Sunday, May 4, 2025

81 - Ένας Φαντάρος: Ξενέρωμα

Ήταν αργά το βράδι όταν φτάσαμε Θεσσαλονίκη: Εγνατία, Πλατεία Αριστοτέλους. Η E είχε στο μεταξύ μετακομίσει, από το παλιόσπιτο στην Παλιά Λαχανογαρά σε ένα διαμέρισμα στην κοσμική Μητροπόλεως. Με περίμενε, αλλά η διάθεση και επιθυμία της να με ξαναδεί αποτελούσαν μεγάλο ερωτηματικό μέσα μου. Ο τόνος της φωνής της στο τηλέφωνο, λίγες μέρες πριν την άνοδό μου στην πόλη ξανάνοιξε το κουτί με τις αμφιβολίες: περισσότερο για το πόσο ζωντανά ήταν τα αισθήματά της, λιγότερο για την αφοσίωση της, που τη θεωρούσα περιέργως και άγνωστο γιατί ακόμα δεδομένη. Στο στρατό, η ανάγκη να συντηρήσουμε τη λιγοστή ανθρώπινη αξιοπρέπεια που είχε απομείνει καλλιεργούσε πλάνες και αυταπάτες, ακόμα και σε σχετικά αναλυτικά μυαλά.

Δεν έπεσε στην αγκαλιά μου όταν άνοιξε η πόρτα, ούτε φιληθήκαμε! Ήμουν ακόμα ντυμένος στα χακί, κουρασμένος, βρώμικος, χωρίς όρεξη ούτε για λόγια, ούτε για φαγητό και ποτό, μόνο για την πράξη που μου έλειψε. Αναρωτήθηκα στιγμιαία: Σε τι διέφεραν οι προθέσεις μου από εκείνες των φαντάρων που, ελλείψει οικείας συντροφιάς, στριφογυρίζουν σε μπαρ και κακόφημες γειτονιές στις άδεις τους;  Άραγε η E αντιμετώπιζε την επίσκεψη μου κατευθείαν από το στρατώνα αργά το βράδι, και την παρουσία μου στο διαμέρισμα της στην κακή κατάσταση που βρισκόμουν, ως αντίστοιχες, και μια μεταχείριση που σαν κάτι που λίγο-πολύ την ανήγαγε σε αντικείμενο πρόσκαιρης σεξουαλικής εκτόνωσης; Οι κουβέντες που ανταλλάξαμε ήταν λίγες και τετριμμένες, βγαλμένες με κούραση και με το στανιό: για τη δουλειά της που μισούσε, για τη θητεία που με είχε ρίξει στα σκοτάδια και την απελπισία. Λίγες κουβέντες για το παρελθόν, καμιά για το μέλλον μας.

Το διαμέρισμα της ήταν κρύο. Έβγαλα τα άθλια ρούχα και ξάπλωσα δίπλα της, σε ένα ακόμα στρώμα, αυτήν την φορά απλωμένο στην μέση ενός δωματίου που έμοιαζε περισσότερο με καθιστικό παρά υπνοδωμάτιο. Την έγδυσα κάτω από το πάπλωμα. Το κορμί της ήταν και αυτό κρύο, οι τρόποι της το ίδιο –πρόδιδαν αδιαφορία και απροθυμία. Χωρίς τα προκαταρκτικά που τον παλιό καλό καιρό συνηθίζαμε, χωρίς φιλιά, χωρίς χάδια, χωρίς αναστεναγμούς, χωρίς ίχνος πάθους και έρωτα και αισθημάτων, μετά από λίγα δευτερόλεπτα, μετά από μερικές μηχανικές κινήσεις ανάμεσα σε μισάνοιχτα πόδια, τελείωσα -μέσα σε ένα άψυχο κορμί που δεν ανταποκρινόταν. Την ικανοποίηση της βιολογικής ανάγκης, μιας ενστικτώδους και κτηνώδους ανάγκης, όπως θα μπορούσε κάποιος να πει, διαδέχτηκε ένα συναισθηματικό κενό και ανείπωτη κούραση. Παραδόθηκα σε αυτήν σε έναν βαθύ ύπνο δίπλα της.

Ήταν η τελευταία φορά που πλαγιάζαμε δίπλα, που κοιμόμαστε μαζί. Το άλλο πρωί, χορτασμένος από τα ερωτικά ψίχουλα της προηγούμενης βραδιάς (δεν χρειάζονται πολλά για να χορτάσει ένας καταπιεσμένος φαντάρος που οι ανάγκες του έχουν περιοριστεί στο ελάχιστο), με ένα: «Γεια σου, τα λέμε. Θα τηλεφωνηθούμε…», πήρα το δρόμο για το πατρικό: για να πλυθώ σαν άνθρωπος, για λεφτά να έχω να ξοδεύω στις εξόδους και «την τυρόπιττα με το γάλα» του κολατσιού, ενώ η E για το Γιαννιτσά να περάσει τα Χριστούγεννα με τη μάνα και την αδελφή της. Μετά από δυο μέρες, με μόνο αξιοσημείωτο γεγονός το «κατσικάκι στο φούρνο» της Μάνας, πήρα με ασήκωτη την ψυχή την μακρινή διαδρομή πίσω για το Ναύπλιο –αυτή τη φορά με το νυχτερινό ΚΤΕΛ.  

Η πρώτη άδεια αποδείχτηκε πολύ κατώτερη ελπίδων και προσδοκιών. Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι εκείνο το πρωινό της παραμονής των Χριστουγέννων του 1990, καταβεβλημένος από την κούραση σώματος και ψυχής από σαράντα μέρες θητείας, ένα ζωικό ένστικτο προσωρινά καταπραϋμένο από μιαν άψυχη πράξη δευτερολέπτων, θα ήταν και το τελευταίο που θα έβλεπα την E για δεκαετίες. Υπάρχει ένα μεταβατικό στάδιο, ένα στάδιο άρνησης, όπου η ελπίδα, καθώς χάνεται μέσα σε υπόγειες και σκοτεινές διαδρομές, αλλοιώνεται σε αυταπάτη. Χρειάζεται χρόνος και πόνος για να ξεπεραστεί και αυτό. Από κάποιες κλωστές πρέπει να κρέμεται η ψυχή του πριν καταρρεύσει σε κάποια συναισθηματική άβυσσο και την κατάθλιψη. Και αν οι ψευδαισθήσεις δεν προσφέρονται από τον έξω και γύρω κόσμο, τις φτιάχνει ο ίδιος.

Ίσως, εκείνο το τελευταίο βράδι μαζί η Ε είχε αντιληφθεί ότι η σχέση μας πέρασε από ένα σημείο χωρίς επιστροφή· να είχε προαποφασίσει την κατάληξη της σχέσης πριν με δεχτεί. Ίσως, να ήξερε κατά βάθος ότι θα ήταν η τελευταία φορά και κοιμήθηκε δίπλα μου γιατί λυπήθηκε τον φαντάρο, πρώην ερωμένο και αγαπητικό της, την παλιά «λατρεία» της των γραμμάτων που μου έστελνε στην Αμερική. Φαίνεται ενστερνίστηκε τη ρήση του Καζαντζίδη από εκείνο το βράδι στο Μπαλκονάκι, που ακούγαμε πολλές φορές μαζί έκτοτε -χωρίς λόγο: «Μην σκαλίζεις τη στάχτη να ξανάβρεις φωτιά, // η δική μας αγάπη τώρα έσβησε πια. // Κι αν υπάρχουνε σπίθες που ακόμα κρατούν // μ’ ένα φύσημα αγέρα και αυτές θα χαθούν.» Ίσως, εκείνη την παραμονή δεν τόλμησε να εκφράσει αυτό που ένιωθε ευθέως -είτε από συμπάθεια, είτε από αμφιβολίες δικές της. Μετά από σύντομες απρόθυμες τηλεφωνικές συνομιλίες με ψυχρή φωνή, και άλλες τόσες αναπάντητες κλήσεις, που ξεροστάλιαζα στις ουρές των φαντάρων για να κάνω, τελικά το ξεκαθάρισε με δυο λέξεις: «Υπάρχει άλλος…» Σήμαινε το τέλος και αυτού του σταδίου των ψευδαισθήσεων και της άρνησης. Η αισθηματική ζωή θα τυλιγόταν στους επόμενους μήνες από το σκοτάδι και το κρύο.

No comments:

Post a Comment