ενσωματώνεται
είτε σε ένα συγκεκριμένο εμπόρευμα, είτε στο κοινωνικό προϊόν τελικά
ποσοτικοποιείται (μετρείται) από την αγορά (την κοινωνική, εθνική ή παγκόσμια),
είτε κατά τη διατίμηση ενός προϊόντος, είτε κατά την εκτίμηση της αξίας του
συνολικού προϊόντος που η κοινωνία παράγει από το άθροισμα των ανταλλαγών
αγαθών με χρήμα και χρήματος με αγαθά, αντίστοιχα.
Φυσικά, με δεδομένες τις διακυμάνσεις των τιμών, αφενός,
και της δυσκολίας καταγραφής του συνόλου των συναλλαγών, η εκτίμηση της κοινωνικής εργασίας που ενσωματώνεται σε
ένα προϊόν ή στο κοινωνικό προϊόν και της πραγματικής
ανταλλακτικής αξίας του είναι επίσης προβληματική και δυνατή μόνον
προσεγγιστικά από χρονικά μεταβαλλόμενους μέσους όρους ή την ολοκλήρωση απειράριθμων,
απειροστών αγοροπωλησιών. Σε τελική ανάλυση, η προσεγγιστική της μέτρηση
επαφίεται στην κοινωνική και παγκόσμια αγορά αγαθών και εξαρτάται από όγκο της πληροφορίας
που είναι διαθέσιμη σε αυτήν από μεμονωμένες επιχειρήσεις, κρατικούς
οργανισμούς, κτλ.
Ενώ από τη μια μεριά η ανταλλακτική αξία ενός αγαθού
ορίζεται και είναι προσδιορίσιμη από
τη απαραίτητη κοινωνική εργασιακή ενέργεια που ενσωματώνει
στη διαδικασία παραγωγής, στα πλαίσια της κοινωνίας που το παράγει και το
καταναλώνει (και αυτή πάντα μπορεί να είναι παγκόσμια) «κάτω από συγκεκριμένες
κοινωνικές συνθήκες [και οργάνωση] της παραγωγής και τη δεδομένη μέση κοινωνική
ένταση και επιδεξιότητες των εργαζομένων», εν ολίγοις τη δεδομένη κοινωνική
παραγωγικότητα, από την άλλη μεριά η τιμή αγοράς του ίδιου αγαθού ή της κατηγορίας
ομοειδών του διακυμαίνεται ή ταλαντώνεται πάνω και κάτω από την πραγματική
ανταλλακτική του αξία, όπως δυνάμει μεταβάλλονται και οι σχετικές τιμές αγαθών,
κυρίως λόγω αυξομειώσεων στη σχετική προσφορά και ζήτηση τους. Συνήθως, τέτοιες
αυξομειώσεις γύρω από σημείο σύγκλισης, την πραγματική ανταλλακτική αξία, είναι
ήπιες και υπό ομαλές κοινωνικές συνθήκες η προσφορά τείνει να εξισορροπήσει τη
ζήτηση, ή αντίστροφα. Πολλές φορές, λόγω κάποιας δραματικής αύξησης της
παραγωγικότητας σε ένα τομέα σε σχέση με τον άλλο και της αντίστοιχης μεταβολής
της αντίστοιχης «απαραίτητης κοινωνικής εργασίας», οι σχετικές τιμές μεταξύ
κατηγοριών αγαθών υφίστανται μόνιμες μεταβολές. Ωστόσο, αυτή η δυσκολία της
μέτρησης και εκτίμησης , της μετάβασης από την ανταλλακτική αξία, την
πραγματική αξία, σε μια ακριβή ποσοτική έκφραση σε καμιά περίπτωση δεν αναιρεί
την αλήθεια ότι “the common social substance of all commodities is labor”. Συνοψίζοντας,
η ανταλλακτική του αξία ορίζεται από τη μέση κοινωνικά αναγκαία εργασιακή
ενέργεια που ενσωματώνεται σε ένα αγαθό μέσα από όλα τα στάδια της παραγωγής
του. Και αυτή η ανταλλακτική αξία, η ενσωματωμένη κοινωνικά εργασία είναι
δυνάμει προσδιορίσιμη και μετρήσιμη, μπορεί ποσοτικοποιηθεί και εκτιμηθεί
ποσοτικά από την τιμή αγοροπωλησίας της, από αυτήν καθαυτή την αγορά μέσα από
το πλήθος των ανταλλαγών αγαθών που λαμβάνουν χώρα.
Οι σχέσεις παραγωγής και κατανάλωσης στον καπιταλισμό
χαρακτηρίζονται, λοιπόν, από μιαν πληθώρα συναλλαγών και, κατ’ επέκταση, άμεσων
ή έμμεσων ανταλλαγών προϊόντων και υπηρεσιών, από ένα πολυσύνθετο και πολυδιάστατο
πλέγμα ανταλλαγών που λαμβάνουν χώρα ανάμεσα σε ατομικούς καταναλωτές οποιουδήποτε
κοινωνικοοικονομικού στρώματος και τις ατομικές, οικογενειακές, μικρές ή
μεγάλες επιχειρήσεις, δηλαδή τα διάφορα μορφής και μεγέθους κεφάλαια, προσφοράς
προϊόντων και υπηρεσιών προς κατανάλωση, ανάμεσα στις επιχειρήσεις καταναλωτικών
αγαθών και αυτών που παράγουν εργαλεία και μέσα παραγωγής, ανάμεσα στις
επιχειρήσεις εξαρτημάτων και συνθέτων μηχανισμών, μεταξύ επιχειρήσεων εξόρυξης
πρώτων υλών ή καλλιεργειών της γης και επιχειρήσεων μεταποίησης, κ.ο.κ.
Είναι επίσης σαφές ότι κάθε αγαθό που είτε διατίθεται προς κατανάλωση, είτε αποτελεί πρώτη ύλη στην παραγωγή άλλων αγαθών, είτε πρόκειται για μέσο παραγωγής, είτε παρουσιάζεται ως σταθερό «κεφάλαιο» με μεγάλο διάστημα απόσβεσης, είτε ως άμεσα αναλώσιμο, είτε ως υλικό και απτό, είτε ως άυλο (όπως κάποια μορφή ενέργειας ή υπηρεσίας) είναι αποτέλεσμα της κοινωνικής εργασίας. H ραγδαία εξάπλωση της ανταλλαγής αγαθών σε κοινωνικό, εθνικό και πλέον παγκόσμιο επίπεδο, η ραγδαία αύξηση του ρυθμού αυτών των ανταλλαγών, η πληθώρα αγαθών, ομοειδών και ετεροειδών, σε έναν τόπο και χρόνο, για την ανάλωση ή κατανάλωση ή απόσβεση τους σε έναν άλλο τόπο και χρόνο, βαδίζει χέρι-χέρι με την τεχνολογική ανάπτυξη, τη συσσώρευση γνώσης του ανθρώπινου γένους, τη συνεπαγόμενη διαρκή αύξηση της παραγωγικότητας, την αναγκαστική συνεπακόλουθη εξειδίκευση και καταμερισμό της εργασίας. Ο άνθρωπος σε αυτό το πολυσύνθετο, πολύπλοκο πλέγμα σχέσεων παραγωγής και κατανάλωσης, της ανταλλαγής αγαθών φαινομενικά ενεργεί και συμπλέκεται ανεξάρτητα, κάτι που “at bottom is merely an illusion”, ενώ στην πραγματικότητα υπάγεται στις δυνάμεις και τάσεις μιας κοινωνικής παραγωγικής διαδικασίας. “Social production exists outside them as their fate.”
Είναι επίσης σαφές ότι κάθε αγαθό που είτε διατίθεται προς κατανάλωση, είτε αποτελεί πρώτη ύλη στην παραγωγή άλλων αγαθών, είτε πρόκειται για μέσο παραγωγής, είτε παρουσιάζεται ως σταθερό «κεφάλαιο» με μεγάλο διάστημα απόσβεσης, είτε ως άμεσα αναλώσιμο, είτε ως υλικό και απτό, είτε ως άυλο (όπως κάποια μορφή ενέργειας ή υπηρεσίας) είναι αποτέλεσμα της κοινωνικής εργασίας. H ραγδαία εξάπλωση της ανταλλαγής αγαθών σε κοινωνικό, εθνικό και πλέον παγκόσμιο επίπεδο, η ραγδαία αύξηση του ρυθμού αυτών των ανταλλαγών, η πληθώρα αγαθών, ομοειδών και ετεροειδών, σε έναν τόπο και χρόνο, για την ανάλωση ή κατανάλωση ή απόσβεση τους σε έναν άλλο τόπο και χρόνο, βαδίζει χέρι-χέρι με την τεχνολογική ανάπτυξη, τη συσσώρευση γνώσης του ανθρώπινου γένους, τη συνεπαγόμενη διαρκή αύξηση της παραγωγικότητας, την αναγκαστική συνεπακόλουθη εξειδίκευση και καταμερισμό της εργασίας. Ο άνθρωπος σε αυτό το πολυσύνθετο, πολύπλοκο πλέγμα σχέσεων παραγωγής και κατανάλωσης, της ανταλλαγής αγαθών φαινομενικά ενεργεί και συμπλέκεται ανεξάρτητα, κάτι που “at bottom is merely an illusion”, ενώ στην πραγματικότητα υπάγεται στις δυνάμεις και τάσεις μιας κοινωνικής παραγωγικής διαδικασίας. “Social production exists outside them as their fate.”
Η καπιταλιστική παραγωγή και κατανάλωση είναι μια
δυναμική διαδικασία σε διαρκή κίνηση. Μέσα από αυτό το σύνολο των αναρίθμητων
συναλλαγών υπεράνω ανθρώπων, ατομικών επιχειρήσεων, ακόμα και εθνικών
κοινωνιών, προκύπτουν τάσεις, κινήσεις μετρήσιμων οικονομικών μεγεθών
(πληθωρισμός, χρέος, ισοζύγια πληρωμών και εμπορικά ισοζύγια εθνών, πραγματικοί
μισθοί, κέρδη επιχειρήσεων, εθνικό προϊόν, δείκτες παραγωγικότητας, κτλ.),
αναπτύσσονται οικονομικές δυνάμεις, εντός εθνικών χώρων ξεχωριστά και σε
παγκόσμιο επίπεδο, και δυνητικά αντιθέσεις, συγκρούσεις, αστάθεια, υφέσεις και
κρίσεις. Και είναι αυτές οι οικονομικές δυνάμεις που αναπτύσσονται μέσα από
αυτό το πολυσύνθετο, παγκόσμιο πλέγμα των καπιταλιστικών σχέσεων που προβλέψιμα
οδήγησε στην ανισόμετρη ανάπτυξη διαφορετικών γεωγραφικών περιοχών στον
πλανήτη, τη διαμόρφωση ισχυρών οικονομικών πόλων, τη μόρφωση πολυεθνικών
επιχειρήσεων, εθνικών μονοπωλίων ή παγκόσμιων ολιγοπωλίων· είναι οι
οικονομικές δυνάμεις που θέτουν σε πάλη ή ακόμα και τροχιά σύγκρουσης
κοινωνικές τάξεις και έθνη, ενώ σχετίζονται αμφίδρομα με το πολιτικό εποικοδόμημα.
Και είναι αυτές οι ίδιες δυνάμεις που διαμορφώνουν την κοινωνική συμπεριφορά
του ατόμου, τις περισσότερες φορές χωρίς το ίδιο να έχει αυτοσυνείδηση αυτής
της σχέσης με αυτό το περιβάλλον παραγωγής και κυκλοφορίας αγαθών και χρήματος,
ορίζουν τον ελεύθερο χρόνο που αφιερώνει εκτός παραγωγής και κατανάλωσης, τελικά
προσδιορίζουν τα όρια της ελευθερίας του.
No comments:
Post a Comment