Με άφησαν μπροστά στην πύλη λίγο μετά την αυγή, πριν το εγερτήριο. Ο Πατέρας παρά τη «σκυλίσια» αντοχή που διατυμπάνιζε χρειαζόταν λίγη ξεκούραση και θα την έβρισκε σε μια γωνιά της αγροτικής ερημιάς κάτω από ένα δέντρο· δεν ήταν δύσκολο. Το στρατόπεδο άρχιζε να ξυπνάει, κάποιες σκιές να κινούνταν πίσω από το φυλάκιο της πύλης. Ένας καταγάλανος ουρανός απλώθηκε πάνω από την πεδιάδα, αλλά έκανε ψύχρα. Με το «λουκάνικο» στον ώμο βάδισα προς το στρατώνα που μου έδειξε το παλικάρι στην πύλη, περιεργαζόμενος την καινούργια μου φυλακή: ένα παλιό διοικητήριο με παστέλ αποχρώσεις του καφέ με την γαλανόλευκη να κυματίζει στον ιστό σε μια γωνιά, υπερυψωμένο μπροστά από την κεντρική πλατεία όπου ένα αποδεκατισμένο τάγμα μερικών δεκάδων κολασμένων άρχιζε να μαζεύεται αγουροξυπνημένο για την πρωινή αναφορά. Σε μια γωνιά κάτω από ένα υπόστεγο ένα παμπάλαιο τανκ, μάλλον παροπλισμένο. Το ΚΨΜ και το εστιατόρια στο βάθος της πλατείας πίσω από ένα ψηλό, μοναχικό γέρικο πεύκο, ανάμεσα σε δυο στρατώνες: ο ένας άσπρος και νεόκτιστος, ο δεύτερος σε ένα παλιότερο κτίριο. Δύο μόνο λόχοι, και αυτοί κουτσουρουμένοι! Κανείς δεν ήθελε να βρεθεί εδώ, αναρωτήθηκα. Θυμήθηκα που μας έλεγαν ότι φαντάροι στις παραμεθόριες περιοχές απολαμβάνουν καλύτερες συνθήκες διαμονής, θέρμανση, πλύσιμο και φαγητό, από αυτούς των κέντρων εκπαίδευσης ή των μετόπισθεν. Ο στρατός προνοούσε να διατηρεί το ηθικό των φαντάρων σε τόπους μοναχικούς και καταθλιπτικούς.
Η μάζωξη για την αναφορά κράτησε μερικά λεπτά και οι φαντάροι του τάγματος,
με φωνές και βρισιές και χωρατά ετοιμάζονταν για την ημερήσια ρουτίνα. Ο σκυθρωπός
θαλαμάρχης στο νεόκτιστο στρατώνα συστήθηκε και μου έδειξε βαριεστημένα προς τα
διαθέσιμα διθέσια κρεβάτια. Διάλεξε! Οι θάλαμοι ήταν μισοάδειοι. Έβαλα
τα πράγματά μου δίπλα σε ένα από από τα κάτω κρεβάτια. Σε λίγο ήρθε ένας έφεδρος λοχίας,
σωματώδης, με φάτσα ψυχρή και αγέλαστη, με χαρακτηριστικά σκληραγωγημένου και
ψημένου από τη ζωή ανθρώπου, έφεδρος όπως κι εγώ αλλά νεότερός μου, συνοδεία με
έναν κακομοίρη κοντοστούπη φαντάρο, που φορούσε το ύφος του «παλιού» και
χωριάτικη προφορά. Ήθελαν, ως συνηθίζεται με «νέους και ανεκπαίδευτους», να με
περάσουν από κάποιο ανόητο καψόνι, να με «ψαρώσουν». Ο λοχίας μου ζήτησε να
«αναφερθώ», του απάντησα ευθαρσώς, χωρίς τις τυπικότητες του Κέντρου, με το
μικρό όνομα πρώτα και το επίθετό μετά. Μετά από μερικές ασυναρτησίες σε έντονο
ύφος, που δεν κατάφεραν να με πτοήσουν, μου άδειασαν το «λουκάνικο» στο πάτωμα,
και πέταξαν τις αρβύλες έξω από το παράθυρο στο προαύλιο. Λίγο-πολύ αυτά τα
περίμενα. Δεν πήγα να τις μαζέψω· δεν φοβόμουν, ούτε «μασούσα», όπως λένε. «Τι
κατάλαβες με αυτό; Και τι έγινε τώρα;», του είπα, και συνέχισα λέγοντας ότι
δεν πρόκειται να πάω να τις μαζέψω, θα περιμένω με τις κάλτσες στο θάλαμο τον υπολοχαγό.
Αν κάποιοι με αναζητήσουν στην αναφορά και με τιμωρήσουν για την απουσία μου,
με κράτηση, φυλάκιση, ή ο,τιδήποτε, θα εξηγήσω, έστω εκ των υστέρων, τι συνέβη που
με εμπόδισε να παρουσιαστώ στην αναφορά. Αγριοκοιταχτήκαμε αμίλητοι για μερικά
δευτερόλεπτα. Κατά βάθος ήξερα ότι όσο καλές σχέσεις και να είχε με αξιωματικούς
του στρατοπέδου δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν κάποια δραματική ιστορία. Μέσα
μου βέβαια έβραζα από θυμό και τα νεύρα μου είχαν τεντώσει. Είχε ανάστημα ο
λοχίας, φάτσα ανθρώπου της πιάτσας, ύφος και σώμα που εύκολα θα φόβιζε κάποιον
νεανία, αλλά τελικά βγήκε με τον κολαούζο από το θάλαμο. Μετά από λίγη ώρα, και
καθώς πλησίαζε η ώρα της αναφοράς του τάγματος, ένα άγνωστο χέρι πέταξε τα
άρβυλά μου πίσω στο θάλαμο από το ανοιχτό παράθυρο. Κανένας από τους λίγους άξεστους
«παλιούς» δεν με ενόχλησε ξανά: ίσως τελικά αντιμετώπισαν με σεβασμό τη μόρφωση,
ίσως να επαλήθευσαν την ηλικία μου, αρκετά πάνω από τον μέσο όρο του τάγματος: ξεχώριζα
ανάμεσα σε νεαρά κατά κανόνα χωριατόπαιδα από τα οποία έβριθε. Και στο
κάτω-κάτω της γραφής ήμασταν όλοι θύματα μιας εκτροπής στη ζωή, πεταμένοι σε
μια άκρη, αδέρφια στη μιζέρια.
Η εισαγωγή στη ζωή του στρατοπέδου ήταν δύσκολη, αλλά την υπέφερα με
στωικότητα. Τον πρώτο καιρό, υπάκουος στις διαταγές του υπολοχαγού καθάριζα και
τακτοποιούσε το υλικό σε κάτι αποθήκες γεμάτες σκόνη και σαβούρα, κλειδαμπαρωμένες
για χρόνια, υπό την επιτήρηση «παλιών» δημίων, που φαίνεται αντλούσαν χαρά να
βλέπουν τον κοσμοπολίτη «παππού» από τη συμπρωτεύουσα και την Αμερική να
καθαρίζει την «κόπρο του Αυγείου». Την ίδια ευχαρίστηση διέκρινα και στον
υπολοχαγό, με τον οποίο ο λοχίας και άλλοι «παλιοί» του λόχου που επιχείρησαν
να με «ψαρώσουν», είχαν φιλικές σχέσεις. Την ευχαρίστηση του την έκρυβε πίσω από
μιαν επίφαση αντικειμενικότητας, από το φαινομενικό κύρος και σεβασμό που η
θέση απαιτούσε να επιβάλει στο σύνολο των φαντάρων του λόχου του, και όχι μόνον
στην αυλή από τσιράκια που κάθε αξιωματικός δημιουργεί γύρω του, που κύριος ρόλος
τους είναι να μεταφέρουν διαταγές για αγγαρείες σε ανθρώπους που από κάθε άποψη
-εμπειρίες, γνώση και παιδεία- βρίσκονται σε διαφορετικά επίπεδα, και από τον
αξιωματικό, και τους αυλικούς του.
Σε μια δήθεν αναβάθμιση του ρόλου μου στο λόχο, ο ίδιος υπολοχαγός μου
ανέθεσε τα εστιατόρια, δηλαδή μου «χρέωσε» τα λογιστικά των πιάτων και
μαχαιροπήρουνων και των κουζινικών. Ο κακομοίρης κολαούζος του λοχία στα νέα
της ανάθεσης γύρισε με έκδηλη χαιρεκακία να μου πει: «Α, ρε δεκανέα, τι σου
έμελλε να πάθεις!» Δεν χρειάστηκα πολύ να καταλάβω τι εννοούσε: τα
σερβίτσια του εστιατορίου εξαφανίζονταν με γρήγορους ρυθμούς και η «χρέωση»
τους σε μένα από τον υπολοχαγό σήμαινε ότι αναλάμβανα, έχοντας μάλιστα
υπογράψει και ένα έγγραφο απογραφής κατά την ανάθεση, το κόστος αναπλήρωσής μου
όταν θα έφευγα. Θα το επεβίωνα. Κάτι τέτοια με απασχολούσαν σε κείνο το
σταυροδρόμι της ζωής λιγότερο από τον κακομοίρη φαντάρο.
No comments:
Post a Comment