Η τρίτη και τελευταία ευκαιρία με τον γυναικείο πληθυσμό του Ναυπλίου υποσχέθηκε περισσότερα. Με αυτό ως δεδομένο, μια ανεπιτυχής κατάληξή θα προκαλούσε απογοήτευση, αν όχι και κάποιον συναισθηματικό πόνο.
Σε ένα από τα πιο εκλεπτυσμένα μπαρ του Ναυπλίου ως προς τη μουσική και
τους θαμώνες του, (συγκριτικά με το ευρύτερο περιβάλλον της επαρχιακής πόλης
και της δημογραφίας της), ίσως περιθωριακό και μποέμικο μπαρ του Ναυπλίου, παρόμοιο
με εκείνο όπου είχα γνωρίσει την Ελβετίδα, απόμερα κρυμμένο σε ένα από τα γραφικά
δρομάκια πίσω από την κεντρική πλατεία, συνάντησα τη Χριστίνα, το Χριστινάκι· μιαν
απόφοιτο δασκαλίτσα, που τα καλοκαίρια ερχόταν από την Αθήνα στο πατρικό της,
να επισκεφτεί την οικογένειά και να προσπαθήσει να αναβιώσει, απ’ ό,τι τελικά κατάλαβα,
έστω και νοητά κάποιο χαμένο αισθηματικό παρελθόν. Η Χριστίνα ήταν μελαχρινή, με
το ιδανικό ανάστημα για μένα και ένα λεπτό, όπως θα λέγαμε, φιδίσιο κορμί μέσα σε
εφαρμοστό μπλουτζίν και ένα απλό άσπρο κοντομάνικο. Το πρόσωπο της ήταν χαριτωμένο
και μόνιμα γελαστό –ακόμα και όταν η κουβέντα μας κατέφευγε σε έγνοιες, επαγγελματικές,
οικογενειακές και αισθηματικές. Η επιδερμίδα του προσώπου της είχε διάσπαρτα
ρηχά σημάδια από εφηβική ακμή, που όμως δεν έκανε προσπάθεια να τα καλύψει με
μέικ-απ. Το εύκολο γέλιο, η διαχυτικότητα και ζωτικότητα της, οι λάμψεις της
έκφρασής της, η γλυκιά και ελκυστική ματιά της, εύκολα αποσπούσαν την προσοχή
από τις ατέλειες της επιδερμίδας.
Με λίγα λόγια, η Χριστίνα ήταν αυτό που έβλεπες: χωρίς φκιασίδια, μια
ζωντανή ψυχή πίσω από διάφανα, παιχνιδιάρικα και γελαστά ματιά και μια μελωδική
φωνή. Μου άρεσε, μου άρεσε πολύ, και ήταν ό,τι καλύτερο μου είχε συμβεί στους
μήνες της θητείας στο Ναύπλιο. Ατυχώς και δυστυχώς, όμως, μια πολλά υποσχόμενη και
θελκτική γνωριμία ξεκινούσε λίγες μόλις μέρες πριν την οριστική αναχώρηση μου
από το Ναύπλιο. Πίστευα τότε ότι η έλξη ήταν αμοιβαία, όσο μπορούσα να συμπεράνω
μέσα από τους εύθυμους και ζωηρούς της τρόπους. Το ίδιο βράδυ αγκαλιαστήκαμε
και φιληθήκαμε. Μου έδωσε το τηλέφωνό της. Αυτή τη φορά δεν χρειάστηκε να
μεθύσω ώστε να χαμηλώσω τα φώτα της ψυχής μου και να βάλλω νερό στα κριτήρια
μου.
Μετά από λίγες μέρες πήγαμε για μπάνιο. Ανασηκωμένος στην αμμουδιά πάνω στους αγκώνες καμάρωνα τη χάρη του κορμιού της να βυθίζεται χωρίς δισταγμό στα κρύα νερά του Ιούνη. Ξεπέρασα μια ακόμα από τις φοβίες μου, αυτήν της επαφής με το κρύο νερό, επέδειξα τον δέοντα ανδρισμό, βούτηξα με σφιγμένα τα δόντια από πίσω της, και την αγκάλιασα κάτω από τα διάφανα νερά. Ήταν η τελευταία μέρα μου έξω από τον στρατώνα του Ναυπλίου, αλλά στο παραλιακό ταβερνάκι που φάγαμε μετά το μπάνιο, της εξήγησα την σπουδαιότητα που η παρουσία της στη ζωή μου είχε ήδη αποκτήσει μετά από δυο μέρες γνωριμίες, και κατάστρωσα μερικά πρόχειρα σχέδια για το εγγύς μέλλον. Το πόσο ρεαλιστικά ακούγονταν υπό τις συνθήκες ήταν αδύνατο να εκτιμηθεί. Δεν τα σεκοντάρισε με λόγια και προσθήκες ή αλλαγές, ούτε υποσχέσεις, αλλά το χαμόγελό της, ένα ή δυο καταφατικά νεύματα, μου έδωσαν ελπίδες. Θα τηλεφωνούσα από το Λουτράκι. Δεν ήταν μακριά από εκεί πέρα. Θα ξαναβλεπόμαστε σύντομα, να συνεχίσουμε αυτό που αρχίσαμε –και όπου μας έβγαζε.
No comments:
Post a Comment