Thursday, May 8, 2025

83 - Ένας Φαντάρος: Προσγείωση στην Μιζέρια

Έμεινα πλέον μόνος· επίσημα χωρίς σύντροφο, χωρίς φίλους κοντινούς, χωρίς προοπτική, ενώ η οικογένεια, όσο με αφορούσε, έβρεχε πέρα σε μια μακάρια επανάπαυση, καθώς θεωρούσε ότι εκπλήρωνα απερίσπαστα ένα καθήκον –απέναντι στον εαυτό μου και για τον εαυτό μου. Οι επόμενοι μήνες στο Ναύπλιο πέρασαν αχαρακτήριστοι, στη μιζέρια τους. Τις νύχτες ξύπναγα μικρές ώρες για το βάσανο της σκοπιάς ή από το κρύο και την υγρασία του θαλάμου, που διαπερνούσε τα κόκκαλά μέσα από τρεις στρώσεις από κουβέρτες, τη στολή, και το αμπέχονο.

Αρνήθηκα ευθαρσώς την υποψηφιότητα για έφεδρος αξιωματικός –πρόσθετε μερικούς μήνες στη θητεία, και αφαιρούσε νεκρές μέρες από την ζωή. Βέβαια, και να το ήθελα, η πληθώρα από μιλιταριστικά ψώνια ή και «βύσματα» που την επεδίωκαν, έκαμε την πιθανότητα να αναβαθμιστώ σε «υποψήφιο έφεδρο αξιωματικό» (ΥΕΑ) αμελητέα. Όταν ήρθε η σειρά μου μπροστά στην τριμελή επιτροπή αξιωματικών για «συνέντευξη» και επιλογή, όπου με γρήγορες διατυπώσεις τριάδες φαντάρων η μια μετά την άλλη «βαρούσαν» προσοχή και παρουσιάζονταν, αναφώνησα χωρίς κομπιάσματα:  «Στρατιώτης Μηχανικού… [Επώνυμο πρώτα, κατά τη στρατιωτική σύμβαση, και όνομα]… Δηλώνω ότι επιθυμώ να παραιτηθώ από ΥΕΑ!» Ο ταγματάρχης της επιτροπής όφειλε να ρωτήσει τον καθένα μας κάτι τις, ώστε να προσδοθεί κάποια ουσία σε μιαν ανόητη διαδικασία. Εμένα με ρώτησε για το μπόι μου!  Ήμουν αισθητά πιο κοντός από τους άλλους δύο στη σειρά μου. Ενώ μια ερώτηση σαν και αυτή υπό άλλες προϋποθέσεις και μπροστά σε άλλους ίσως να με ενοχλούσε και πρόσβαλλε, αυτή τη φορά με ικανοποίησε, γιατί η απάντηση, πίστευα, θα μηδένιζε τις λίγες πιθανότητες επιλογής μου: το ύψος και όγκος του σώματος έγιναν στην περίσταση αντίβαρο σε άλλες προϋποθέσεις, όπως τα πτυχία, και θα λειτουργούσαν εις βάρος της επιλογής μου σε ΥΕΑ. Υποβιβάστηκα, λοιπόν, σε «υποψήφιο βαθμοφόρο» –και μάλιστα δεκανέα, και μετακόμισα με άλλους στο σχετικό λόχο, τον ΛΥΒ.  

Θα παρέμενα στο Ναύπλιο για άλλους έξι μήνες. Εκεί θα ξεχειμώνιαζα. Η ζωή μου ως ΛΥΒίτης μόνον ανεπαίσθητα θα βελτιωνόταν. Την τυραννικά μονότονη και κουραστική εκπαίδευση νεοσυλλέκτων τα απογέματα -εκπαίδευση σε χαιρετισμούς, προσοχές και ημιαναπαύσεις, βηματισμούς και τροχάδην, κλίσεις επ’ αριστερά και δεξιά, κτλ., μονιμάδες υπαξιωματικοί, μάλλον  από τεμπελιά, την ανέθεταν σε μας -τους ΛΥΒίτες. Ξεχωρίζαμε από την πλέμπα των στρατιωτών χάριν σε μιαν μικρή κίτρινη υφασμάτινη ταινία στο μπράτσο της στολής, όπου αργότερα θα ράβονταν ένα ή δυο γαλόνια. Απέκτησα στα μάτια των νεοσυλλέκτων, των νεότερων σε ηλικία από αυτούς, κάποιο ελάχιστο κύρος και παρουσία. Δεν αναπτύχθηκε ποτέ στο χαρακτήρα μου το να «ηγούμαι» ανθρώπων και να τους διατάζω, αλλά την αρχική νευρικότητα στο νέο ρόλο την ξεπέρασα περισσότερο χάριν στην υπακοή και πειθαρχία από τον φόβο που κυριεύει νεοσύλλεκτους τις πρώτες μέρες της θητείας. Η φωνή μου ήταν δυνατή και καθαρή, οι οδηγίες και σύντομες ομιλίες που έβγαζα ενώπιον της διμοιρίας ευκρινείς, και υποδήλωναν κάποιο μορφωτικό επίπεδο και αστική καταγωγή.  

Στο μεταξύ άρχισα να ξεθαρρεύω απέναντι σε ανθυπολοχαγούς και να μπαινοβγαίνω χωρίς δισταγμούς στο μέχρι τότε άβατο γραφείο του λόχου, όπου μετά την πρωινή εκπαίδευση συνωστίζονταν ανθυπολοχαγοί, μονιμάδες υπαξιωματικοί, και φαντάροι-γραφιάδες, ώστε να βοηθάω τον προγραμματισμό με τις υπηρεσίες των νεοσυλλέκτων ή άλλες μικροδουλειές που απαιτούσαν ελάχιστη οξύνοια. Οι περισσότεροι ανθυπολοχαγοί που γνώρισα στο στρατό γενικώς συμπεριφέρονταν κόσμια και με έναν σχετικό σεβασμό (ήταν άλλωστε και οι ίδιοι «πτυχιούχοι» πανεπιστημίου) διατηρώντας όμως πάντα μιαν απόσταση, ώστε να μην συμβιβάζονται τύποι και κανονισμοί που απαιτούσε η ιεραρχία. Ως γνωστόν, ειδικά σε χώρους όπως στρατόπεδα και υπηρεσίες, η οικειότητα γεννάει περιφρόνηση. Καμιά φορά, σε επισκέψεις μου στο γραφείο του λόχου, μακριά από μάτια φαντάρων, με δική τους πρωτοβουλία, και για να σπάσει η μονοτονία της απραξίας ώρες πριν και μετά την εκπαίδευση, ανοίγαμε συζητήσεις για διάφορα γύρω από τις ζωές και εμπειρίες μας εκτός πολιτικής.

Την θέση μου, όμως, παρά τον προβιβασμό σε ΛΥΒίτη, μου την υπενθύμισε με τον πλέον βάναυσο τρόπο ένας ψηλός, κρεμανταλάς ανθυπολοχαγός (ας τον πούμε Χ), νεόφερτος στο στρατώνα από την Ευέλπιδων, που ο σαδισμός προς τους κληρωτούς ξεπερνούσε την ασχήμια του προσώπου και την αγριάδα και τραχύτητας της φωνής του. Η χροιά της οποίας παρομοιαζόταν με αυτή χαρακτήρων που σπέρνουν πανικό σε ταινίες τρόμου ή, έστω, κάποιου φωνακλά λοχία σε αμερικάνικο στρατόπεδο. Όταν αποσπάστηκα ως εκπαιδευτής του λόχου από τον οποίο είχα μετακινηθεί, ο Χ είχε γίνει ήδη γίνει φόβος και τρόμος νεοσυλλέκτων όχι μόνο της διμοιρίας του, αλλά και πέρα από τα όρια του λόχου. Στις ξαφνικές φάσεις νευρικού παροξυσμού που τον κυρίευαν για κάθε μικρό ή μεγάλο παράπτωμα φαντάρου υπό τη διαταγή του, έσκυβε το άσχημο και τρομακτικό κεφάλι του σε απόσταση αναπνοής από τον παραπτωματία και με απειλές όπως: «Θα σε λιώσω σαν σκουλήκι, ρε!», «Θα σε γδάρω ζωντανό, ρε!», «Θα σε τσακίσω, ρε!»… ανακοίνωνε κάποια τυχαία τιμωρία. Tο επεισόδιο έκλεινε συνήθως με ένα: «Τσακίσου» ή «εξαφανίσου από μπροστά μου!» και κάποιο μουρμούρισμα προς το κενό με βρισιές από το πλούσιο λεξιλόγιο ανάλογων επιθέτων που διέθετε. Κυκλοφορούσε μέσα στον λόχο και την περιφέρεια του με ένα ραβδί στο χέρι, που δεν δίσταζε να χρησιμοποιήσει για να τσιγκλάει φαντάρους και, συνοδεία βωμολοχιών, να κάνει αισθητή τη φρίκη της παρουσίας του. Εν ολίγοις, η συμπεριφορά του απέναντι τους είχε αδιάψευστα στοιχεία μισανθρωπίας και σαδισμού.

Καθόταν στο γωνιακό γραφειάκι με το σώμα τεντωμένο προς τα πίσω, αγέλαστος και φοβερός όπως πάντα, και το ραβδί να αιωρείται άσκοπα στο χέρι του, όταν ένα μεσημέρι μπήκα στο γραφείο του Λόχου να συζητήσω με τον γραφιά τις υπηρεσίες. Μου έριξε μια άγρια ματιά, αλλά χαιρέτισα στρατιωτικά, ίσως όχι με το τελευταίο γράμμα του πρωτοκόλλου και χωρίς να αναφερθώ όπως επιβαλλόταν παρουσία ανωτέρων. Ήταν ο γραφιάς που ήθελα να δω για τις υπηρεσίες, και ο ανθυπολοχαγός της διμοιρίας που εκπαιδεύαμε μαζί, ένα καλό και ευγενικό παιδί -ξεχασμένο από εκείνο τον καιρό, επειδή ακριβώς ήταν καλό και ευγενικό παιδί. Μαζί του είχα αποκτήσει μια σχετική οικειότητα ώστε να μη χρειάζονται οι προσοχές και τυπικές χαιρετούρες σε κάθε συναπάντημα. Στο γραφείο βρισκόταν και ο Ναυπλιώτης καραβανάς αρχιλοχίας, που ήξερα από νεοσύλλεκτος -ένας γενικά βαρύς και αδιάφορος τύπος, εξίσου χαλαρός απέναντι σε ανώτερους και κατώτερους,

Άρχισα να μιλάω με τον ανθυπολοχαγό και το γραφιά, έχοντας γυρισμένη την πλάτη μου στο τέρας. Δεν προλάβαμε να ανταλλάξουμε δυο κουβέντες όταν άκουσα την άγρια φωνή: «Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ μέσα, ρε! Τσακίσου!», και πριν γυρίσω να τον αντικρύσω ένιωσα τον πόνο από το ξαφνικό χτύπημα του ραβδιού του στην πλάτη μου. Στον πόνο γενικά καταφέρνω και σφίγγω τα δόντια και συγκρατώ αντανακλαστικά επιφωνήματα, αλλά η ραβδιά ήταν αναπάντεχη και αρκετά επίπονη ώστε να φωνάξω ένα παρατεταμένο «Αααχ!…». Η ψυχή πλημμύρισε ακαριαία από οργή και μίσος για τον αγροίκο που με χτύπησε, όπως θα συνέβαινε με κάθε κοινό θνητό. Βρέθηκα κοντά στο σημείο κάποιας λεκτικής αντίδρασης ή χειρονομίας, αλλά το αόρατο χέρι μιας διεστραμμένης στρατιωτικής λογικής και έμφυτες συστολές με συγκράτησαν. Έφυγα οργισμένος και ταπεινωμένος από το γραφείο, με την αξιοπρέπεια καταρρακωμένη, τον εγωϊσμό πληγωμένο, ενώ ο γραφιάς, ο αρχιλοχίας και ο ανθυπολοχαγός παρέμειναν στις καρέκλες τους σαστισμένοι και σιωπηλοί.  

Συντήρησα για λίγες μέρες, όσο η ψυχή έβραζε ακόμα από οργή και το πρόσωπο αναψοκοκκίνιζε στην ανάκληση του περιστατικού, την σκέψη να διαμαρτυρηθώ επίσημα για την πράξη του Χ στην πρωινή αναφορά. Ποιος, όμως, από το συνάφι των αξιωματικών της ιεραρχίας του Κέντρου θα έπαιρνε το μέρος μου, όταν αυτό συνήθως συσπειρώνεται γύρω από κάποιο μέλος τους που απειλείται; Οι αυτόπτες μάρτυρες θα με στήριζαν; Τι επιπτώσεις θα είχε η πειθαρχική διαδικασία στην συνέχεια της θητείας μου στο ίδιο Κέντρο; Ο ανθυπολοχαγός της διμοιρίας μου, αυτόπτης και ο ίδιος μάρτυς του περιστατικού, μου μίλησε μετά από μερικές μέρες για αυτό. Είχε σαστίσει από την αψυχολόγητη ενέργεια, αλλά ο Χ, για πολλούς ένας ανώμαλος χαρακτήρας, μου είπε «είναι κατά βάθος καλό παιδί, έχει ανθρώπινα αισθήματα» και «να μην παίρνω τα λόγια και τις πράξεις τοις μετρητοίς· πολλές φορές δεν έχει σκοπό να βλάψει, αλλά ο χωρίς τρόπους και άγαρμπος χαρακτήρας του δημιουργούν κακές εντυπώσεις». Σε μια από τις εξόδους μου διαπίστωσα προς έκπληξή μου ότι ο Χ είχε μνηστή, εμφανίσιμη μάλιστα, η οποία για να συμβιώνει με τον Χ, σκέφτηκα, και τον ανέχεται, θα υπάρχει μια στοιχειωδώς ανθρώπινη, αλλά αθέατη πλευρά στην προσωπικότητα του

Το άφησα να το πάρει το ποτάμι. Αυτό το επεισόδιο, όπως και άλλα πολλά, ίσως λιγότερο τραυματικά, στην διάρκεια της θητείας μου. Θα κουβαλούσα μίσος και στενοχώρια για πολλές αδικίες μέσα μου μέχρι το τέλος της και πέρα από αυτό, προς τον Χ, τον Λοχαγό, τον Διοικητή του Κέντρου, και ένα μεγάλο κομμάτι της στρατιωτικής ιεραρχίας, που είτε έτυχε να γνωρίσω προσωπικά, είτε όχι. Ίσως μετά, ως ελεύθερος πολίτης πλέον, σε κάποιο τυχαίο συναπάντημα με έναν από τους γαλονάδες που άφησαν εντυπώσεις μισανθρωπίας να ανταπέδιδα προσβολές και ταπεινώσεις -χωρίς «πειθαρχικές» επιπτώσεις. Ίσως μετά, η απόδραση μου σε έναν κόσμο πιο φωτεινό και καλοπροαίρετο, πιο νορμάλ από τον μίζερο των στρατώνων, όπου εκείνοι οι άνθρωποι έκτισαν ζωές κακόμοιρες και άξιες περιφρόνησης, να ήταν μια μορφή, αν όχι εκδίκησης, τουλάχιστον μιας εσωτερικής δικαίωσης.

No comments:

Post a Comment