Οι εξισώσεις λειτουργίας μιας μεμονωμένης επιχείρησης και
της μικροοικονομίας της είναι σχετικά απλές. Οι τιμές των αγαθών που παράγει
και προσφέρει στην αγορά των ατομικών καταναλωτών ή άλλων επιχειρήσεων περιέχουν
τα αθροιστικά κόστη παραγωγής του (πρώτων υλών και ενέργειας, απόσβεσης
μηχανημάτων, μισθωτής εργασίας) και το ακαθάριστο καπιταλιστικό κέρδος. Το
κέρδος που προκύπτει από την παραγόμενη από την εργασία υπεραξία από τη μεριά
του διασπάται ως εξής: (α) σε κεφάλαιο που συσσωρεύεται και προσωρινά αποταμιεύεται
σε χρηματική μορφή προτού δυνάμει επανεπενδυθεί
στη διεύρυνση της παραγωγής και την επέκταση της παραγωγικής χωρητικότητας ή
επιστραφεί ως χρήμα στους μετόχους-ιδιοκτήτες της επιχείρησης· (β) σε τακτικό μέρισμα προς τους μετόχους-ιδιοκτήτες· (γ) σε τόκους – ως επιστροφή μέρους των κερδών (και της υπεραξίας)
στο χρηματοπιστωτικό-τραπεζικό κεφάλαιο που συμμετέχει στην επιχείρηση·(δ) σε
φόρους προς το κράτος. Σημειώνεται ότι ένα μέρος της υπεραξίας που δεν
εμφανίζεται ως ΄κέρδος’ (EBIT, EBITDA, operating income, κτλ.)
στα λογιστικά κιτάπια των επιχειρήσεων διανέμεται ως «ενοίκιο» στα κεφάλαια-ιδιοκτήτες
κτιρίων, γης, κτλ., σε άλλα μη παραγωγικά έξοδα (για παράδειγμα, ασφάλεια από
ατυχήματα), ως (συχνά υπέρογκα) bonus στη
διοίκηση και, ενίοτε, καθολικά ή επιλεκτικά στους εργαζομένους ως πρασαυξήσεις
των κανονικών μισθών τους. Συχνά, οι τιμές πώλησης σε μεσάζουσες εταιρίες και εταιρίες
διανομής εκπίπτουν των τελικών τιμών που ο καταναλωτής πληρώνει για τα αγαθά.
Ένα μέρος της συνολικής υπεραξίας που παράγεται στο πρώτο στάδιο της παραγωγής
μετατρέπεται από το παραγωγικό και γίνεται κέρδος για το εμπορικό από κεφάλαιο.
Με άλλα λόγια ένα μέρος της υπεραξίας που παράγεται εντός της παραγωγικής
επιχείρησης διανέμεται ως κέρδος σε «συμβεβλημένα» χρηματοπιστωτικά, εμπορικά
και κτηματικά κεφάλαια.
ΤΙΜΕΣ ΑΓΑΘΩΝ (ΠΡΟΣΦΟΡΑ & ΖΗΤΗΣΗ, ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑ)
ΤΙΜΕΣ ΑΓΑΘΩΝ (ΠΡΟΣΦΟΡΑ & ΖΗΤΗΣΗ, ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑ)
Η τιμή,
λοιπόν, ενός αγαθού είναι η μονεταριστική έκφραση της ανταλλακτικής αξίας του.
Η διαφορά της τιμής από την αξία δεν έγκειται μόνο στη διαφορά του
«ονομαστικού» από το ουσιαστικό και «πραγματικό», ενός ελαστικού κελύφους από
τον σκληρό πυρήνα, αλλά και στην κινητικότητα και ταλαντώσεις της τιμής γύρω
από το σημείο αναφοράς και σύγκλισης της, του ιδανικού σημείου ισορροπίας της,
που είναι η αξία και η ενσωματωμένη, αποκρυσταλλωμένη στο αγαθό εργασία. Με μια
έννοια, η τιμή είναι η μέτρηση της ανταλλακτικής αξίας του αγαθού από μια
ντόπια ή εθνική ή παγκόσμια αγορά
που εσωκλείει τους ατομικούς ή ανώνυμους παραγωγούς αγαθών και τους ατομικούς ή
ανώνυμους καταναλωτές αυτών των αγαθών, και είναι η σύνθεση και κολλεκτίβα τους.
Αλλά τους υπερβαίνει, στέκεται υπεράνω τους ως «αόρατο χέρι».
Με δεδομένη τη σχετική απορρύθμιση και αναρχία (ή χάος) και γενική αδυναμία πρόγνωσης αυτής της καπιταλιστικής αγοράς περά από έναν σχετικά βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, μιας αγοράς που καθίσταται τέτοια εξαιτίας του γεωγραφικό εύρους αναρίθμητων συναλλαγών, το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τη χρονική στιγμή της παραγωγής ενός αγαθού με κόστος παραγωγής C μέχρι τη χρονική στιγμή πώλησής του σε τιμή Μ, διαμέσου συχνά διαφόρων μεταπρατικών σταδίων διανομής στον τελικό καταναλωτή, η ατέλεια της γνώσης και πληροφορίας για την αγορά από παραγωγούς, εμπόρους και καταναλωτές, η τυχαιότητα φυσικών, κοινωνικών και πολιτικών φαινομένων (καιρικών και κλιματικών, δημογραφικών μεταβολών, εθνικές συγκρούσεις), οι αυξομειώσεις της αγοραστικής δύναμης των εισοδηματικών στρωμάτων που καταναλώνουν τα διαφορετικά τμήματα του φάσματος των προϊόντων και υπηρεσιών, κτλ., η ακατάπαυστη κίνηση της προσφοράς και της ζήτησης, που η σχέση τους ανά πάσα στιγμή καθορίζει στιγμιαία τις τιμές των αγαθών, οι τιμές βρίσκονται και αυτές σε ταλάντωση πάνω και κάτω από την υποβόσκουσα αξία τους, τον μέσο όρο ή σημείο σύγκλισή τους, η αξία και η τιμή ταυτίζονται περιστασιακά και συμπτωματικά: “the price of a commodity constantly stands above or below the value of the commodity, and the value of the commodity itself exists only in this up-and-down movement of commodity price.”
Με δεδομένη τη σχετική απορρύθμιση και αναρχία (ή χάος) και γενική αδυναμία πρόγνωσης αυτής της καπιταλιστικής αγοράς περά από έναν σχετικά βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, μιας αγοράς που καθίσταται τέτοια εξαιτίας του γεωγραφικό εύρους αναρίθμητων συναλλαγών, το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τη χρονική στιγμή της παραγωγής ενός αγαθού με κόστος παραγωγής C μέχρι τη χρονική στιγμή πώλησής του σε τιμή Μ, διαμέσου συχνά διαφόρων μεταπρατικών σταδίων διανομής στον τελικό καταναλωτή, η ατέλεια της γνώσης και πληροφορίας για την αγορά από παραγωγούς, εμπόρους και καταναλωτές, η τυχαιότητα φυσικών, κοινωνικών και πολιτικών φαινομένων (καιρικών και κλιματικών, δημογραφικών μεταβολών, εθνικές συγκρούσεις), οι αυξομειώσεις της αγοραστικής δύναμης των εισοδηματικών στρωμάτων που καταναλώνουν τα διαφορετικά τμήματα του φάσματος των προϊόντων και υπηρεσιών, κτλ., η ακατάπαυστη κίνηση της προσφοράς και της ζήτησης, που η σχέση τους ανά πάσα στιγμή καθορίζει στιγμιαία τις τιμές των αγαθών, οι τιμές βρίσκονται και αυτές σε ταλάντωση πάνω και κάτω από την υποβόσκουσα αξία τους, τον μέσο όρο ή σημείο σύγκλισή τους, η αξία και η τιμή ταυτίζονται περιστασιακά και συμπτωματικά: “the price of a commodity constantly stands above or below the value of the commodity, and the value of the commodity itself exists only in this up-and-down movement of commodity price.”
Η παραπάνω διαπίστωση δεν αναιρεί την εργασιακή ουσία
στην ανταλλακτική αξία του εμπορεύματος. Ανομοιόμορφες μεταβολές στην προσφορά και τη ζήτηση ενός αγαθούς εις
βάρος άλλων και κατ’ επέκταση στις σχετικές
τιμές αγαθών (στους λόγους των τιμών τους) ιδιαίτερα εμφανείς στις αρχικές
φάσεις μετά το λανσάρισμα τους, συνήθως επακόλουθα μιας τεχνολογικής ανακάλυψης
ή καινοτομίας, μπορεί να είναι σημαντικές. Ένα νέο προϊόν G1
που φέρεται να ικανοποιεί ανάγκες μιας μεγάλης μερίδας του πληθυσμού και
προστάζει ζήτηση (εις βάρος της ζήτησης άλλων προϊόντων G2-G3 για την ίδια αγοραστική δύναμη του πληθυσμού) δύναται
να προσφέρεται σε τιμές πολύ υψηλότερες από το κόστος παραγωγής και ποσοστά
κέρδους μεγαλύτερα από τον χρονικά και γεωγραφικά μέσο όρο. Ο καπιταλιστικός
ανταγωνισμός επέρχεται και μεταφέρει κεφάλαια από την παραγωγή προϊόντων G2-G3 που
η ζήτηση τους και κατ’ επέκταση οι τιμές και τα ποσοστά κέρδους επηρεάστηκαν
αρνητικά, στην παραγωγή του αγαθού G1 που
παρουσιάζει αυξημένη ζήτηση και ποσοστά κέρδους, μέχρις ότου η προσφορά των G1
& G2-G3 εξισορροπηθεί από την αντίστοιχη ζήτηση, οι αντίστοιχες
τιμές συγκλίνουν προς τις πραγματικές ανταλλακτικές αξίες και τα αντίστοιχα
ποσοστά κέρδους ισοσταθμιστούν. Αντίστροφα, αν η χαμηλή ζήτηση ενός αγαθού
ωθήσει την τιμή του σε επίπεδα που δεν υπερβαίνουν το κόστος παραγωγής του, που
δεν αποφέρει κεφαλαιακό κέρδος, η παραγωγή του παύει και το αρχικό κεφάλαιο είτε
αποσύρεται πιθανόν απαξιωμένο από τη ζημιά, είτε επενδύεται σε διαφορετικό
τομέα.
Ανάλογες τάσεις αναπτύσσονται και στις σχετικές τιμές αγαθών από (συνήθως τυχαίες, βηματικές) αυξήσεις στην παραγωγικότητα του ενός σε σχέση με άλλα, όπως αναλύθηκε παραπάνω. Μια
τεχνολογική καινοτομία ή νέα μέθοδος παραγωγής που αυξάνει την παραγωγικότητα
(την αύξηση μονάδων του προϊόντος ανά περίοδο παραγωγής με το ίδιο κόστος ή,
ισοδύναμα, παραγωγή των ίδιων μονάδων του προϊόντος σε μικρότερο χρονικό
διάστημα και χαμηλότερο κόστος παραγωγής) σε έναν τομέα επιτρέπει σε μιαν
επιχείρηση είτε να διαθέσει το προϊόν της στην ίδια ποσότητα και την υφιστάμενη
τιμή αγοράς με αυξημένο ποσοστό κέρδους, είτε σε αυξημένη ποσότητα
(υπερ-προσφορά για σταθερή ζήτηση) σε χαμηλότερη τιμή από τους ανταγωνιστές, με
το ίδιο ή και πάλι αυξημένο ποσοστό κέρδους της, με σκοπό την κυριαρχία της στο
σχετικό τομέα. Ο ανταγωνισμός θα παρακινήσει κεφάλαια εντός του ίδιου τομέα
είτε σε ανάλογες αυξήσεις της παραγωγικότητας μέχρι τα ποσοστά κέρδους να
εξισορροπηθούν για την ίδια ζήτηση, είτε θα τα οδηγήσει σε πτώχευση. Η αύξηση
της παραγωγικότητας σε έναν τομέα παραγωγής συνοδεύεται από αύξηση των ποσοστών
κέρδους στο συγκεκριμένο τομέα για την ίδια τιμή και σταθερή ζήτηση μονάδων
εμπορεύματος. Οι αυξημένες αποδόσεις θα προσελκύσουν κεφάλαια έξωθεν, που θα
διεκδικήσουν μερίδιο στην παραγωγή του συγκεκριμένου αγαθού από ήδη ενεργά
κεφάλαια, με αποτέλεσμα την μείωση του μέσου ποσοστού κέρδους και τάσεις προς σύγκλιση
σε μιαν κατάσταση ισορροπίας.
No comments:
Post a Comment