Wednesday, June 11, 2025

87α - 'Ενας Φαντάρος: Λουτράκι (Μια Ακόμα Απώλεια)

Στο Λουτράκι, στο παραθεριστικό κέντρο μεσοαστών της παλιάς Αθήνας, στο ελληνικό καλοκαιράκι του 1991, η θητεία μου φανέρωσε ένα κάπως περισσότερο ανθρώπινο πρόσωπο. Οι αξιωματικοί πιο χαλαροί, εξαιτίας, κυρίως, του τόπου και εποχής διακοπών, μέχρι και αδιάφοροι. Το ίδιο και οι «παλιοί», συνήθως βύσματα με ευνοϊκή μετάθεση στο τελευταίο στάδιο της θητείας τους. Και οι υπηρεσίες λιγότερες, που κι αυτές τις λίγες που μας ανάθεταν, μετά από συνεννοήσεις μεταξύ μας τις παραμελούσαμε ή αλλάζαμε. Η εκπαίδευση σε πλωτά μέσα και γέφυρες, αν γινόταν για να κερδηθεί ένας μελλοντικός πόλεμος, θα φαινόταν στους εχθρούς μας αστεία. Πάντως, θα μπορούσε να συμπυκνωθεί σε δυο βδομάδες αντί για δυο μήνες. Ο χρόνος για εξόδους και άδειες, πολλές χαρισμένες από την «σημαία», ο μόνος χρόνος με κάποια αξία για τον φαντάρο, ήταν άπλετος.

Το Χριστινάκι που γνώρισα στο σοφιστικέ μπαρ του Ναυπλίου, που μαζί κολυμπήσαμε στα κρύα νερά της θάλασσας του Ιούνη με τα μισόγυμνα κορμιά μας να αγγίζουν, την ένιωσα από την πρώτη γνωριμία μας σαν έναν άνθρωπο που μπροστά του η ζωή όφειλε να κοντοσταθεί, όχι μόνο γιατί χωρίς αυτή θα έπεφτα πίσω σε ένα αισθηματικό κενό. Λίγες μέρες μετά από την άφιξη μου στο Λουτράκι, την τηλεφώνησα για να βρεθούμε. Μπορούσα να κατεβώ στην πόλη της· δεν ήταν μακριά. Χάρηκε που με άκουσε· χάρηκε που τις ζήτησα να συναντιόμασταν το ερχόμενο Σάββατο. Mε «πονηρές» σκέψεις στο μυαλό, φαντασιώσεις και ερωτικά σχέδια, που αναπόφευκτα ελλοχεύουν και σχηματίζονται στο νου του στερημένου φαντάρου, έκλεισα ένα δωμάτιο σε ξενοδοχείο του Ναυπλίου για το σαββατόβραδο. Βρεθήκαμε στο Ναύπλιο αργά το απόγευμα. Ήπιαμε φραπέ, φάγαμε, και με ένα ταξί πήγαμε στο κοντινό Άργος, σε ένα από τα στέκια που σύχναζε, με μουσική και ντεκόρ σχετικά ψηλών προδιαγραφών, και με ανθρώπους που στους τρόπους και εμφάνιση τους υπέρβαιναν το επαρχιακό και αγροτικό κλίμα της άσχημης πόλης. Ήταν καλοκαίρι και νέοι, σπουδαστές και σπουδαγμένοι, ντόπιοι και Αθηναίοι, και ανάμεσα τους καλλιεργημένοι φαντάροι, κατέκλυζαν τα πλέον καλαίσθητα κέντρα διασκέδασης του Ναυπλίου, του Λουτρακίου και των γύρω περιοχών. Η μισή παλιά Ελλάδα προέρχεται από την Πελοπόννησο και την Ρούμελη.  

Ήπιαμε αρκετά ποτά και εκείνο το βράδυ. Η Χριστίνα, ήταν πιο λιγομίλητη από τις δυο προηγούμενες φορές, λιγότερο διαχυτική, περισσότερη σκεπτική, συγκρατημένη σε χειρονομίες, μουδιασμένη στα αγγίγματα και τα φιλιά της, σαν κάτι να την βασάνιζε. Είχε άρρωστο πατέρα, αλλά είχα καταλάβει ότι συλλογιζόταν συνάμα και το πρόσφατο τέλος μιας προηγούμενης αγάπης· και σαν ασυνείδητα να την έψαχνε κάποιον ανάμεσα στο πλήθος. Γιατί άραγε ήθελε να ερχόμασταν στο συγκεκριμένο μαγαζί στο Άργος;  Μέχρι τότε τα βιβλία της ζωής μας, των παρελθόντων μας, τα είχαμε ανοίξει ο ένας στο άλλον στο μέγιστο δυνατό στις δυο-τρεις που περάσαμε μαζί, όχι όμως σχέδια και προθέσεις για το μέλλον, στο βαθμό που κάτι τέτοιο είναι εφικτό στην περίπτωση ενός φαντάρου χαμένου στον χώρο και τον χρόνο, και μιας δασκαλίτσας που πρόσφατα είχε αποφοιτήσει από την Παιδαγωγική και κάπως τα έβγαζε βόλτα με ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδάκια.

Γυρίσαμε ζαλισμένοι στο Ναύπλιο και δέχτηκε να ανεβεί μαζί μου στο δωμάτιο. Σαν να το είχε προσχεδιάσει και η ίδια. Ξέραμε φυσικά και οι δυο μας τι θα συνέβαινε. Και όντως συνέβη: κάναμε έρωτα που διήρκεσε λίγα δευτερόλεπτα. Τέλειωσα αμέσως μόλις την γύρισα πάνω μου –στην προσπάθεια να παρατείνω τη διάρκεια κάτι πολύτιμου μετά από τους μήνες χειμέριας νάρκης. «Δεν έπρεπε να με φέρεις από πάνω σου…» μου ψιθύρισε γλυκά. Απογοητεύτηκα με τον εαυτό μου με μιαν ακόμα «μισοδουλειά» και μάλιστα την πρώτη φορά με κάποια γυναίκα, που ειδικά σε τέτοιου είδους περιστασιακές επαφές μετράει. Τι να περνούσε από το μυαλό της ερωτικής συντρόφου στο μικρό δωμάτιο, τι είδους συγκρίσεις να έκανε στο μυαλό της; Περιθώρια για άμεσες διορθώσεις δεν υπήρχαν όπως στο παρελθόν με την Ε ή την Tina… Τέτοιες σκέψεις με διέτρεχαν και επανάφεραν τις εξακριβωμένες πλέον προσωπικές μου ανασφάλειες. Της ζήτησα να κοιμόταν μαζί μου το βράδυ (ξεκούραστος και ξεμέθυστος το πρωινό, ίσως, η πράξη να αναβαθμιζόταν), αλλά «έπρεπε να βρισκόταν το πρωί στο πατρικό της, ο πατέρας ήταν άρρωστος».

Κατάκοπος, η κούραση και υπνηλία να με βαραίνουν ασήκωτες, κορεσμένος σεξουαλικά, δεν επέμενα και παραιτήθηκα στην μοναξιά μου για το υπόλοιπο της νύχτας. Φιληθήκαμε στην πόρτα· χαιρετηθήκαμε αμήχανα. Είδα ότι τα σχέδια μιας βραδιάς έρωτα, ίσως και πάθους, στα οποία είχα επενδύσει το πρωί με ένα κορίτσι που μου άρεσε και είχε προσελκύσει, φυσικά και συναισθηματικά, είχαν αποτύχει. Δεν θα το ξανάβλεπα το Χριστινάκι. Στις επόμενες δυο κουβέντες μας στο τηλέφωνο διέκρινα μιαν αδιάψευστη απροθυμία και ψυχρότητα. Την τρίτη φορά, μια κοπέλα το απάντησε, και με προσποιητό τόνο στη φωνή της μου είπε ότι η Χριστίνα δεν βρισκόταν εκεί: «Ποιος τη ζητάει; Θέλετε να της πω τίποτε;» Κατάλαβα τη ματαιότητα της επιμονής και εγκατέλειψα κάθε προσπάθεια.

Όταν ένα από το μικρά μονοπάτια που διαλέγει και ακολουθεί κάποιος, από αυτά που παρουσιάζονται στις διακλαδώσεις καθ’ οδόν μιας κύριας πορείας, επιστρέφει στον κύριο δρόμο και τον συνεχίζει. Με βαριά καρδιά, που όμως ξελάφρυνε κάπως, στις χαρούμενες, ηλιόλουστες μέρες διακοπών, για φαντάρους και φοιτητές και τουρίστες στο Λουτράκι, συνέχισα τη θητεία μου. Τα φανταρίστικα χτυποκάρδια είναι σαν εκείνα της εφηβείας: εφήμερα και ατελέσφορα.

No comments:

Post a Comment