ΜΙΣΘΟΙ, ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΑ & ΚΕΡΔΗ
Από τα
παραπάνω, καταλήγω σε μερικά λογικά συμπεράσματα που αφορούν στην καθημερινότητα
του καπιταλισμού:
Όπως ήδη επισημάνθηκε,
από τα λειτουργικά κέρδη του κεφαλαίου ένα μέρος συσσωρεύεται (αποταμιεύεται ως
κεφάλαιο) με τη δυνατότητα μελλοντικής επένδυσης στην ίδια ή άλλες επιχειρήσεις
μέσω acquisitions, ένα δεύτερο μέρος κατακρατείται ως φόρος από το κράτος, ένα τρίτο συνιστά
τοκοχρεολύσια, που είναι ουσιαστικά επιστροφή μέρους της υπεραξίας και των
κερδών έναντι συμμετοχής χρηματοπιστωτικών κεφαλαίων στην επένδυση, και το
τελευταίο αποτελεί εισόδημα προς τους μετόχους-ιδιοκτήτες ως τακτικό μέρισμα. Από
την παραγωγική και μη δραστηριότητα μιας κοινωνίας προκύπτουν οι παρακάτω
κατηγορίες (χρηματικών) εισοδημάτων:
(α) Μισθοί
εργαζομένων που υπάγονται σε κερδοσκοπικό κεφάλαιο κάποιας μορφής ακόμα και
κρατικό. Σε αυτήν την κατηγορία συμπεριλαμβάνω και εργαζόμενους στο
χρηματοπιστωτικό και τραπεζικό τομέα της οικονομίας, παρόλο που τα εισοδήματά
τους προέρχονται κυρίως από συσσωρευμένες ή αποταμιευμένες κεφαλαιακές
αποδόσεις, εν συντομία μέρους της υπεραξίας που παράγεται στον παραγωγικό τομέα
της οικονομίας, ή αποταμιεύσεις εν γένει εργαζομένων σε τράπεζες ή ασφαλιστικά
ταμεία. Σε αυτήν την κατηγορία συμπεριλαμβάνω και εισοδήματα εργαζόμενων που
απασχολούνται περιοδικά ή μερικά από το κεφάλαιο.
(β) Εισοδήματα
κατόχων κεφαλαίου, είτε με τη μορφή μερισμάτων, είτε με την επιστροφή
συσσωρευμένων σε χρηματική μορφή κερδών από τις επενδύσεις των κεφαλαίων.
(γ) Μισθοί
εργαζομένων που δεν εντάσσονται στην εργασιακή δύναμη που χρησιμοποιεί κάποιο
κεφάλαιο (π.χ. δημόσιοι και κρατικοί υπάλληλοι, στρατιωτικοί, κτλ.). Οι μισθοί τους
προέρχονται από τους φόρους στα κεφαλαιακά κέρδη και τα εισοδήματα (α).
(δ) Εισοδήματα
αυτοαπασχολουμένων, που το κύριο εισόδημά τους προέρχεται από την ανταλλαγή του
προϊόντος ή υπηρεσίας της δικής τους ατομικής επιχείρησης (π.χ., ιδιώτες
γιατροί, δικηγόροι, υδραυλικοί, αγρότες, κτλ.). Αυτό προέρχεται από τα εισοδήματα
των (α)-(γ).
(ε)
Συνταξιούχοι και άνεργοι, που το εισόδημα τους κατά κανόνα προέρχεται από
κρατήσεις στη διάρκεια της εργασίας τους από τους ίδιους και τον εργοδότη τους
και από τη φορολόγηση των κεφαλαιακών κερδών και των εισοδημάτων (α)-(δ).
Είναι προφανές
από την καθημερινή εμπειρία ότι το εισόδημα του πολίτη μιας κοινωνίας δύναται
να προέρχεται από περισσότερες της μιας εκ των παραπάνω κατηγοριών, αλλά σε
κάθε περίπτωση υπάρχει για τον κάθε πολίτη μια κύρια πηγή εισοδήματος που
μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην ταξική κατηγοριοποίηση
του. Ανεξαρτήτως της προέλευσης του κυρίου και των συμπληρωματικών ατομικών εσόδων,
κάθε κοινωνία εμφανίζει μια στατιστική κατανομή εισοδημάτων, όπου στις
απλούστερες της μορφές ο κάθε πολίτης ανήκει (ανάλογα με το ατομικό ή
οικογενειακό εισόδημά του) σε κάποιο, για παράδειγμα, quantile από πέντε ίσο-πληθυσμιακά κομμάτια της κοινωνίας. [Σημείωση:
η τυπική απόκλιση αυτής της κατανομής των εισοδημάτων, μαζί με την κατανομή του
συσσωρευμένου πλούτου (των πάγιων και ρευστών κεφαλαίων εντός μιας χώρας)
συνιστούν μετρήσεις των οικονομικών ανισοτήτων εντός της κοινωνίας, αλλά αυτό
δεν είναι το θέμα μου.]
Ένα μέρος του εισοδήματος ξοδεύεται σε καταναλωτικά αγαθά, δηλαδή χρήμα
ανταλλάσσεται με αγαθά προς κατανάλωση άμεσα ή εντός ενός μικρού ή μεγάλου
διάστημα από τη στιγμή της αγοράς, ένα άλλο αποταμιεύεται σε τράπεζες για
μελλοντική χρήση (π.χ., αναπλήρωση αγαθών μεγάλης αξίας και διαρκείας) ή για
τις «βροχερές μέρες» που συνήθως χαρακτηρίζονται από υψηλά ποσοστά ανεργίας και
πτώση των πραγματικών μέσων εισοδημάτων. Σε κάθε περίπτωση, το εισόδημα γενικά προσδιορίζει
αυτό που λέμε αγοραστική δύναμη της κοινωνίας. Το μέρος του εισοδήματος που προορίζεται
σε κάθε στιγμή για την αγορά καταναλωτικών
αγαθών αντιπροσωπεύει ένα μέρος του συνολικού χρήματος που βρίσκεται σε
κυκλοφορία μαζί με αυτό που επιχειρήσεις χρησιμοποιούν για την αγορά κεφαλαιακών αγαθών (μέσων παραγωγής) και
πρώτων υλών.
Εν πάση
περιπτώσει, το μέρος του ατομικού εισοδήματος που προορίζεται για κατανάλωση
έρχεται αντιμέτωπο με ένα σύνολο αγαθών (ντόπια παραγομένων ή εισαγμένων) με
διαφοροποιήσεις ως προς την αναγκαιότητά ή πολυτέλειά τους, την ποιότητα ή την
ανταλλακτική τους αξία. Το τι είναι απολύτως αναγκαίο, απλώς αναγκαίο ή είδος
πολυτελείας, προσδιορίζεται από την στάθμη ανάπτυξης μιας κοινωνίας, ωστόσο η
ζήτηση των ποικίλων κατηγοριών του φάσματος των καταναλωτικών αγαθών διαφέρει
ανάμεσα στα εισοδηματικά στρώματα της κοινωνίας. Είναι προφανές ότι η κύρια
ζήτηση πολυτελών αυτοκινήτων προέρχεται κατά κανόνα από τα πλουσιότερα εισοδηματικά
στρώματα, ενώ η ζήτηση αστικών συγκοινωνιών πηγάζει κυρίως από τα φτωχότερα.
Στην
καπιταλιστική κοινωνία, τα εισοδήματα (α)-(ε) αυξομειώνονται, όπως μεταβάλλεται
και η καμπύλη της εισοδηματικής κατανομής, ο μέσος όρος, το median και η τυπική της απόκλιση. Κατά συνέπεια,
δυναμικά μεταβάλλεται και η ζήτηση κατηγοριών καταναλωτικών αγαθών σε βάρος
άλλων, με αντίστοιχη δυναμική επίδραση στις σχετικές τιμές τους. Αγνοώντας τις
αυξομειώσεις στην προσφορά χρήματος που βρίσκεται στην κυκλοφορία και τον
πληθωρισμό-αποπληθωρισμό (που τείνουν να επηρεάζουν ομοιόμορφα τις τιμές
εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένης και της τιμής της εργασιακής ισχύος), σε
γενικές γραμμές μπορεί να γραφεί ότι καθολική αύξηση των μισθών των εργαζομένων
(απασχολούμενων παραγωγικά ή όχι) θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της ζήτησης
καταναλωτικών αγαθών. Aν αυτή δεν είναι βαθμιαία, αλλά κλιμακωτή, θα επιφέρει
αυξήσεις τιμών, συνήθως παροδική. Η διεύρυνση και επέκταση της παραγωγής που
πιθανόν θα επακολουθήσει την ενισχυμένη ζήτηση θα οδηγήσει σε αύξηση του όγκου
των καταναλωτικών αγαθών που παράγονται και θα εξισορροπήσει τη ζήτηση και οι
τιμές θα τείνουν να συγκλίνουν στους μέσους όρους (στην ανταλλακτική τους αξία). Υπό ομαλές συνθήκες και κατά τη διάρκεια
μιας σχετικής ισορροπίας του συστήματος, οι μισθοί και η εισοδηματική κατανομή παραμένουν
σχετικά σταθερές, η δε συναθροιστική αγοραστική δύναμη εργαζομένων και
εισοδηματιών εν γένει, συμβαδίζει με την επέκταση της παραγωγής και του όγκου
του παραγόμενων αγαθών. Το κεφάλαιο, από τη μεριά του, δεν έχει πλήρη εικόνα
της εξέλιξης αυτής της αγοραστικής δύναμης, ούτε και πως οι καταναλωτικές
προτιμήσεις (η απεικόνιση του φάσματος και του όγκου των καταναλωτικών αγαθών
στην εισοδηματικής καμπύλη) διαμορφώνονται. Αν μη τι άλλο, κάνει ό,τι περνά από
το χέρι του ώστε να περιορίσει το κόστος εργασίας (είτε εξαιτίας του ανταγωνισμού,
είτε απρόβλεπτων επιβαρύνσεων του κόστους πρώτων υλών, ενέργειας, κτλ., είτε
από το δέλεαρ και προσδοκίες υψηλών ρυθμών ανάπτυξης) στο βαθμό που αυτό
διατηρεί ή αυξάνει τα ποσοστά κέρδους. Σημαντική απόκλιση των ρυθμών αύξησης ή
η στασιμότητα των πραγματικών εισοδημάτων και της αγοραστικής δύναμης της
κοινωνίας από το ρυθμό επέκτασης της παραγωγής λαμβάνει χώρα, με άλλα λόγια
υπερπροσφορά αγαθών ως προς τη δυνατότητα της κοινωνίας να τα απορροφήσει (υπερπαραγωγή
απέναντι σε υποκατανάλωση): επιβράδυνση και τελικά μείωση της παραγωγής
καταναλωτικών αγαθών, που επεκτείνεται και στους τομείς των κεφαλαιακών αγαθών
και πρώτων υλών, πτώση της κερδοφορίας, που είναι τόσο οξύτερη, όσο ταχύτερη
και ευρύτερη ήταν η επέκταση της παραγωγικής χωρητικότητας που έλαβε χώρα και η
απόκλιση μεταξύ παραγωγικής επέκτασης και αγοραστικής δύναμης του πληθυσμού· ύφεση.
(Σημείωση: Στις εποχές
που ακολούθησαν τη βιομηχανική επανάσταση στην Αγγλία και τη ραγδαία ανάπτυξη
της μηχανοποιημένης μανυφακτούρας οι περίοδοι μεταξύ υφέσεων προσέγγιζε τον
μέσο χρόνο απόσβεσης των μέσων παραγωγής, των μηχανημάτων που χρησιμοποιούνται
στην παραγωγή. Η πρόταση αυτή, που παρά την παγκοσμιοποίηση και τη σημαντική
διαφοροποίηση μεταξύ τομέων παραγωγής και το ευρύτατο φάσμα των καταναλωτικών
αγαθών, την εμπορευματοποίηση νέων κλάδων της οικονομίας, ιδιαίτερα στον τομέα
των υπηρεσιών, ισχύει (κατά προσέγγιση πάντα) ακόμα και σήμερα. Στη φάση της
επέκτασης της παραγωγής, το κεφάλαιο επενδύει σε μέσα παραγωγής, διευρύνοντας
τη χωρητικότητα, κάτι που σειριακά τροφοδοτεί την ανάπτυξη του τομέα των
κεφαλαιακών αγαθών. Όταν η ζήτηση μέσων παραγωγής πλέον επιβραδυνθεί, αυτό με
τη σειρά του επηρεάζει την κερδοφορία και τα εισοδήματα των εργαζομένων σε
αυτόν τομέα. Επιβράδυνση της αθροιστικής αγοραστικής δύναμης και υποκατανάλωση λαμβάνει
χώρα, που οδηγεί αργά η γρήγορα και την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών σε
στασιμότητα και ύφεση. Όταν τα κεφάλαια του δεύτερου τομέα αρχίζουν να
επενδύουν σε αναπλήρωση, ολική ή μερική των πεπαλαιωμένων πλέον μέσων παραγωγής
τους, ένας νέος κύκλος παραγωγής ξεκινά.)
- Οι μισθοί των εργαζομένων, ως μέρος του κόστους παραγωγής, βρίσκονται σε αντίφαση με το κεφαλαιακό κέρδος. Για την ίδια τιμή αγοράς του αγαθού που παράγεται, αύξηση του ενός σημαίνει αυτόματη μείωση του άλλου.
- Οι μισθοί των εργαζομένων αντικατοπτρίζουν την αγοραστική τους δύναμη. Tο κεφάλαιο αντιμετωπίζει τους μισθούς ως κόστος παραγωγής. Η αθροιστική αγοραστική δύναμη της κοινωνίας δεν υπεισέρχεται στις επιχειρηματικές αποφάσεις που αφορούν στο μέγεθος παραγωγής και την κερδοφορία της ατομικής επιχείρησης.
- Το κόστος παραγωγής στον καθένα τομέα και το σύνολο της παραγωγής που συνδέεται που τους μισθούς των εργαζομένων εντός ή εκτός της παραγωγικής διαδικασίας, χάριν της προηγουμένης πρότασης, και το κόστος της ενέργειας και πρώτων υλών συνδέεται και επηρεάζει την προσφορά και ζήτηση καταναλωτικών αγαθών.
- Αυξομείωση της προσφοράς και ζήτησης καταναλωτικών αγαθών επηρεάζει, ενδεχόμενα με κάποια υστέρηση, την προσφορά και ζήτηση στους τομείς των πρώτων υλών, ενέργειας, και κεφαλαιακών αγαθών.
- Η επέκταση της χωρητικότητας της παραγωγής και της επένδυσης για αυτήν γίνεται σε μικροοικονομικό επίπεδο και με γνώμονα προσδοκίες ζήτησης του αγαθού από την κοινωνία, βασισμένες σε ατελή γνώση της αγοράς και των τάσεων που αναπτύσσονται εντός της.
No comments:
Post a Comment