Άφησα το Λουτράκι με βαριά καρδιά, μεταμελημένος για μικρό-αποφάσεις που δεν πήρα, για πράγματα που δεν έκανα, απηυδισμένος με τον εαυτό μου για έλλειψη αποφασιστικότητας και θάρρους απέναντι στις περιστάσεις και τις ευκαιρίες που δόθηκαν -για ανεκπλήρωτες αγάπες. Η μόνη αχτίδα φωτός και νότα αισιοδοξίας ερχόταν από το κύλισμα του χρόνου (κάτι που δεκαετίες μετά δημιουργεί μόνο μελαγχολία και θλίψη) και το ξεπέρασμα ενός ορόσημου σε μια τραχεία πορεία, που ακόμα όμως δεν ήξερα που τελικά θα με οδηγούσε.
Ο επόμενος σταθμός, που τον πλησίαζα με το ίδιο και μεγαλύτερο βάρος στην
ψυχή, όπως και τη μέρα της κατάταξης ήταν τα Βρυσικά. Μια ασήμαντη κουκίδα στο
χάρτη στη μέση του πουθενά, στα σύνορα που ο ελληνικός μετρούσε το ανάστημά του
απέναντι στον Τούρκο-εχθρό· εκεί που πολλοί έλεγαν ότι θα «καταλάβουμε εστί
θητεία». Οι παλιοί που τα πέρασαν τέτοια μέρη μιλούσαν χαιρεκακία και κυνισμό·
άλλοι της σειράς μου με ευνοϊκότερες μεταθέσεις που τα απέφυγαν δύσκολα έκρυβαν
μιαν ανακούφιση και χαρά· τα καλοπροαίρετα βύσματα που είχα γνωρίσει έδειχναν μιαν
σιωπηρή συγκαταβατικότητα και συμπάθεια προς τους άτυχους και δύστυχους σαν και
μένα, μαζί, βέβαια, με την εμφανή ικανοποίηση για τη δική τους κατασκευασμένη εύνοια
της τύχης. Με λίγα λόγια, δεν κρυβόταν ότι η μετάθεση στα Βρυσικά του
Διδυμότειχου ήταν από τις χειρότερες μεταθέσεις που επεφύλασσαν οι γενικά μεροληπτικές
και άδικες μηχανορραφίες του μηχανογραφικού του ΓΕΣ και των μοχλών που το
κινούν σε «μηχανικάριους» σαν και μένα. Έτσι, για πρώτη φορά, άκουσα και έμαθα για
τα Βρυσικά. Η διδασκαλία της γεωγραφίας του Νομού Έβρου προσπερνούσε περιοχές
σαν αυτήν του Διδυμότειχου της πλησιέστερης κωμόπολης, παραμεθόριας δίπλα στο
ποτάμι, δέκα χιλιόμετρα από την οπισθοφυλακή που κρατούσε το τάγμα μου. Οι
μέρες μου στο χωριό Βρυσικά θα γινόταν ένας ακόμα μικρός Γολγοθάς που θα
ανέβαινα στην διάρκεια της παράλογη δεκαοκτάμηνης δοκιμασίας.
Ο Πατέρας, πάντα πρόθυμος για κάτι τέτοια παρά την προχωρημένη μέση του
ηλικία, προσφέρθηκε να με οδηγήσει και φέρει ως την είσοδο του στρατοπέδου το
φθινοπωρινό πρωινό που όφειλα να παρουσιαστώ: να με βοηθήσει με τα πράγματα και
ξεπροβοδίσει -όπως είχε γίνει και με την κάθοδο στο Ναύπλιο. Τον χαροποιούσαν
τέτοιου είδους συνεισφορές που υποτίθεται ότι θα προήγαγαν (μακροπρόθεσμα) το «ευ
ζην» των παιδιών του. Πίστευε ότι εξυπηρετήσεις σαν και αυτήν συνιστούσαν
μικροβελτιώσεις στις συνθήκες της στρατιωτικής θητείας μου και θα διατηρούσαν
την ψυχική μας συγκρότηση για τη ζωή που θα ακολουθούσε. Το απολυτήριο από τον
στρατό ήταν εξ αρχής το «εκ των ων ουκ άνευ» για το μέλλον που είχε προδιαγράψει
στο μυαλό του για μένα και τον Αδερφό. Η Μάνα, καθώς με έβλεπε τις λίγες μέρες
άδειας στην Θεσσαλονίκη, αποστασιοποιημένο και στεναχωρημένο, μουτρωμένο και
αμίλητο, δεν παρέμβαινε σε συζητήσεις και κρατούσε διακριτικές αποστάσεις από
τα δρώμενα, με μια εξεζητημένα καλοσυνάτη διάθεση και επιτηδευμένες φροντίδες:
«Τι φαγητό θέλεις να σου μαγειρέψω πριν φύγεις;» Είχα πεισθεί ότι και η ίδια
ένιωθε μιαν εσώτερη ικανοποίηση που τελικά «προσαρμόστηκα» στην πραγματικότητα
(που θεωρούσαν ότι τραγικοποιούσα) και σήκωνα τον σταυρό μου, χωρίς γογγυσμούς,
στην πεπατημένη δοκιμασία, που στο τέλος της θα ανταμειβόμουν με μια θέση στο
ελληνικό δημόσιο. «Μπόρα είναι και θα περάσει…Κουράγιο…» Αρκετές
φορές είχα ήδη ακούσει κάτι τέτοιο για να μου ανορθώσει το ηθικό.
Η Μητέρα ούτε μάλλον ήθελε, ίσως ούτε και μπορούσε «να πιάσει», χωρίς την
συγκατάθεση του Πατέρα, κάποιον στρατιωτικό ή πολιτικό παράγοντα (όπως φέρ’ ειπείν
τον πολιτευτή κουμπάρο μας) που θα έκαμε την θητεία ανεκτότερη· «μέσα»,
αντίθετα, που είχαν προτείνει να χρησιμοποιήσουν στα πρώιμα σχολικά χρόνια προς
όφελος της κατάκτησης της «αριστείας». Η μυθική ακεραιότητα και εντιμότητά του Πατέρα δεν
του επέτρεπε να ζητήσει χάρες από φίλους και γνωστούς που θεωρούσε θέσει και
φύσει υποδεέστερους του. Ωστόσο έχοντας μερικώς διαπιστώσει ότι η μετάθεση με
ωθούσε σε ακόμα βαθύτερα στο τέλμα μιας στείρας από δημιουργικότητα και χωρίς
προοπτικές κατάστασης, μετά το τέλος του ταξιδιού μας για τον Έβρο, έβαλε μπρος
-με εξαιρετικό ζήλο και μέθοδο- να αξιοποιήσει ένα ευκαιριακό, μικρής διάρκειας
παραθυράκι του τότε στρατιωτικού νόμου, από τα λεγόμενα «φωτογραφικά», τα ως συνήθως
κομμένα και ραμμένα στα μέτρα μερικών γόνων της πολιτικής ελίτ· ένα παραθυράκι που
το τελευταία εξάμηνο της θητείας θα μπορούσε να με αποσπάσει σε κάποιο
Πανεπιστήμιο. Από τη μεριά μου η ιδέα και διαδικασία με εξόργιζε, αλλά επί το
πλείστον κρατούσα το θυμό μου και άλλα παρεμφερή συναισθήματα αγανάκτησης καταπιεσμένα.
Εξοργιζόμουν απέναντι στο στρατό, τους αξιωματικούς και τα «βύσματά» του, την
υποκρισία, την αδικία προς μεγάλη μερίδα νέων που τον υπηρετούσαν σηκώνοντας
ανισόμετρα αχρείαστα βάρη στην ακμή της ζωής τους, και παραπέρα: την ελληνική
κοινωνία που η νοοτροπία και οι εγγενής αδυναμίες της καθρεφτιζόταν πιστές και
απαράλλαχτες στο στράτευμά της και τους υπαλλήλους του, τους γονείς που δεν
κατανοούσαν το μέγεθος εκείνης της δοκιμασίας, το πολιτικό σύστημα. Τελικά, η
μόνη ελπίδα διαφυγής, από κάτι που προοιωνιζόταν ως μια επί γης κόλαση, ως
ισοπέδωση ανθρώπινων ενστίκτων, ως ψαλίδισμα της ατομικής θέλησης, ως νάρκωση μέχρι
και ακύρωση κάθε φιλοδοξίας, ήταν η υπόσχεση της θείας Αλίκης από την Αθήνα,
όταν με επισκέφτηκε στο Ναύπλιο με δώρο λίγα γλυκά και ένα τρανζιστοράκι που
ακόμα έχω στο συρτάρι μου, η μοναδική από τον κύκλων συγγενών, φίλων και
ερωμένων – η υπόσχεση ότι θα μιλήσει σε έναν γνωστό της γείτονα του ΓΕΣ για να
με φέρουν στη Θεσσαλονίκη. «Ας πάει εκεί λίγους μήνες και βλέπουμε…»
ήταν η αρχική απόκριση του υψηλόβαθμου αξιωματικού, αλλά η θεία Αλίκη δεν
ξέχασε το «βλέπουμε» και επέμεινε.
Ένα βράδυ ξεκινήσαμε με το Honda Civic του Πατέρα και έναν χάρτη της
παραμεθόριας terra incognita. H Μάνα στη θέση του συνοδηγού, εγώ κατάκοπος και μισοκοιμισμένος, ξαπλωμένος
όπως-όπως στο πίσω κάθισμα. Στις αντιρρήσεις μου να με οδηγήσουν μέχρι και την
πύλη του στρατοπέδου, αντέτασσαν την ευκαιρία που θα τους δινόταν να πάρουν μια
γεύση από μια γωνιά της Ελλάδας που δεν είχε τύχει να επισκεφτούν στο παρελθόν.
Κοιμήθηκα στο πίσω κάθισμα έναν ύπνο επιφανειακό, χωρίς όνειρα. Στα αυτιά
βούιζε η μηχανή του αυτοκινήτου και οι αλλαγές της ταχύτητας και των θορύβων που
φέρνει, κάποια παραίνεση της Μάνας για ένα διάλειμμα ξεκούρασης, η απάντηση του
πατέρα ότι το «σκυλί», όπως εκείνος, «δεν έχει ανάγκη από ξεκούραση». Ξύπνησα
όταν φτάσαμε στο Διδυμότειχο. Ξημέρωνε και ο κύριος δρόμος μέσα από μελαγχολική
πόλη ήταν έρημος. Σύμφωνα με το χάρτη που συμβουλεύτηκε ο Πατέρας, δεν είμαστε
μακριά. Δέκα χιλιόμετρα το πολύ στο τέλος ενός επαρχιακού, αλλά
ασφαλτοστρωμένου δρόμου, που διέσχιζε μια πεδιάδα από χωράφια δημητριακών, τα
πιο πολλά μαυρισμένα από το κάψιμο των καλαμιών μετά το αλώνισμα, έτοιμα για
την επόμενη σπορά. Η αδρεναλίνη στα ύψη κατέστησε τον πρωινό καφέ αχρείαστο. Έτσι
ή αλλιώς, τέτοιες ώρες στο πουθενά δεν σερβίρεται καφές.
Ο στρατώνας βρισκόταν μετά από μια διασταύρωση και ένα ερειπωμένο πέτρινο υπόστεγο που θα χρησίμευε ως στάση λεωφορείου, πριν ακόμα αρχίσουν να εμφανίζονται τα πρώτα σπίτια του χωριού. Και πέρα από την πύλη που την προσπεράσαμε για μια πρώτη γνωριμία με το μέρος, δεν ήταν πολλά τα σπίτια· το τελευταίο φαινόταν στο τέλος του μικρού δρόμου που περνούσε μέσα από το χωριό -ο δρόμος τέλειωνε με αυτό. Κάτι μαγαζιά, ένα σαν μπακάλικο, άλλο σαν ταβέρνα κάτω από ένα υπόστεγο, και ένα ακόμα σαν καφενείο, ήταν κλειδωμένα λίγο πιο πέρα από την πύλη. Μοναδική ζωντανή ψυχή ο φαντάρος σκοπός της πύλης, που δεν μας έδωσε σημασία. Επαρχία και φανταριλίκι: ξένος τόπος μακρινός και άλλος καιρός από αυτούς που γεννήθηκα και μεγάλωσα και έμαθα.
No comments:
Post a Comment