Οι έξοδοι στα Βρυσικά (αν λίγα βήματα από την πύλη θεωρείται έξοδος για
έναν φαντάρο) και παραπέρα στο Διδυμότειχο στερούνταν χάρης, δεν έφεραν χαρές. Ένα
γυμνό ισόγειο σε μια από τις μισοτελειωμένες αγροτικές μονοκατοικίες του χωριού
είχε μετατραπεί από τον ιδιοκτήτη του, με δυο τραπέζια, μερικές πλαστικές
καρέκλες, ένα ραδιοκασετόφωνο με CD player, ένα πάγκο με μισοτελειωμένα μπουκάλια
ουίσκι και ένα ψυγείο με αναψυκτικά, σε ένα είδος καφετέριας και mini-disco για την ψυχαγωγία των φαντάρων του τάγματος και των
μετρημένων στα δάκτυλα του ενός χεριού έφηβων μαθητών του χωριού. Τη μια και
μοναδική φορά που το επισκέφτηκα ήταν με έναν συνάδερφο «ροκά» του διπλανού κρεβατιού
στο θάλαμο, μαζί με άλλους ξεχασμένους. Τον «ροκά» όμως τον θυμάμαι. Ήταν ένα
καλοπροαίρετο παιδί, ξερακιανό, αδιάφορος στις διακρίσεις ανάμεσα σε «παλιούς»
και «νέους», στωικός με τις σκοπιές και τα περίπολα που αναλάμβανε αγόγγυστα να
κάνει. Τις ώρες της απογευματινής ραστώνης τον ευχαριστούσε να ξαπλώνει
ανάσκελα με τις παλάμες πίσω από το κεφάλι, απερίσπαστος από τα σούρτα-φέρτα
των ποντικιών γύρω του, και να ακούει heavy metal rock: Deep Purple και σχετικές μπάντες. Αναφερόταν με ιδιαίτερο θαυμασμό στον αγαπημένο του Ian Gillan, η φωνή του οποίου, όπως μας έλεγε, σάρωνε 4-5 οκτάβες, και για του λόγου
το αληθές μας καλούσε να ακούσουμε το Child in Time. Από κείνον άκουσα
ξανά δείγματα heavy metal rock μουσικής, χρόνια μετά από τότε που ο παιδικός φίλος μου B με εισήγαγε σε αυτό το είδος με ένα
άλμπουμ των Led Zeppelin, ή τα τραγούδια των Deep Purple που, εν αγνοία μου αυτής καθαυτής μπάντας, είχα ηχογραφήσει σε μια κασέτα
και έπαιζα μέσω τηλεφώνου στην Βίκυ -τον κρυφό έρωτα της γειτονιά της
πρωτο-εφηβείας, για να την εντυπωσιάσω. Ο «ροκάς», με CD και κασέτες rock, πήγαινε σε κείνη την άθλια καφετέρια του χωριού,
όπου αναλάμβανε το ρόλο του DJ, για τη μουσική διαπαιδαγώγηση των λίγων θλιβερών και αδαών θαμώνων. Η παλιά
λαϊκή μουσική φαίνεται είχε εξαντληθεί πολιτιστικά για τη νεολαία της Ελλάδας
και προσπεραστεί, ενώ εξακολουθούσε να συγκινεί κάποιους ξενιτεμένους σαν και
μένα. Ήταν όμως τέτοια η μελαγχολία και φτήνια που εκείνη η αυτοσχέδια
«καφετέρια» απέπνεε, που δεν ξαναπέρασα, παρόλο που η μουσική του συναδέρφου μου
είχε κάνει εντύπωση.
Το Διδυμότειχο αποτελούσε, δέκα χιλιόμετρα μακριά από τα απερίγραπτα Βρυσικά,
την πλησιέστερη εναλλακτική λύση, λόγω μεγέθους και μόνον, καθώς ήταν η έδρα μεραρχίας.
Πρόσφερε μερικές κοσμικότερες ή, έστω, λιγότερο καταθλιπτικές διεξόδους -για να
ξεσκάσουμε, κατ’ ευφημισμό ψυχαγωγηθούμε,
περισσότερο να αποτινάξουμε τους καημούς και τις στενοχώριες που τρώνε το
σαράκι φαντάρων σε μιαν άκρη όπως εκείνη· φαντάρων μοναχικών, χωρίς προσδοκίες,
με το μέλλον σκεπασμένο από πυκνή ομίχλη. Καμιά φορά ξεκινούσαμε Σάββατο πρωί
να το επισκεφτούμε με λίγους συναδέρφους, μετρημένους στο τάγμα με έναν
ελάχιστο κοινό παρονομαστή εμπειριών και ενδιαφερόντων (παραδείγματος χάριν:
καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη ή τα περίχωρά της, σπουδές, απουσία γυναικείας συντροφιάς
στις ζωές μας, και τέλος πάντων την κακή μοίρα που μας έστειλε εκεί),
περιμένοντας στη διασταύρωση, πολλές φορές ώρες ολόκληρες, την εμφάνιση του
τοπικού λεωφορείου. Τα μαγαζιά του Διδυμότειχου πρόσφεραν καφέ, εφημερίδες,
σουβλάκια, βραδινές ώρες ποτά –τα πιο πολλά νοθευμένα, ειδικά για φαντάρους.
Ένα βράδι μετά από σουβλάκια, καταλήξαμε σε μια ντισκοτέκ, λείψανο από
προηγούμενες δεκαετίες δόξας. Άδεια από κόσμο, μερικοί φαντάροι, δυο-τρεις νεαροί
αγρότες από τα γύρω χωριά, που ο επαρχιωτισμός προδιδόταν από την επισημότητα
και κακογουστιά του ντυσίματος τους, και δυο κοπέλες ανάμεσά τους, που αφού
λικνίστηκαν στην πίστα μπροστά μας κάτω από φωτορυθμικά και μπαγιάτικους ήχους
άλλων εποχών, αποσύρθηκαν με τους συνοδούς τους στο βάθος του μαγαζιού. Μετά
από ένα γύρο «μπόμπες» φύγαμε απογοητευμένοι για το στρατόπεδο. Η καθιερωμένη
τσόντα των σαββατόβραδων στο ΚΨΜ με την ανοχή του αξιωματικού υπηρεσίας, τα
κουτάκια ζεστής μπύρας πρόβαλλαν, αν όχι καλύτερη, τουλάχιστον ολιγοέξοδη
προοπτική για ισοδύναμη δόση ψυχαγωγίας.
Την μιαν ακόμα φορά που θυμάμαι, αφού περπατήσαμε άσκοπα πάνω-κάτω στον
κεντρικό δρόμο για κάποια όαση διασκέδασης, αφού απορρίψαμε ασυζητητί τα λίγα μαγαζιά
με κονσομασιόν και άλλα ύποπτα ή φτηνά κέντρα στα δρομάκια της κωμόπολης, των
οποίων την πελατεία συνέθεταν αγρότες και πεζικάριοι φαντάροι της μεραρχίας -λαϊκότερων
στρωμάτων από τα δικά μας, καταλήξαμε στο ίσως μοναδικό disco-bar που ξεπερνούσε, επιφανειακά τουλάχιστον, ένα μίνιμουμ προϋποθέσεων, δηλαδή
παρουσίαζε κάποιο ελάχιστο γούστο: σε αυτό σύχναζαν νέοι αξιωματικοί, έφεδροι
και πρόσφατοι απόφοιτοι από της Σχολής Ευέλπιδων και, ας πούμε, διακινδυνεύοντας
τον χαρακτηρισμό του ελιτιστή, φαντάροι κάποιου επιπέδου. Οι προκαταλήψεις και συντηρητικές αντιλήψεις, η
γενική οπισθοδρόμηση της ελληνικής επαρχίας, η υπανάπτυξη και το πολιτιστικά
ασφυκτικό κλίμα της και όχι μόνον, έθεταν φραγμούς στο σουλατσάρισμα νεαρών
κοριτσιών σε μια κωμόπολη γεμάτη από σεξουαλικά πεινασμένους φαντάρους και άξεστους
αγρότες. Ευκαιρίες γνωριμίας με κορίτσια της κωμόπολης επιδεινωνόταν από την
υπερπροσφορά, από την ίδια την κοινωνία της, κακόφημων κέντρων και «σπιτιών»
για την ψυχαγωγία των προαναφερθέντων ομάδων. Υπήρχε βέβαια και μια ολόκληρη
μεραρχία αρρένων στην περιοχή που επηρέαζε δραματικά την τοπική δημογραφία και αρνητικά
την αναλογία γυναικών προς άνδρες. Ως αποτέλεσμα, ελάχιστες νεαρές κοπέλες
διασκέδαζαν ανάμεσα στους θαμώνες του disco-bar και αυτές φαίνονταν δεσμευμένες, καθώς, όπως λένε, το μάτια τους δεν
έπαιζαν. H αντίθεση με τον
σχετικό κοσμοπολιτισμό και γούστα του Ναυπλίου ή του Λουτρακίου ήταν ευδιάκριτη.
Το περιβάλλον διασκέδασης δεν επέτρεπε τίποτε περισσότερο από το να αλληλο-κοιταζόμαστε
ανέκφραστοι, να περιεργαζόμαστε φάτσες ανάμεσα στο πλήθους, σχολιάζοντας
κακεντρεχώς, καθώς τα αποθέματα ευπρέπειας είχαν προ πολλού εξαντληθεί, να πίνουμε,
και να ακούμε μουσική κάπως πλησιέστερη στα γούστα μας.
Ο DJ ενάλλασσε παλιές ξένες
επιτυχίες, γνωστές ακόμα και σε μουσικά απαίδευτους επαρχιώτες και τον
υποφαινόμενο, με σχετικά πρόσφατα «μοντέρνα» ελληνικά τραγούδια. Στο τέλος του
προγράμματος έπαιξε, «αφιερωμένο στους φαντάρους του μαγαζιού», το «Διδυμότειχο
Blues» του Λαυρέντη
Μαχαιρίτσα. Πρώτη φορά άκουγα το τραγούδι και ήταν εκεί, στο Διδυμότειχο: Διδυμότειχο
Blues // τ’
όνομά του είναι αιτία // Διδυμότειχο Blues τρύπα στη γεωγραφία // Διδυμότειχο Blues αδειανή φωτογραφία // του παράλογου η
θητεία, αγχωμένη μαλακία.
Κάτι περισσότερο από παράπονο και στενοχώρια· ένας παροξυσμός θλίψης με
κυρίευσε, ο απόλυτος ψυχικός συντονισμός. Το αλκοόλ στο κεφάλι συνεισέφερε και με
κατάβαλλε συναισθηματικά. Βούρκωσα· για την κατάντια, για το αδιέξοδο, αυτό που
ήμουν τότε και τον ανύπαρκτο ρόλο που έπαιζα στη ζωή, χωρίς κανένα να με
αγαπάει και περιμένει, ελάχιστους να με σκέφτονται και νοιάζονται. Οι
συνάδερφοι γύρω που πιθανόν έβραζαν στο ίδιο καζάνι, συνόδευαν τη φωνή του
Νταλάρα από τα ηχεία, και δεν αντιλήφθηκαν τα δάκρυα μου. Δεν έπρεπε. Θα έδειχνε
λιγοψυχία, αν και ίσως σε πολλούς κατανοητή. Θα μπορούσαν να είναι από το πιοτό,
που είχε καταλάβει το μυαλό, ή την καπνίλα από τα τσιγάρα. Επιστρέψαμε
μεθυσμένοι στο στρατόπεδο. Καθ’ οδόν χρειάστηκε να σταματήσουμε το ταξί για να
ξεράσουμε σε μιαν άκρη του δρόμου. Τέτοια σενάρια μέθης ήταν συχνά ανάμεσα σε
φαντάρους και τους ταξιτζήδες τους–τίποτε απαράδεκτο εδώ. Το στρατόπεδο με
εξαίρεση το νυσταγμένο φρουρό της πύλης που άκουγε το τρανζιστοράκι του αραγμένος
σε μια καρέκλα και δεν μας έδωσε σημασία, κοιμόταν βαθιά κάτω από το
φθινοπωρινό πούσι. Στην τύφλα μας προσπεράσαμε αδιάφοροι τον σκύλο, που είχε
βγει καραούλι για ποντίκια.
Θα ήταν η τελευταία βραδινή μου έξοδος στο Διδυμότειχο. Δεν συνεισέφεραν τελικά υπαρξιακά τίποτε θετικό εκείνη την περίοδο. Κάποια πρωινά Σαββάτου ή Κυριακής κατέβαινα για εφημερίδα και καφέ, που ήταν καλύτερος από το νεροζούμι των εστιατορίων και προσφερόταν σε φλυτζάνι, και τσάρκα στα παλιά δρομάκια του Διδυμότειχου κάτω από τα τείχη. Αν ήμουν τυχερός και με πετύχαινε ο υπολοχαγός ή κάποιος άλλος αξιωματικός υπηρεσίας να περιμένω το λεωφορείο στη διασταύρωση με έπαιρνε μαζί του. Στην αρχή της θητείας τέτοιες μικρές χαρές, σαν την απόλαυση ενός καφέ με το διάβασμα της κυριακάτικης εφημερίδας, μεγεθύνονταν δυσανάλογα, τις στιγμές τους τις αδράχναμε και απολαμβάναμε -όπως κάτι φτωχά κορίτσια χαίρονται faux bijoux και φτηνό make-up, όπως ο πεινασμένος αποφάγια από ένα τραπέζι. Τώρα έγιναν τετριμμένες ασημαντότητες, επιλογές ανάμεσα στο κακό και το δυσδιάκριτο χειρότερο.
No comments:
Post a Comment