Το Λουτράκι, ως παραδοσιακά παραθαλάσσιο παραθεριστικό θέρετρο των Αθηναίων, εύκολα προσβάσιμο οδικά, σφύζει το Καλοκαίρι από ζωή και νιάτα. Με το δεδομένο αυτό, σε συνδυασμό με τη γενική ραθυμία στο κέντρο εκπαίδευσης (μιας εκπαίδευσης που στη χάση και τη φέξη κατά το δίμηνο της παραμονής εκεί μας δίδαξε πως θα φτιάχνουμε γέφυρες και άλλα τέτοιες ανώφελες επιδεξιότητες που η μνήμη σύντομα θα απέρριπτε), δεν μου έμενε παρά να απολαύσω στο μέγιστο δυνατό την ανεμελιά μιας ρευστής κατάστασης και του περιβάλλοντος διακοπών για τους πολλούς προς μέγιστη προσωπική τέρψη. Με ευκαιριακές παρέες που σχηματίζονταν στο θάλαμο πριν από κάποια μαζική και άναρχη έξοδο, παίρναμε το μακρύ επαρχιακό δρόμο μέσα από χωράφια και μετά τον κεντρικό, μέχρι την είσοδο στη μικρή πόλη, και κατεβαίναμε στην παραλία για μια βόλτα κατά μήκος της, πριν καταλήξουμε σε ένα από τα καφέ και μπαρ με θέα τον Κορινθιακό: για να χαζεύουμε αμίλητοι τα παιχνίδια που έπαιζαν οι κιτρινοκόκκινες ακτίδες του ηλιοβασιλέματος με τα ασπρογάλαζα κύματα, που έσπαζαν στα βότσαλα δέκα βήματα από εκεί που πίναμε τον καφέ μας. Κατά το σούρουπο, μετά το μπάνιο στη θάλασσα και τον καθιερωμένο απογευματινό ύπνο, τα πλήθη των παραθεριστών έκαμαν τη βόλτα τους μπροστά στον πεζόδρομο μπροστά μας, και τελικά κατέκλυζαν κάθε γωνιά της προκυμαίας, κάθε τραπεζάκι, κάθε καφέ και εστιατορίου.
Ο χρόνος για όλους, παραθεριστές και φαντάρους, φαινόταν άφθονος για να
σπαταληθεί· σε ρεμβασμό, χάζεμα, ονειροπόληση. O κύριος περιορισμός, για τους φαντάρους ιδιαίτερα, δεν ήταν
πλέον ο διαθέσιμος ελεύθερος χρόνος, που το Κέντρο στο Ναύπλιο τσιγκουνευόταν
και είχε συρρικνώσει καταπιεστικά, αλλά το χρήμα. Πολλές φορές θυσιάζαμε το
ρεμβασμό με το ηλιοβασίλεμα για να φάμε στο στρατόπεδο πριν την έξοδο. Αλλιώς
καταφεύγαμε για μιαν πρώτη μπύρα και μια μπουκιά στο στόμα σε κάποιο ήσυχο
απόμερο σουβλατζίδικο ή σνακ μπαρ μακριά από την τουριστική οχλαγωγία της
προκυμαίας. Κάτι που σπάνια θυσιάζαμε είχε γίνει κύριος λόγος της εξόδου μας
ήταν η μεσονύχτια και μεταμεσονύχτια διασκέδαση στα εκκωφαντικά disco-bars και beach-bars εκτόνωσης της νεολαίας, οι μπύρες και οι βότκες (ποτό που είχα πλέον
επίσημα υιοθετήσει, μέχρι λίγα χρόνια αφού έγινα στουπί με ένα μπουκάλι), το λίκνισμα
στους ήχους της εποχής από τους REM, Nirvana, Madonna, The KLF, και άλλους -μουσική
και καλλιτέχνες που ελάχιστα αναγνώριζα τότε, λόγω μιας αυστηρά περιορισμένης μουσικής
παιδείας που στα φοιτητικά και μετέπειτα χρόνια είχε εξαντληθεί, για διάφορους
λόγους, στην λαϊκή μουσική.
Σε ένα από εκείνα τα υπαίθρια disco-bar, στην άκρη της
ακρογιαλιάς, πηγμένο από κόσμο, γνώρισα τη Ζωή, μια μικροκαμωμένη και
χαριτωμένη κοπελίτσα, με μαύρα ίσια μαλλιά που μόλις έκρυβαν έναν κύκνειο
λαιμό, με λεπτό, λαχταριστό σώμα τέλειων αναλογιών, όπως διαγράφονταν πίσω από
ένα αμάνικο, άσπρο λινό ξώπλατο μίνι-φόρεμα, που φορούσε πάνω από το λείο δέρμα
της ιδανικά τονισμένο από τον ήλιο, και από κάτω τίποτε περισσότερο από το G-string εσώρουχο (όπως δεν απέφυγα να παρατηρήσω).
Στεκόταν δίπλα μου, με το σώμα της σχεδόν εφαπτόμενο του δικού μου, χωρίς όμως να
το αγγίζει. Το μαγαζί ήταν φίσκα από νιάτα. Ένας ηλεκτρισμός και μια ανεπαίσθητη
διαφορά στη θερμοκρασία, που μόνο ένας στερημένος φαντάρος μπορεί να νιώσει και
να μετρήσει από τον αντίκτυπο που έχει στο στον ρυθμό της καρδιάς, το
υπογάστριο και παρακάτω. Στεκόταν βλοσυρή, με ένα απλανές βλέμμα προς μιαν
κατεύθυνση, προς κάποιον, προς κάτι, μέσα από την αδιάκριτη μάζα του πλήθους.
Λικνιζόταν ανάλαφρα στους ρυθμούς του DJ, χωρίς ποτό στο χέρι. Της πρόσφερα το σκαμπό μου και να κεράσω ποτό.
Δέχτηκε χωρίς να χαμογελάσει. Ζήτησε ένα Vodka Kahlua Drambuie, ένα
κοκτέιλ που, αν και δεν το είχα ακούσει ποτέ μέχρι τότε, κατάφερα να παραγγείλω
με προσπάθεια, υπομονή και σπρωξίματα μέσα από το πλήθος και κάτω από τους
εκκωφαντικούς ήχους της μουσικής, και να της το φέρω. Ο πειρασμός ήταν μεγάλος.
Μου χαμογέλασε με ένα φευγαλέο, ασήμαντο χαμόγελο, ψυχρό ίσως, χωρίς να
ευχαριστήσει, και έστρεψε το βλέμμα της ξανά προς το ίδιο αδιευκρίνιστο σημείο μέσα
στο πλήθος. Ήταν δυνατόν μια τέτοια κοπέλα να έχει έρθει ασυνόδευτη;
Η ένταση της μουσικής δεν προσέφερε πολλές δυνατότητες κουβέντας -ποιος
πάει, άλλωστε, σε τέτοια μαγαζιά για «κουβεντούλα», αλλά υπό την πίεση
ασυνάρτητων ερωτήσεων μου στο αυτί της για το ποτό που δεν ήξερα, μου έδωσε
λίγο να δοκιμάσω. Μετά από λίγο πρόσφερα και ένα δεύτερο, που επίσης το
δέχτηκε. Τα σώματα ζεστάθηκαν, ήρθαν πιο κοντά, άγγιζαν πλέον το ένα το άλλο.
Έβαλα το χέρι μου γύρω από τη μέση της, όπως καθόταν στο σκαμπό που της
παραχώρησα, ένιωσα το υπέροχο ensellure, την διεγερτική κοιλότητα της λεκάνης μεταξύ
πλάτης και γλουτών, και, ξεδιάντροπα, τον σπάγκο που αποτελούσε το εσώρουχό
της. Σε αυτές τις χειρονομίες, ενός που μόνον ο εαυτός μου ήξερε ως πεινασμένου,
δεν πρόβαλλε αντίσταση, μάλλον τις ενθάρρυνε. Τη φίλησα στο λαιμό κάτω από αυτί
και δεν τραβήχτηκε, μάλλον το καλοδέχτηκε. Ήθελε να δείξει τίποτε σε κάποιον;
Να τον κάνει να ζηλέψει; Οι στιγμές, όμως, με είχαν συνεπάρει για
αναλύσεις.
Ήταν οι μικρές ώρες πριν από την αυγή, τρεις ή τέσσερις το πρωί. Κανείς βέβαια
δεν συμβουλεύεται την ώρα σε τέτοιο περιβάλλον και τέτοιες περιστάσεις. Το
μαγαζί σχολούσε, η μουσική μετά από μερικά τελευταία καταπραϋντικά και
ρομαντικά κομμάτια σταμάτησε, αφήνοντας στα αυτιά μας την ανακούφιση του αχού
από φωνές των θαμώνων, που το μπουλούκι τους αργά κινούταν προς την έξοδο.
Ακολουθήσαμε το ρεύμα κρατώντας το χέρι της -να μην την χάσω. Στην έξοδο
αναφώνησε προς την κατεύθυνση κάποιου τύπου μπροστά μας, με φωνή αντιληπτή από
το παρακείμενο πλήθος, και με τρόπο που δεν κατάλαβα αν επρόκειτο για ερώτηση ή
απλή δήλωση: «Θέλεις να γαμήσεις κώλο;!» Ξαφνιάστηκα από το απροσδόκητο
της κραυγής και του περιεχομένου της που έκρυβαν ματαίωση, ως ο αυτο-αναγορευμένος
και εκούσιος σύνοδος της Ζωής. Δεν υπήρξαν αντιδράσεις, και το προσπέρασα χωρίς
σχόλια.
Αποσπαστήκαμε από τον κόσμο που ξεχυνόταν στον δρόμο και κατευθυνθήκαμε, αγκαλιάζοντας
την πλέον από τη θελκτική της μέση, στη βοτσαλωτή παραλία που απλωνόταν από τις
καλαμιές που έφραζαν το κέντρο μέχρι τα πρώτα φώτα του Λουτρακίου. Ήταν έρημη
από κόσμο, κι αν υπήρχαν ζευγάρια σαν και μας, ερωτοτροπούσαν στην ρομαντική ιδιαιτερότητά
τους κατά μήκος της παραλίας. Ξάπλωσε ανάσκελα στα βότσαλα. Σε μιαν αξιέπαινη «ιπποτική»
χειρονομία εκ μέρους μου, έβγαλα και την σκέπασα με το πουκάμισό μου, χωρίς να
μου το είχε ζητήσει. Η νύχτα ήταν απαλή χωρίς φεγγάρι, η θάλασσα γαλήνια, και
από η θερμότητα του αλκοόλ μια ευχάριστη ζεστασιά να με έχει περιτριγυρίσει και
απλωνόταν στα σωθικά μου. Μου εξήγησε, με τον τρόπο ενός απλού κοριτσιού του
λαού, ότι η κραυγή της κατά την έξοδο από το μαγαζί απευθυνόταν στον πρώην φίλο
της, μπάτσο στο επάγγελμα, που βρέθηκε στο ίδιο μαγαζί μαζί με το καινούργιο του
αμόρε. Είχε πρόσφατα χωρίσει! Υπήρχε ένα μορφωτικό ίσως και ταξικό χάσμα
ανάμεσά μας, που όμως αντί να με αποθαρρύνει με διέγειρε περισσότερο. Περιορίστηκα
σε χωρίς φαντασία κοινοτοπίες, χάδια στα βελούδινα πόδια κάτω από το φόρεμα,
φιλιά στο στόμα και το λαιμό. Αυτά τα φιλιά τα δεχόταν, και σε μικρότερο βαθμό
ανταπόδιδε, αμίλητη, αγέλαστη, με μια παθητική ευχαρίστηση, που όμως την
θεώρησα ιδανική κάτω από τις περιστάσεις της γνωριμίας μας.
Η ώρα πέρασε πιο γρήγορα από όσο θα το ήθελα και τη συνόδεψα, μέσα από
έρημα στενά δρομάκια, προς το σπίτι της κοντά σε μια εκκλησία στο πάνω μέρος
της πόλης. Αποχαιρετιστήκαμε και συμφωνήσαμε να βρισκόμαστε το επόμενο
απόγευμα: θα πήγαινε για καφέ στο στέκι της, σε μια από τις παραλιακές καφετέριες
που το όνομα της μου έδωσε. Θα καθόταν στην αυλή της με θέα στον παραλιακό
δρόμο. Δεν ζήτησα να μου διευκρινίσει αν θα πήγαινε εκεί μόνη της, με παρέα και
τι είδους παρέα – κάτι όμως που για την συνεσταλμένη μου ιδιοσυγκρασία έχει
πάντα αποφασιστική σημασία.
Την επόμενη, μέρα Κυριακή ήταν, έχοντας ξεκουραστεί αρκετά από το ξενύχτι
της προηγούμενης άφησα το στρατόπεδο από νωρίς το απόγευμα. Στον γεμάτο από
εντυπώσεις νου στροβίλιζαν τα όσα αναπάντεχα της προηγούμενης νύχτα, το πως μου
αφέθηκε η Ζωή στα βότσαλα της παραλίας, τα φιλιά και τα χάδια, η θρασύς και
ασύστολη κραυγή προς τον πρώην φίλο της για όλους να την ακούσουν. Η καρδιά μου
από χτυπούσε δυνατά από την υπερδιέγερση της προσδοκίας. Ήπια έναν φραπέ κάπου
μακριά από θέα περαστικών και φαντάρων, και άρχισα να περπατάω κατά μήκος του
παραλιακού δρόμου, από τη μεριά της θάλασσα, προς την καφετέρια όπου μου είχε πει
ότι θα βρισκόταν. Μετά από δυο-τρεις βόλτες μπροστά, διακριτικά και
επιφυλακτικά, σε απόσταση περίπου πενήντα μέτρων από την είσοδο του προαυλίου
χώρου, την διέκρινα σε ένα τραπέζι στη μέση της αυλής του να συζητάει και πίνει
καφέ με ένα ζευγάρι φίλων που καθόταν απέναντί της. Δεν ήταν μόνη της όπως
περίμενα και ήλπιζα, ούτε καν με μια κάποια φίλη, δυο περιπτώσεις που θα έβρισκα
το κουράγιο να αντιμετωπίσω. Η παρουσία όμως του άγνωστου ζευγαριού, και
συγκεκριμένα του άντρα της παρέας, μου ήταν πρόβλημα, μεγάλο πρόβλημα! Σήκωσε
μέσα στον γνώριμο εαυτό μου ένα φράγμα αναστολών, που, τότε, χωρίς τα δεκανίκια
του αλκοόλ, εκτίμησα ότι θα γινόταν αξεπέραστο από τον χαρακτήρα μου υπό τις
συνθήκες.
Περπάτησα άλλες δυο-τρεις φορές, στην ίδια απόσταση μπροστά από την είσοδο
του μαγαζιού. Στάθηκα με το πρόσωπο στραμμένο προς το μέρος όπου καθόταν η Ζωή,
με την ελπίδα να με προσέξει, να με αναγνωρίσει, να βγει έξω από τα μαγαζί
-μόνη της- να μου μιλήσει, να με καλέσει. Έγνεψα δειλά προς το μέρος της. Στη
διάρκεια αυτών των πήγαινε-έλα και των αξιολύπητων νευμάτων από απόσταση, η Ζωή
και οι φίλοι της έστρεψαν αρκετές φορές το πρόσωπό τους μπρος τη μεριά μου,
προς τη μεριά της θάλασσας, πριν συνεχίσουν με χαμόγελα το καφέ και τις
συζητήσεις τους. Τι συμπέρασμα να έβγαζε ο ουδέτερος παρατηρητής, τι να σκεφτόταν
η Ζωή; Είχε αναγνωρίσει στον μοναχικό φαντάρο που στεκόταν με φόντο τη θάλασσα
τον νεαρό άντρα των ερωτοτροπιών της προηγούμενης νύχτας; Αν ναι, γιατί δεν
έβγαινε να με συναντήσει, να μου μιλήσει, πιάσει από το χέρι και να με προσκαλέσει
στην παρέα της; Μήπως περίμενε να αποδείξω τον θάρρος και τον ανδρισμό μου
(κάτι που, προφανώς, διέθετε σε κλίμακες θράσους ο μπάτσος, πρώην φίλος της) και
χωρίς ενδοιασμούς να μπω στο μαγαζί, να αυτοσυστηθώ, να καθίσω δίπλα της και να
της μιλήσω σταράτα παρουσία δύο αγνώστων; Ή μήπως δεν με αναγνώρισε, είχε ήδη απορρίψει
το επεισόδιο της προηγούμενης νύχτας ως κάτι επιπόλαιο στο οποίο η συμμετοχή της
ήταν αδιάφορη, ενώ οι σκέψεις της ήταν στραμμένες αλλού; Ίσως, πάλι, να με είχε
αναγνωρίσει, και είχε δεύτερες σκέψεις για τις πράξεις της και απλώς είχε
ανέχτηκε ερωτικές περιπτύξεις από κάποιον απελπισμένο φαντάρο, περαστικό από τα
μέρη της -κάτι που, εν μέρει τουλάχιστον, θα εξηγούσε την παρουσία του
ζευγαριού στο τραπέζι της και το ότι δεν μου έγνεψε ή βγήκε έξω να με
συναντήσει.
Η όλη διαδικασία και τακτικές που ακολούθησα για να κεντρίσω την προσοχή της
θα μπορούσε από κάποιο τρίτο (αλλά και τη Ζωή και την παρέα της) να
χαρακτηριζόταν παράξενη και εξευτελιστική ή, τουλάχιστον, να υποδηλώνει σαφή αδυναμία
και έλλειψη θάρρους και ανδρισμού, φοβία απόρριψης, ένα σωρό από άλλες φοβίες,
πέρα από έμφυτες συστολές και αναστολές. Και με τις σκέψεις αυτές, ότι με
τέτοια στάση και συμπεριφορά μειώνω περαιτέρω, μέχρις κι εξευτελίζω τον εαυτό
μου για μια κοπέλα μάλιστα η οποία, με όλα τα δεδομένα και παρά την χάρη της, προερχόμαστε
από ασύμβατες κουλτούρες και παρελθόντα, γύρισα απογοητευμένος στο στρατόπεδο.
Η σκέψη της, η θύμηση εκείνης της νύχτας, θα παρέμεναν ζωντανές για αρκετές μέρες ακόμα.
Στις εξόδους που ακολούθησαν πέρασα πολλές φορές από την καφετέρια που την είχα
δει να κάθεται. Θα με θυμόταν και περίμενε, άραγε, για μια δεύτερη ευκαιρία,
όπου θα έβρισκα τα κότσια να της μιλήσω ανεξάρτητα από τις συνθήκες; Άλλες
φορές θα ανέβαινα τα δρομάκια κατά την πάνω πόλη, προς την εκκλησία όπου την
άφησα με ένα φιλί στο στόμα εκείνη την νύχτα και φρούδες υποσχέσεις για σχέση. Γύρεψα
παντού τη φυσιογνωμία και το κορμί της στα πλήθη που έκαναν τη βόλτα τους στην
προκυμαία. Η σκέψη της και η ελπίδα να την ξαναδώ, να ξαναζήσω μερικές από τις
στιγμές της γνωριμίας μας στο night-club, και από εκεί ποιος
ξέρει τι ήθελε προκύψει, εξασθένισαν με το πέρασμα των ημερών. Τελικά
παραιτήθηκα, λίγες μέρες πριν την αναχώρησή μου από το Λουτράκι, με τις
γλυκόπικρες αναμνήσεις του στιγμιαίου πάθους και της τελικής ματαίωσης. Οι
απορίες απέναντι στον εαυτό μου αμφιταλαντεύονταν ανάμεσα στο: «Τι είχα
μέχρι τότε και έχασα;», που όσο με
καθησύχαζε, άλλο τόσο με μελαγχολούσε, και στο «Τι θα κέρδιζα αν έκανα το
ψυχικό άλμα κι έμπαινα στο μαγαζί για να την ζητήσω και να μιλήσουμε;» που
ενέτεινε το συναίσθημα της ματαίωσης και έφερνε στενοχώρια.
No comments:
Post a Comment