Tuesday, May 23, 2017

Ξανασυναντώντας τον Μαρξ - 5 Παραγωγικότητα

Είναι σαφές ότι η μεγιστοποίηση της απόδοσης του κεφαλαίου με πρωτοβουλία του ίδιου του κεφάλαιου επιτυγχάνεται είτε με την αύξηση της τιμής του αγαθού, είτε με μείωση του κόστους παραγωγής, είτε και με τα δύο ταυτόχρονα. Η τιμή του αγαθού, για την οποία θα γίνει περισσότερος λόγος αργότερα, σε συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού προσδιορίζεται από την αγορά, ενώ σε συνθήκες ισορροπίας προσφοράς και ζήτησης αντικατοπτρίζει την ανταλλακτική αξία του εμπορεύματος, την ενσωματωμένη σε αυτό κοινωνική εργασία, αν και σύγκλιση της τιμής στην πραγματική αξία προϋποθέτει αρκετούς κύκλους παραγωγής του ίδιου αγαθού, σημαντικό αριθμό ανταλλαγών και μικρές αποκλίσεις της προσφοράς από τη ζήτηση. Σε μονοπωλιακές ή ολιγοπωλιακές καταστάσεις, σε συνθήκες σημαντικών εξωτερικών παρεμβάσεων (κυρίως καρατικών), σε απρόβλεπτες διαταράξεις στην προσφορά και τη ζήτηση η τιμή μπορεί να αποκλίνει σημαντικά από την ουσιαστική, πραγματική αξία, με εκτροπές συχνά απρόβλεπτες και ακαριαίες, με ευρύτερο κοινωνικό αντίκτυπο, ιδιαίτερα αν πρόκειται για τιμές βασικών αγαθών (ενέργεια, διατροφή, κατοικία, κτλ.) Κατά την πραγματοποίηση αυτής της αξίας, κατά τη μετάβαση Ν(G) > M(T2) στον στοιχειώδη παραγωγικό κύκλο, το κεφάλαιο έρχεται αντιμέτωπο με την αγορά, προσκρούει σε μιαν κατάστασή και δυνάμεις που σε μεγάλο βαθμό το ξεπερνούν. Εξαίρεση ίσως αποτελούν μονοπώλια και ολιγοπώλια της αγοράς ή μεγάλα κρατικά κεφάλαια. Πάντως, η τιμή που επιτυγχάνεται στην παραπάνω μετάβαση και ανταλλαγή του προϊόντος με χρήμα και τη συνέχιση του παραγωγικού κύκλου σε μέγιστο βαθμό προσδιορίζεται από την κοινωνική, παγκόσμια πλέον αγορά και τον ανταγωνισμό στο εσωτερικό της.

Από την άλλη μεριά, το κόστος παραγωγής, όπως επίσης αυτή καθαυτή η βασική περίοδος κι ο αριθμός των κύκλων παραγωγής στη διάρκεια μιας επένδυσης, είναι παράμετροι που το συγκεκριμένο κεφάλαιο δύναται και πασχίζει να επηρεάσει ώστε να μεγιστοποιήσει το ποσοστό του ακαθάριστου κέρδους και τη μέση απόδοσή του στο χρόνο, σε απόλυτους αριθμούς και σε σχέση με άλλα κεφάλαια. Η αύξηση της παραγωγικότητας της καπιταλιστικής επιχείρησης εξ ορισμού τείνει είτε να αυξάνει τις μονάδες εμπορεύματος Ν(G) που παράγονται σε μια σταθερή περίοδο ΔΤ, είτε, ισοδύναμα, να μειώνει τη διάρκεια του κύκλου ΔΤ για την παραγωγή της ίδιας ποσότητας N(G), και στις δύο περιπτώσεις με το ίδιο ή μικρότερο κόστος παραγωγής (απόσβεσης των μέσων παραγωγής και του κόστους εργασίας). Θεωρώντας σταθερή την ποσότητα και το κόστος των πρώτων υλών που κάθε μονάδα εμπορεύματος περιέχει, αυτό επιτυγχάνεται: είτε στην απλούστερη, ακατέργαστη εκδοχή- με αύξηση της έντασης της εργασίας στη διάρκεια ΔΤ για το ίδιο μισθολογικό κόστος, δηλαδή την εντατικοποίηση της, κάτι που αποκτά ιδιαίτερο νόημα για labor intensive δραστηριότητες· είτε με την αυτοματοποίηση και εφαρμογή τεχνικών ή μεθόδων οργάνωσης της παραγωγής που μειώνουν το μέρος (W+O) του συνολικού κόστους ή μόνον ή κυρίως του W (του χρόνου ζωντανής εργασίας για την παραγωγή των Ν(G))· είτε με οικονομίες κλίμακας που μειώνουν την απόσβεση του σταθερού μέρους του κεφαλαίου και του λειτουργικού κόστους (Ο+ο+w) ανά μονάδα εμπορεύματος. 

Εν κατακλείδι, αύξηση της παραγωγικότητας σημαίνει μεγένθυνση του όγκου της παραγωγής με το ίδιο κόστος ή μείωση του κόστους ανά μονάδα αγαθού για το ίδιο μέγεθος παραγωγής, κάτι που δυνητικά  ελαχιστοποιεί τον λόγο C/M(T2) και επομένως μεγιστοποιεί το ποσοστού κέρδους [1-C/M(T2)]. Στο καπιταλιστικό σύστημα παραγωγικών σχέσεων η παραγωγικότητα είναι μετρήσιμη και τυπικά μπορεί να εκφραστεί από το λόγο του αριθμού των αγαθών που παράγονται (Ν(G) προς το κόστος παραγωγής τους, συμπεριλαμβανομένων πάντα των μισθών των εργαζομένων –του κόστους εργασίας. Σε κάθε περίπτωση, η αύξηση του ποσοστού κέρδους θεωρεί κατ’ αρχήν (ή και προϋποθέτει)σταθερή  και δεδομένη τη διατίμηση από την αγορά της ίδιας ποσότητας Ν(G) εμπορευμάτων.

Η αύξηση της παραγωγικότητας σε μια μεμονωμένη επιχείρηση (X) ενός συγκεκριμένου τομέα παραγωγής, που παρακινείται αποκλειστικά και μόνο από τον ανταγωνισμό σε συνδυασμό με το κίνητρο της διατήρησης και αύξησης του ποσοστού κέρδους, εκμεταλλεύεται με εναλλακτικούς τρόπους από το αντίστοιχο κεφάλαιο και επιφέρει απτά αποτελέσματα εντός του τομέα παραγωγής στο οποίο δρα: (α) άμεση αύξηση της κερδοφορίας με δεδομένη σταθερή ζήτηση των αγαθών και μερίδιο αγοράς· (β) μείωση της τιμής προσφοράς του προϊόντος ως προς την επικρατούσα τιμή αγοράς με την προσδοκία αύξησης του μεριδίου αγοράς στον ιδιαίτερο τομέα και την αύξηση των μονάδων του αγαθού που η εταιρία θα διαθέτει εις βάρος των ανταγωνιστών της· (γ) συνήθως μέσω κάποιου λογιστικού συμβιβασμού μεταξύ μείωσης της τιμής προσφοράς και αύξηση της κέρδοφορίας, στη βάση και πάλι προσδοκιών ως προς την εξέλιξη της αγοράς και του ανταγωνισμού. Για τις ανταγωνιστικές επιχειρήσεις (Y,Z,...) οι επιλογές είναι δύο: είτε (α) να ισοφαρίσουν την αύξηση της παραγωγικότητας της πρωτοπόρας επιχείρησης (Χ), είτε (β) να παραχωρήσουν αναγκαστικά μερίδιο της αγοράς στην παραγωγικότερη επιχείρηση. Σε κάθε σενάριο επιλογών, τόσο οι τιμές των αγαθών, όσο και τα ποσοστά κέρδη των ανταγωνιζόμενων επιχειρήσεων μεταβάλλονται  με το χρόνο. Χαρακτηριστικά παραδείγματα επιπτώσεων της αύξησης της παραγωγικότητας και της συνοδευόμενης μείωσης του κόστους παραγωγής, στις μεταβολές ποσοστών κερδών και τιμών αγαθών, και της δυναμικής («διαλεκτικής») σχέσης τους εντός του ίδιου τομέα ή των ανταλλακτικών αξιών μεταξύ αγαθών και ποσοστών κερδών παρεμφερών ή διαφορετικών τομέων μπορούν εύκολα να αντληθούν από την πρόσφατη ιστορία, καθώς και σύγχρονες εξελίξεις [εξόρυξη μετάλλων για βιομηχανική και καταναλωτική χρήση, πηγές ενέργειας (υδρογονάνθρακες, ανανεώσιμες, κτλ.), τηλεπικοινωνίες (ασύρματες, ενσύρματες, κινητές, κτλ.), διάδοση πληροφορίας, κτλ.]

Η δυναμική του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, σε συνδυασμό πάντα με τη ροπή των ανταγωνιζόμενων κεφαλαίων προς μεγιστοποίηση, απόλυτη και σχετική, των ποσοστών κερδών τους, είτε θα δημιουργήσει τάσεις εξισορρόπησης της παραγωγικότητας (και του κόστους παραγωγής ανά μονάδα αγαθού) μεταξύ μερικών ή όλων από τις επιχειρήσεις που δρουν στο συγκεκριμένο τομέα, είτε θα οδηγήσει τελικά στην επιβίωση και κυριάρχηση στην αγορά των πλέον παραγωγικών κεφαλαίων. Στην περίπτωση του πρώτου σεναρίου, θεωρώντας σταθερή τη συνολική ζήτηση μονάδων των αγαθών που ο εν λόγω τομέας παράγει, ο ανταγωνισμός αποκαθίσταται σε νέο επίπεδο, έστω και προσωρινό, με ανυψωμένα ποσοστά κερδών στη συγκεκριμένη παραγωγική κατηγορία. Στην δεύτερη περίπτωση,  η παραγωγικότερη επιχείρηση χάρη στο αρχικό παραγωγικό της προβάδισμα τελικά θα κυριαρχήσει στην αγορά του συγκεκριμένου αγαθού.

Αφενός, η ανισόμετρη αύξηση της παραγωγικότητας μεταξύ τομέων της παραγωγής, εξαιτίας της τυχαιότητας στο χρόνο τεχνολογικών ανακαλύψεων ή καινοτόμων μεθόδων παραγωγής, που συντελούν με διαφορετικούς βαθμούς στην βελτίωσή της ανά τομέα, αφετέρου, γεωγραφικές  ασυμμετρίες (διαφορετικά επίπεδα απορρόφησης νέων τεχνολογιών από χώρα σε χώρα, καθυστερήσεις για ιστορικούς λόγους στην ανάπτυξη κοινωνικών υποδομών, διαφορές στο κόστος ζωής και τα επίπεδα μισθών, κτλ.) εντός του ίδιου ή διαφορετικών τομέων παραγωγής, οφειλόμενες κυρίως σε ιστορικούς λόγους, οδηγεί σε διαφορετικά ποσοστά κέρδους και απόδοσης κεφαλαίων από τομέα σε τομέα και από χώρα σε χώρα (εντός του ίδιου ή διαφορετικών τομέων παραγωγής). Επιπροσθέτως αναφέρω ότι όχι μόνον το επίπεδο αλλά και οι ρυθμοί αύξησης της παραγωγικότητας διαφέρουν από τόπο σε τόπο κι από τομέα σε τομέα, στα πλαίσια κάτε εθνικού και διεθνούς καταμερισμού της παραγωγής, με το ιστορικό αποτέλεσμα της αύξησης του οικονομικού χάσματος μεταξύ αναπτυγμένων και υπανάπτυκτων χωρών. Τέτοιες αποκλίσεις μόνον με ισχυρές δυνάμεις αναστρέφονται (developmental state, central planning, capitalist integration). 

Προφανώς, το κεφάλαιο προσελκύεται από υψηλότερα ποσοστά απόδοσης. Εκμεταλλεύεται αυτές τις γεωγραφικές ή τομεακές διαφορές στους δείκτες παραγωγικότητας και τις αντίστοιχες αποδόσεις όταν επενδύει. Ως αποτέλεσμα βρίσκεται σε μια διαρκή κίνηση που ξεπερνά τα σύνορα κρατών και τα όρια μεταξύ κατηγοριών αγαθών. Τα κεφάλαια εντός μιας κοινωνίας ή της παγκόσμιας οικονομίας βρίσκονται σε μια διαρκή εγρήγορση, σε μιαν αδιάκοπη κίνηση για την ικανοποίηση του reason dettre τους (της κερδοφορίας τους) και της τελικής επιβίωσης και κυριαρχίας τους στην αγορά. Μεταφορά κεφαλαίων από έναν τομέα (Α) σε έναν άλλον (Β) υπό την προσδοκία (ή το δέλεαρ) υψηλότερων αποδόσεων στον (Β) δύναται να οδηγήσει μείωση της προσφοράς αγαθών στον Α έναντι αύξησή της στον Β και αντίστροφα, για δεδομένη, σταθερή ζήτησε, αύξηση της τιμής των Α και μείωση της τιμής των Β, έως ότου τα ποσοστά κέρδους εξισορροπηθούν. Παρόμοιες τάσεις δύναται να αναπτυχθούν κατά την κίνηση κεφαλαίων από μια γεωγραφική περιοχή Χ σε μιαν άλλη Υ εντός του ίδιου τομέα παραγωγής, όταν η περιοχή Υ προσφέρει χαμηλότερο κόστος παραγωγής (λόγω χαμηλότερων μισθών ή άλλων συντελεστών που αυξάνουν το ποσοστό του καθαρού κέρδους, όπως οι συντελεστές φόρων ή επιτόκια δανεισμού ή κρατικά κίνητρα). Παραδείγματος χάριν, η αυξημένη ζήτηση εργατικής δύναμης στη χώρα Υ θα τείνει σε βάθος χρόνου να αυξάνει τιμή της εργατικής δύναμης και το μισθολογικό κόστος έως ότου αρχίσουν να συγκλίνουν των ποσοστών κέρδους. Ο κρατικός παρεμβατισμός επίσης συμβάλλει σημαντικά στη συντήρηση ή ενίσχυση τέτοιου είδους ασσυμετριών. Ασφαλώς, τα αποτελέσμετα  τέτοιων ανακατατάξεων κεφαλαίων πέρα και πάνω από εθνικά σύνορα ή όρια παγιωμένων τομέων παραγωγής απαιτούν χρόνο για να γίνουν αισθητά και μετρήσιμα.

Συμπερασματικά, το κεφάλαιο σε συνθήκες ανταγωνισμού επιδιώκει ακατάπαυστα την αύξηση της παραγωγικότητας και τη συνεπαγόμενη μείωση του κόστους παραγωγής προσβλέποντας στην ενίσχυση των αποδόσεων, καταρχήν εντός του παραγωγικού μικρόκοσμου και της μικροοικονομίας του. Επακόλουθα,  με την ιστορική εξέλιξή του καπιταλισμού και τη διάχυση της τεχνολογίας αυτή η μονοτονική αύξηση εξαπλώνεται σε συγγενείς ή ετερόκλητους τομείς παραγωγής και διάφορες περιοχές του πλανήτη.  Η ανισομετρία της παραγωγικότητας και των ρυθμών αύξησή της δημιουργεί σημαντικές αποκλίσεις των ποσοστών κέρδους από έναν καθολικό, παγκόσμιο μέσο όρο, που θέτουν το κεφάλαιο σε κίνηση, τοπική (κυριαρχία σε βάρος άλλων εντός της ίδιας κατηγορίας, που δυνητικά καταλήγει σε μονοπωλιακές/ολιγοπωλιακές καταστάσεις και τελικά ακύρωση αυτού καθαυτού του ανταγωνισμού) ή και τη διάσχιση ορίων (χωρών ή τομέων παραγωγής). Η κίνηση αυτή δημιουργεί με τη σειρά της τάσεις και ασυμμετρίες στο χώρο και χρόνο, που εκδηλώνονται σε μεταβολές των τιμών κάθε αγαθού, του κόστους παραγωγής και των μισθών σε έναν παραγωγικό τομέα ή χώρα, και τελικά των ποσοστών κέρδους κάθε κεφαλαίου, και αντίστροφες δευτερογενείς δυνάμεις που τείνουν να επιφέρουν ισορροπία και σύκλιση (της τιμής στην πραγματική ανταλλακτική αξία του αγαθού, του ποσοστού κέρδους σε ένα μέσο ποσοστό που χαρακτηρίζει την κάθε φάση του καπιταλισμού). Ενίοτε αυτή η κίνηση κεφαλαίων έχει απότομο ή βίαιο χαρακτήρα (ως προς το μέγεθος των κεφαλαίων και την ταχύτητά της) με σημαντικές οικονομικές συνέπειες για εργαζομένους, κοινωνίες και έθνη. 

No comments:

Post a Comment