Friday, May 23, 2025

85α - Ένας Φαντάρος: Μικρές Κατακτήσεις (Η Ελβετίδα)

Σε ένα μπαράκι που θα το χαρακτηρίζαμε ως κουλτουριάρικο (υπήρχαν τέτοια στο Ναύπλιο, με ανάλογα ντεκόρ και μουσική), στην άκρη ενός από τα στενά του δρομάκια πάνω από την Πλατεία Συντάγματος που δεν έβγαζαν πουθενά, γνώρισα μια νεαρή Ελβετίδα. Καθόμασταν δίπλα μπροστά στο μπαρ και μετά από λίγα αθώα χαμόγελα εύκολα ξεκίνησε μια ψιλή κουβέντα. Εντυπωσιάστηκε από τα Αγγλικά μου όπως και το πρόσφατο παρελθόν μου στην Αμερική που της διηγήθηκα. Το ντύσιμο και οι τρόποι της δεν έδιναν την εντύπωση μποέμ χαρακτήρα, και το ενδιαφέρον μου το κέντρισε η χωρίς πρόγραμμα, παρορμητική κάθοδος που επιχείρησε από την πλούσια πατρίδα της σε κείνην την μικρή πόλη, που έβριθε από φαντάρους, Αθηναίους τουρίστες, και μέτοικους που επισκέπτονταν την πατρίδα που θυσίασαν για την πρωτεύουσα. Ήταν εμφανίσιμη, με λεπτά, καλοφτιαγμένα χαρακτηριστικά προσώπου, καστανόξανθα μαλλιά τακτοποιημένα «α λα γκαρσόν» και σκούρα μάτια. Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα, σημαντικό για μένα και όρος συμβατότητας σχέσεις με το άλλο φύλο -γενικά απαράβατος: το ύψος της. Είχε το ίδιο, αν όχι ελαφρώς ψηλότερο ανάστημα από το δικό μου.  

Παρόλα αυτά, μετά από εκείνη τη γνωριμία συμφωνήσαμε να ξαναβρεθούμε στην επόμενη μου έξοδο. Συναντηθήκαμε σε ένα music bar κοντά στην προκυμαία, όπου μετά από την ποσότητα αλκοόλ που χρειάζομαι για να υπερβώ χρόνιες συστολές, χορέψαμε, κράτησε το χέρι της, αγκαλιαστήκαμε,  φιληθήκαμε. Θα υπήρχε και τρίτη συνάντηση, καθώς είχα για την ώρα παρακάμψει τους ενδοιασμούς τους σχετικούς με το ανάστημα, και παρά τα εμπόδια των ακανόνιστων υπηρεσιών και την κατάσταση στο στρατόπεδο όπου οι έξοδοι στους καταδικασμένους χωρίς «βύσματα» της θητείας, καθώς πλησίαζε το καλοκαιράκι, παρέχονταν με το σταγονόμετρο. Αυτή την φορά η Ελβετίδα με προσκάλεσε σε ένα εξοχικό σπίτι στο θέρετρο του Τολού, ένα βράδι που οι οικοδεσπότες της απουσίαζαν. Είχε αναλάβει για μερικούς μήνες, όπως μου έλεγε, τη φροντίδα των παιδιών μιας οικογένειας Αθηναίων -προφανώς εύπορης. Μου φαινόταν παράδοξο που μια κοπέλα από μια πλούσια χώρα σαν την Ελβετία να την εγκαταλείπει μετά το σχολείο, ώστε να υπηρετήσει για λίγους καλοκαιρινούς μήνες μιαν οικογένεια σε έναν φτωχότερο τόπο, και σε ένα μάλιστα όχι και τόσο ειδυλλιακό μέρος όπως το Τολό. Τέτοιες σκέψεις τις συζητήσαμε μεταξύ άλλων, αλλά πείσθηκα από την έλξη που της είχε ασκήσει η αίσθηση της περιπέτειας και το άγνωστο, η έμφυτη τάση και θέληση νέων ανθρώπων να ξεφύγουν από την πραγματικότητα στην οποία γεννήθηκαν και μεγάλωσαν και να αναζητήσουν «εξωτικούς» προορισμούς, με διαφορετικά φυσικά και άλλου είδους θέλγητρα. Ειδικά, όταν η απόλυτη τάξη και αρμονία και γαλήνη του περιβάλλοντας μιας χώρας δημιουργεί μονοτονία και άνια, όπως μου είπε. Σε τελική ανάλυση, το ελληνικό καλοκαιράκι με τον ήλιο και την θάλασσα έχουν καθιερωθεί ως θέλγητρο παγκόσμιας εμβέλειας. Το παράδοξο για το οποίο αρχικά αναρωτιόμουν εκλογικευόταν.

Κέρασα φαγητό και πιοτό σε μια παραθαλάσσια ταβέρνα και κατόπιν κοκτέιλ σε ένα άδειο από κόσμο μπαρ του κεντρικού δρόμου. Ήταν καθημερινή. Υπήρχαν πιθανότητες και η δυνατότητα η βραδιά στο Τολό να κατέληγε σε μια φάση «ολοκλήρωσης», αλλά μια σειρά από ασύνδετα φράγματα σηκώθηκαν μέσα μου και ολιγώρησα. Ήταν αρκετά ψηλή για μένα, αναλογιζόμουν ξανά, κι αυτό έφερνε στην επιφάνεια διάφορα συμπλέγματα που κουβαλούσα από έφηβος και αυτό συγκρατούσε τις ορμές. Ίσως η ανατροφή της στις κοιλάδες των Άλπεων, ίσως εξαιτίας μιας ξένης σε μένα, να είχαν αφαιρέσει, από μια κατά τα άλλα γλυκιά φυσιογνωμία, τη ζεστασιά και τη διαχυτικότητα και το πάθος που εκδηλώνουν πολλές γυναίκες όταν ερωτεύονται, όταν ανταποδίδουν με αμοιβαιότητα και το ιδιαίτερο γυναικείο πάθος λόγια και χειρονομίες του υποψήφιου εραστή. Και, βέβαια, στο πίσω του μυαλό βρισκόταν πάντα ο ελέφαντας στο δωμάτιο, η θητεία, που αφού είχε αποδομήσει τη μέχρι τότε ζωή μου, στεκόταν εμπόδιο, ψυχολογικό και πραγματικό, στο να χτιστεί κάτι καινούργιο. Στο Ναύπλιο ήμουν προσωρινός, το μέλλον  πέρα από λίγες μέρες και βδομάδες, πνιγμένο στο σκοτάδι. Μετά τα μεσάνυχτα, μισομεθυσμένος,  αποχαιρέτησα την αξιαγάπητη και καλοσυνάτη Ελβετίδα και, χωρίς υποσχέσεις για επανιδείν, πήρα το ταξί για το στρατόπεδο.

Ανταλλάξαμε ένα χλωμό, πικρό και αμήχανο χαμόγελο, όταν μετά από μερικές μέρες προσπεράσαμε ο ένας τον άλλον κοντά στην πλατεία Συντάγματος. Ένα μέλλον είχε σβήσει, πριν καλά ξεκινήσει.

No comments:

Post a Comment