Λίγο καιρό μετά την άφιξη και τα πρώτα καψόνια, μάλλον με πρωτοβουλία του διοικητή-αντισυνταγματάρχη, τοποθετήθηκα γραφιάς στο πρώτο γραφείο το Α1, από όπου περνούσε ο κύριος όγκος της χαρτούρας που αφορούσε το τάγμα και τους ανθρώπους του. Ο διοικητής μας ήταν ένας ήπιος άνθρωπος, διαφορετικής πάστας από τον βάναυσου αγριάνθρωπο στη διοίκηση του Κέντρου στο Ναύπλιο, χαμηλού αναστήματος και ανάλογων τόνων· φαλακρό ανθρωπάκι, που χωρίς της στολή και τα αστέρια, το παρουσιαστικό και εμφάνιση του θα σύναδε περισσότερο με υπαλλήλου παρά με αυτό διοικητού παραμεθόριας μονάδας. Στις σχέσεις μου με τους ανώτερους εκεί, συχνά επανερχόταν στο νου μου η σκέψη (ή, μάλλον, μια βεβαιότητα) ότι ο καθένας τους βρέθηκε σε κείνο το ξεχασμένο από το θεό μέρος, παρά τη θέληση και επιθυμίες, λόγω απουσίας ισχυρών διασυνδέσεων («μέσων») στα ανώτερα κλιμάκια της ιεραρχίας που θα επηρέαζαν μεταθέσεις και προαγωγές, εν ολίγοις, την επαγγελματική τους μεταχείριση και εν τέλει θα καθόριζε σε μεγάλο βαθμό την προσωπική και οικογενειακή τους ζωή. Η δουλειά του γραφιά ήταν ομολογουμένως ανιαρή, και ενέπλεκε κυρίως την χειρόγραφη αντιγραφή από έγγραφα που έρχονταν στο τεράστιο βιβλίο πρακτικών της μονάδας και τανάπαλι, αρχειοθέτηση, μέτρημα, γράψιμο ή σβήσιμο αδειών και τιμωριών. Η μηχανογράφηση και η τεχνολογία δεν είχε αγγίξει ακόμα εκείνο τον πυλώνα της εθνικής άμυνας.
Αλλά, καθώς πλησίαζε ο βόρειος χειμώνας, το γραφείο δίπλα στου διοικητή είχε ζεστασιά και θέα από το παράθυρο στις κινήσεις στην πλατεία που απλωνόταν από κάτω. Κυρίως, απέφευγα τις άχαρες και επί το πλείστον άσκοπες αγγαρείες εδώ και εκεί στο στρατόπεδο ή έξω από αυτό, όπως και ατέλειωτες ώρες απραξίας στους θαλάμους τα απογέματα, όπου όταν δεν ξαπλώναμε ονειροπολώντας ή ακούγαμε μουσική ή διαβάζαμε περιοδικά, βλέπαμε τα πήγαινε-έλα των ποντικιών που, έχοντας δραπετεύσει από τα καμένα αλώνια της περιοχής, είχαν βρει καταφύγιο στο στρατόπεδο και καταλάβει κάθε γωνιά του. Παλιότεροι εξοικειωμένοι με το θέαμα επαρχιώτες τα κλωτσούσαν, πετούσαν άρβυλα προς την κατεύθυνση, μερικοί όπως ο Λοχίας τα κυνηγούσαν με αξιοθαύμαστη επιδεξιότητα και τα έλιωναν στο πάτωμα σαν κατσαρίδες με τα άρβυλά τους. Για καλοαναθρεμμένα «βουτυρόπαιδα», σαν και μένα, στα άκρα του φάσματος των προσωπικοτήτων του τάγματος, προκαλούσαν αηδία. Ως αποτέλεσμα αυτής της απέχθειας, ο ύπνος στο φυλάκιο της πύλης σε ρόλο υπαξιωματικού υπηρεσίας, διαταρασσόταν από την αίσθηση της αεικίνητης παρουσίας τους: κάτω από το ντιβάνι, μέσα και έξω από την πόρτα, σε κάθε γωνιά, στην χειρότερη περίπτωση πάνω στο στρώμα. Ακόμα και η χαλάρωση στο ΚΨΜ μπροστά στην τηλεόραση διακοπτόταν από κάποιο ποντίκι που σκαρφάλωνε τα καλώδια και τις συσκευές ψυχαγωγίας. Οι λιγοστοί «φυσικοί» τους εχθροί στον χώρο του στρατοπέδου ήταν οι εξοικειωμένοι λόγω καταγωγής από την παρουσία τους, οι άξεστοι ή γενναίοι φαντάροι, όπως ο λοχίας, που διασκέδαζαν να τα κυνηγούν και σκοτώνουν εν ψυχρώ, ή ο σκύλος του στρατοπέδου ο οποίος τα βράδια γύρω από την πλατεία, με αξιοθαύμαστη δεξιότητα για σκύλο, αφού τα ζάλιζε με ένα χτύπημα της πατούσας του τα έτρωγε.
No comments:
Post a Comment