Thursday, June 12, 2025

87γ - 'Ενας Φαντάρος: Λουτράκι (Ανεκπλήρωτος Έρωτας)

Η θητεία στο Λουτράκι, μαζί με ένα καλοκαιράκι χωρίς πολλές έγνοιες και τους κόπους και πόνους που υπέστην στο Ναύπλιο, πλησίαζε προς το τέλος της, μαζί με το μισό της θητείας. Το προτελευταίο βράδυ ξεχυθήκαμε για μια τελευταία φορά με έναν συνάδερφο στη βραδινή ζωή της πόλης που κορυφωνόταν. Καταλήξαμε σε ένα ακόμα disco-bar, καθισμένοι με τον αγκώνα στο μπαρ του, τα κορμιά γερμένα στους αγκώνες, αμίλητοι και βλοσυροί, όπως ταιριάζει σε φαντάρους καταμεσής της θητείας, με τη θλιβερή προοπτική μιας συνέχειας στα σύνορα του Έβρου να βαραίνει την ψυχή, περισσότερο με την κάθε μέρα που περνούσε εκεί.

Δίπλα στην πίστα, όπου νωρίς τα βράδια καταλαμβάνεται από κοπέλες που χορεύουν μόνες, και αδέσμευτα παλικάρια να τις χαζεύουν, άλλοι από συνήθεια, άλλοι από παραίτηση και γιατί δεν υπάρχει τίποτε καλύτερο να κάνουν, άλλοι από πόθο για κάτι που τους λείπει και τις κρυφές ελπίδες από ένα χαμόγελο ή μια ματιά προς το μέρος τους φέρνει. Όσον αφορούσε στον εαυτό μου, ο κύκλος του Λουτρακίου φαινόταν να είχε κλείσει, χωρίς να έχει λυθεί το πρόβλημα της αισθηματικής μοναξιάς. Ήταν πλέον αργά για τέτοιου είδους γνωριμίες, αλλά ακόμα και σε ώρες που δυνατότητες και ελπίδες μηδενίζονται, ένα αδιευκρίνιστο ένστικτο μέσα μας εγείρει ερωτηματικά για το «αν» και το «πως» και το «τι» θα μπορούσε να γίνει σε κάθε ώρα, σε κάθε χώρο με άλλους· σαν τον ανίατο ασθενή που προσδοκά την θαυματουργή θεραπεία να τον σώσει.

Η μια από τις δυο κοπέλες που έριχναν κλεφτές ματιές προς τη μεριά μου στο μπαρ δίπλα στην πίστα, γύρισε στη συγχορεύτρια της και της είπε: «Ωραίος, αυτός εκεί...» Το διάβασα στα χείλη της. Εννοούσε εμένα! Η συγχορεύτρια, αφού μου έριξε ακόμα μια κλεφτή ματιά, της έγνεψε συγκαταβατικά, πριν απορροφηθούν ξανά από τη μουσική και το χορό τους. Ο συνάδερφος δίπλα μου, με ένα πονηρό χαμόγελο, επαλήθευσε τα λόγια της: «Αυτή εκεί είπε ότι είσαι ωραίος. Σε γουστάρει, ρε!» και με σκούντησε ελαφρά με τον αγκώνα του. Κούνησα το κεφάλι με την μετριοφροσύνη που με διακρίνει σε κοινωνικές σχέσεις. «Ε, και τι έγινε; Τι μπορεί να συμβεί; Τι μπορώ να κάνω;», σκεφτόμουν. Αλλά τέτοια σχόλια από κοπέλες, οποιεσδήποτε κοπέλες, προάγουν την αυτοπεποίθηση, αναστηλώνουν μερικά το λανθάνον λίμπιντο.

Η καταραμένη θητεία θα κέρδιζε ακόμα μια μάχη εις βάρος της ζωής μου, και της απόλαυσής της. Η αδιάφορη ματιά μου εκείνο το βράδυ της παραίτησης στη μοίρα, που για την ώρα καθοδηγούνταν αποκλειστικά από τις υποχρεώσεις της στρατιωτικής ζωής στο επερχόμενο καθαρτήριο του Έβρου, στράφηκε προς τα τραπεζάκια στο μέρος του μαγαζιού πριν από την πίστα. Σε ένα από αυτά ήταν καθισμένη μόνη της, πιθανόν με κάποια φίλη ή φίλες που θα είχαν σηκωθεί και αυτές για χορό, μια χαριτωμένη, μικροκαμωμένη ύπαρξη, με ξανθό, κοντό και φουντωτό, αλλά περιποιημένο μαλλί, μάτια ανοιχτόχρωμα, που με μιαν απέραντη γλυκύτητα και βάθος και ακατανίκητη έλξη, κοίταζαν επίμονα κατά την μεριά μου. Ένας ανεπαίσθητος αλληθωρισμός τα προσέδιδε πρόσθετη γοητεία. Όταν εστίασα το βλέμμα μου προς την κατεύθυνση της, για να γευτώ λίγο περισσότερο τη γλύκα τους, μου χαμογέλασε, με τα μάτια να χαμογελούν και να εξακολουθούν καρφωμένα πάνω μου. Το νόημα και η γοητεία του χαμόγελου ξεπερνούσε και αυτά των ματιών, που το φως τους άγγιζαν τα βάθη της ψυχής μου. Αυτό που ένιωσα, το συναίσθημα που ξαφνικά με διαπέρασε, θα χαρακτηριζόταν κοινότοπα (αλλά, ας είναι…) «κεραυνοβόλος έρωτας» ή «έρωτας με την πρώτη ματιά», όπως και σε κείνο το μακρινό βράδι στο Μπαλκονάκι με την Ε. Οι στίχοι από το τραγούδι του Σινάτρα “Something in your eyes was so inviting // Something in your smile was so exciting” είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις στη διάρκεια μιας ζωής που ανασύρονται αβίαστα από τη μνήμη. Ανταπόδωσα τις γλυκές ματιές και τα χαμόγελα, συνειδητοποιώντας πλήρως ότι πράγματι ερωτοτροπούσαμε. Όταν, με την επιστροφή μιας φίλης από την παρέα της, σηκώθηκε και άφησε το τραπέζι και οι ματιές μας ξεκλείδωσαν, βρήκα ευκαιρία να περιεργαστώ τη φιγούρα της: στρογγυλά καμπυλωτά οπίσθια, κάτω από μια λεπτή μέση, μέσα από το ανοιχτόχρωμο, λουλουδάτο φόρεμα.

Με τον συνάδερφο και φίλο για εκείνη τη βραδιά, με την τελευταία μπύρα από τις πολλές εκείνων των ημερών, αφήσαμε το μπαρ και την πίστα μπροστά του και αποσυρθήκαμε σε ένα τραπέζι κοντά στην είσοδο. Η πίστα άδειαζε από κοπέλες. Η αναλογία γυναικών σε τέτοια μέρη και τέτοιες εποχές μειωνόταν δραματικά με το πέρασμα της ώρας, ώστε στο τέλος να ξεμένουν μερικοί μοναχικοί και απελπισμένοι, ανέραστοι και φαντάροι. Διάλεξα την καρέκλα με θέα προς την κατεύθυνση της. Όταν επέστρεψε, βλέποντας τα άδεια σκαμπό στο μπαρ όπου καθόμαστε, με μια ματιά γύρω της, με εντόπισε και έστρεψε ελαφρώς την καρέκλα της προς το μέρος μου. Μας χώριζε ένα και μοναδικό τραπέζι, τα σώματά μας όχι περισσότερο από δυο-τρία μέτρα. Η ανταλλαγή γλυκών ματιών και χαμόγελων συνεχίστηκε, χωρίς ο συνάδερφος δίπλα μου να έχει πάρει είδηση. Έπρεπε να την πλησίαζα, να της μιλούσα το συντομότερο δυνατό, να μας έδινα μιαν στερνή ευκαιρία να ανθίσει κάτι τις από την εμφανέστατα ακατανίκητη αμοιβαία έλξη, που διέχεαν ματιές και χαμόγελα, να έκλεινα ένα ραντεβού για την επομένη, να έπαιρνα έστω ένα όνομα και ένα τηλέφωνο. Διαισθανόμουν ότι η ώρα με το κάλεσμα του συναδέρφου για επιστροφή στο στρατώνα δεν θα αργούσε.

Τα λεπτά κυλούσαν, το μαγαζί άδειαζε. Ολιγώρησα. Λιγοψύχησα. Δικαιολογήθηκα φτηνά στον εαυτό μου: και αν κουβεντιάζαμε, και αν φιλιόμαστε, και αν αγαπιόμαστε τι μέλλον θα υπήρχε, όταν σε λιγότερο από δυο μέρες θα έφευγα μακριά από εκείνα τα μέρη στην άλλη άκρη της Ελλάδας με πλώρη για την αβεβαιότητα, μιαν άβυσσο; Αψυχολόγητα άδειασα την μπύρα μου, είπα στο συνάδελφό μου ένα «Άντε, αρχηγέ, να την κάνουμε…», σηκωθήκαμε, είδα το χαμόγελό της να σβήνει, στα λαμπερά της μάτια της η λύπη να διαδέχεται την έκπληξη, και φύγαμε.

Την άλλη μέρα στην τελευταία μου έξοδο στο Λουτράκι, ξαναέψαξα τα μάτια και το χαμόγελό της στο ίδιο στέκι, στο δίπλα και παραδίπλα, και στα πλήθη του κόσμου που με προσπερνούσε στο δρόμο μπροστά από την παραλία. Μάταια. Ήταν βαριές οι δυο τελευταίες μέρες στο Λουτράκι από την επερχόμενη μετάθεση και την απουσία παρηγοριάς για την μοναξιά μου. Η ψυχή σκοτείνιασε από την ολιγωρία και τον δισταγμό που έδειξα, και τις συστολές που με κυρίευσαν ενώπιον της λάμψης δυο ματιών που για λίγα λεπτά ερωτεύτηκα και με ερωτεύτηκαν. Η εικόνα του προσώπου της παρέμεινε αποτυπωμένη και φρέσκια να το μυαλό να την φωτογράφησε χτες, για πολλά χρόνια μετά από την αναχώρηση μου από το Λουτράκι. Κάθε φορά που την ανέσυρα, το απαίσιο συναίσθημα θλίψης, μεταμέλειας, κατηγόριας και οργής στην παλαίστρα της ψυχής με μόνον αντίπαλο τον εαυτό μου με βασάνιζε. Θα μπορούσε η ζωή να ήταν διαφορετική, ρόδινη, μια αγάπη να με σκέφτεται, να με περιμένει -το πόσο μακριά δεν θα είχε σημασία. Και τι έκανα; Τι έκανα στον εαυτό, θεέ μου; Σηκώθηκα και απερίσκεπτα, αψυχολόγητα, και αλαζονικά στα μάτια της χαριτωμένης κοπελίτσας έφυγα! Τι ύβρις αυτή σε μιαν κοπέλα που μου άρεσε, τι ύβρις στην ζωή!

No comments:

Post a Comment