Wednesday, June 4, 2025

86 - 'Ενας Φαντάρος: Η Τελευταία Έξοδος

Η σειρά μου, και μια παρέα που χτίστηκε επιπόλαια μέσα από αγγαρείες, άχαρες εξόδους - φανταρίστικες εκτονώσεις στις πλατείες, τα σοκάκια και τις παραλίες του Ναυπλίου, σύντομα θα σκόρπιζε. Οι πρόσκαιρες φιλίες, που έφεραν ανθρώπους από διαφορετικά μονοπάτια της ζωής μαζί για επτά μήνες «εκπαίδευσης» στο Κέντρο, σε λίγες μέρες θα ξεψυχούσαν από τη δίψα της φυγής και θα ξεχνιόνταν γρήγορα. Η ζωή δεν κυλούσε όπως σε κείνα τα μακρινά πλέον φοιτητικά χρόνια: δεν κοντοστεκόταν, δεν περίμενε, δεν σκάλιζε τις πρόσφατες αναμνήσεις που κατάγραφε. Δεν ήταν ευχάριστες ως επί το πλείστον. «Να τελειώνει αυτή η θητεία» ήταν το κύριο ζητούμενο.  

Λίγο πριν ο καθένας πάρει τον δρόμο του, βρεθήκαμε με τους Κοντολιό και Καραγιάννη, τους δυο τους τακτικά απόντες με άδειες, χάριν επιμονής και γρίνιας ο μεν, χάριν χοντρών μέσων ο δε, για μιαν σπάνια κοινή έξοδο μας στο Ναύπλιο, την τελευταία μας στην μικρή πόλη. Ήταν μαζί μας ένας ακόμα φαντάρος, ξεχασμένος στην ανωνυμία της μάζας, από τον οποίο το μόνο που θυμάμαι ήταν η αγόγγυστη πειθαρχία του σε προστάγματα και ένας αχαλίνωτος ζήλος που επεδείκνυε σε ασκήσεις, υπηρεσίες και αγγαρείες. Την αγαπούσε την πατρίδα του και το ένδοξο στράτευμά της, γινόταν ετοιμοπόλεμος.

Μετά από τον καθιερωμένο καφέ και την καρμπονάρα στο  «ιταλικό» της πλατείας -ώστε να «στανιάρουμε», ο Καραγιάννης, πάντα με το πονηρό χαμόγελο και την απαλότητα φωνής καπάτσου εμπόρου που τον διέκρινε, πρότεινε επίσκεψη για «ποτάκια» σε ένα μπαρ των περιχώρων του Ναυπλίου, κατά την μεριά του αγροτικού και άσχημου Άργους όπου θα μας οδηγούσε ο ίδιος. Ήταν από τους λίγους του Κέντρου που διέθεταν αυτοκίνητο που τον εξυπηρετούσε στα συχνά πήγαινε-έλα, σε οικογένεια και αρραβωνιαστικιά στην Αθήνα.

Το μπαρ που μας πήγε ένας θεός ξέρει πως το είχε ανακαλύψει. Ήταν ένα παλιό ορθογώνιο οίκημα με ταράτσα από πλάκα και σφραγισμένα παράθυρα, στην πίσω μεριά της αυλής ενός βενζινάδικου στον δρόμο για το Άργος, μακριά από κατοικημένες περιοχές. Μια κόκκινη επιγραφή από νέον δεν άφηνε πολλές αμφιβολίες για το περί τίνος επρόκειτο και τι είδους πελατεία προσέλκυε -από τον πληθυσμό των φαντάρων και ντόπιων αγροτών της περιοχής. Δεν είχα καμιά διάθεση για το είδος αποχαιρετιστήριας διασκέδασης που είχε στο νου του ο Καραγιάννης και κατά κάποιο τρόπο πίστευε ότι θα με ενθουσίαζε και την χρειαζόμουν (ως μη «δεσμευμένος») αλλά ακολούθησα. Ο φωτισμός του εσωτερικού του μαγαζιού, ήταν χλωμός και κατάλληλα «ατμοσφαιρικός» σε αποχρώσεις του ροζ και του γαλάζιου· οι γυναικείες φιγούρες μέσα του δυσδιάκριτες. Είμαστε οι μόνοι πελάτες εκείνη την βραδιά, καταμεσής της καλοκαιριάτικης εργάσιμης βδομάδας. Καθίσαμε γύρω από ένα από τα λίγα σκόρπια χαμηλά τραπέζια, μπροστά σε ένα γαλάζιο πάγκο - το «μπαρ» του μαγαζιού- με μποτίλιες από ποτά από πίσω και δυο-τρία σκαμπό μπροστά. Η μουσική υπόκρουση ήταν «μοντέρνα λαϊκή», από αστέρια του πενταγράμμου άγνωστά σε μένα, και σουξέ που ποτέ δεν θα άντεχα να ακούσω, του είδους μουσικής εκείνη την εποχή μόνο σκυλάδικα πρόσφεραν. Του Καραγιάννη φαινόταν πιο οικεία. Ένας ανεμιστήρας πάνω από τα κεφάλια μας μάταια προσπαθούσε να δροσίσει την ασφυκτική ατμόσφαιρα του μαγαζιού, που μύριζε αλκοόλ, ιδρώτα και γυναικείο άρωμα. Η διάθεση μου μετά την είσοδο στο μαγαζί χειροτέρεψε.

Από το πίσω μέρος του μπαρ μας πλησίασαν δύο κοπέλες με πυρόξανθα μαλλιά, σχετικά σεμνά ντυμένες σε ολόσωμα φορέματα, με λεπτομέρειες προσώπου αδιευκρίνιστες μέσα από το μισοσκόταδο, και κάθισαν δίπλα μας: να μας πιάσουν κουβέντα και να κεράσουμε ποτά, ως είθισται. Χαμοζωή εκμετάλλευσης από μαφίες για τις γυναίκες που κάποια μοίρα τις ώθησε σε τέτοια μαγαζιά, σε τέτοια μέρη, σκέφτηκα, και ένιωθα οίκτο. Η προφορά τους ήταν ξενική, αλλά δεν μιλήσαμε πολύ -δεν υπήρχαν και πολλά να πούμε. Υπέθεσα προέλευση από την Αλβανία ή κάποια ανατολικοευρωπαϊκή χώρα, αλλά είμασταν στο 1991 και το πρώτο κύμα μετανάστευσης από χώρες του ανατολικού μπλοκ μόλις είχε αρχίσει να γίνεται αισθητό στην Ελλάδα. Μια από τις γυναίκες κάθισε δίπλα στον Καραγιάννη, η άλλη δίπλα μου. Ο οικογενειάρχης Κοντολιός απολάμβανε, αμέριμνος και αμίλητος, cool όπως πάντα, το τσιγαράκι του.

Η αρχική έλλειψη διάθεσης μετασχηματίστηκε σε κακή διάθεση και απροθυμία, αφού ήρθε στο τραπέζι μας ένας πρώτος γύρος από ποτά-«μπόμπες». Η βότκα-πορτοκάλι που ήπια δεν έμοιαζε καμιά από τις βότκες-πορτοκάλι που είχα δοκιμάσει μέχρι τότε σε πιο κυριλέ μπαρ, και μετά την πρώτη γουλιά, σταύρωσα τα μπράτσα μου μπροστά στο στήθος, φόρεσα ένα μίζερο πρόσωπο, και παρατηρούσα τον Καραγιάννη να χαριεντίζεται με την ξανθιά δίπλα του, πετώντας κλεφτές ματιές και χαμόγελα προς το μέρος μου. Την απολάμβανε και εντάξει την παρέα της, μου φαινόταν. Από την άλλη σκεφτόμουν: Καλά, αυτός δεν έχει αρραβωνιαστικιά στην Αθήνα που επισκέπτεται κάθε σαββατοκύριακο εις βάρος των συναδέρφων του; Αλλά πάλι, δεν μου είχε εκμυστηρεύθηκε μια φορά ότι δεν τα πήγαιναν και καλά και ψαχνόταν;»

 Ένιωσα τον δείκτη του χεριού της άλλης ξανθιάς δίπλα μου, να ανεβοκατεβαίνει στον μηρό μου, τα μαλλιά της στον ώμο και το φτηνό της άρωμα καθώς έγερνε το κεφάλι προς το μέρος μου. Και μια σεξουαλική διέγερση, ένα γνώριμο ρίγος στην σπονδυλικά στήλη, φυσιολογικά φαινόμενα για έναν στερημένα φαντάρο. Ήπια με δυσκολία άλλες δυο γουλιές από την βότκα, αλλά η απροθυμία μεταμορφώθηκε σε κακή διάθεση και δυσθυμία. Ιδρωμένος από το φτηνό αλκοόλ και την ασφυκτική ατμόσφαιρα, με μοναδικό συναίσθημα κάποια λύπη για τα κορίτσια που προφανώς υπό την πίεση του νταβατζή-αφεντικού έκαναν ότι μπορούσαν να πουλήσουν ποτά, παρέμεινα ψυχρός και απαθής ενώπιον της διασκέδαση που το κατάστημα προσέφερε, μέχρι την ώρα που ο Καραγιάννης θα μας επέστρεφε στο στρατώνα. Ένας φόβος που εξαρχής καραδοκούσε για τον λογαριασμό, μεγάλωσε μετά από έναν ή δυο ακόμα γύρους ποτών. Αυτός ο άξεστος ο Καραγιάννης! Που τα έβρισκε τόσο λεφτά να σκορπάει σε σκυλάδικα και μπαρ; 

Τελικά σηκωθήκαμε να φύγουμε. Ο λογαριασμός ήταν αλμυρός, όπως αναμενόταν, αρκετά χιλιάρικα, μεγάλο ποσό για φτηνή φανταρίστικη «διασκέδαση» της μιας βραδιάς. Ο Κοντολιός αδιαφόρησε και αποχώρησε με το τσιγάρο στο στόμα. Ο χουβαρντάς Καραγιάννης προσφέρθηκε να καλύψει τον λογαριασμό εξ ολοκλήρου, έχοντας διαπιστώσει τη γενική δυσανασχέτηση που έδειξα για την ιδέα του, αλλά από φιλότιμο και παρά την δυσθυμία μου, τσόνταρα το ένα τρίτο. Συνέχεια με τα κορίτσια δεν υπήρξε, όπως θα περίμεναν ίσως κάποιοι: ήταν μερικά αθώα «κεράσματα» για την παρέα τους (με ό,τι ήθελε προκύψει πίσω από το δωμάτιο με τον μπερντέ σε μια γωνία να παραμείνει μυστικό), την κακή μουσική και τα δηλητηριώδη ποτά. Το άγγιγμα το της ξανθιάς στο μηρό μου και η στιγμιαία διέγερση που μου προκάλεσε, παρά την κάκιστη διάθεση, δεν ξεχάστηκε. Ούτε η απαίσια γεύση της βότκας και το βαρύ κεφάλι της επόμενης μέρας, όταν ο καθένας θα έπαιρνε τον δρόμο του για μέρη μακριά.  

Τον Κοντολιό και τον Καραγιάννη, τους δυο Αθηναίους φίλους από τον ΛΥΒ του Ναυπλίου δεν θα τους  ξανάβλεπα. Από τον πρώτο, μου έμεινε η ρυθμική κίνηση του κεφαλιού με το προγούλι στους ρυθμούς της ραπ και οι παροιμιώδης γκρίνιες στις αναφορές του λόχου που κατέβαλαν τον καλοπροαίρετο ανθυπολοχαγό, από τον δεύτερο, οι χαριεντισμοί στο μπαρ με την ξανθιά, η καπατσοσύνη και μια ανάλαφρη θητεία που απολάμβανε με χαμόγελο, καθώς και η συμπάθεια που για κάποιο λόγο μου έτρεφε. Α, ναι, και το αξέχαστο πρωινό της περισυλλογής σκουπιδιών από τους τρεις, τις προσπάθειες να σηκώσουμε και αδειάσουμε στο στρατιωτικό φορτηγό λιγδιασμένους κάδους έξω από το εστιατόριο, γεμάτους από το λασπωμένο από βροχόνερα παστίτσιο, μέχρι τα γόνατα στην καρότσα του

No comments:

Post a Comment