Το κυνήγι για γυναικεία παρέα, παρά τις αντίξοες συνθήκες που έχουν περιγραφεί,
συνεχίστηκε. Το καλοκαίρι πλησίαζε, η πλατεία γέμιζε από νιάτα του Ναυπλίου και
των Αθηνών και τις ορδές των φαντάρων του Κέντρου ανάμεσά τους να ψάχνονται και
να ψάχνουν. Ένα βράδυ, μετά από ποτά στα
στέκια της πόλης, καταλήξαμε με ένα ταξί και λίγους πρόθυμους (πάντα βρίσκονταν
τέτοιοι σε νυχτερινές περιπλανήσεις) σε ένα beach-bar στην αμμουδιά μιας παραλίας έξω από το
Ναύπλιο. Στη γνώριμη κατάσταση μέθης που μας απαλλάσσει από αναστολές και
χαλαρώνει κριτήρια επιλογών παρέας, γνώρισα μια ξανθιά, με καστανόμαυρα μάτια κι
ένα θλιμμένο χαμόγελο, που και αυτό σπάνια το χρησιμοποιούσε στη συνομιλία της
μαζί μου. Είχε καλοφτιαγμένο κορμί, που πάντα έχει σημασία στην προδιάθεση, και
το πρόσωπο της στα χαμηλά φώτα του κλαμπ και κάτω από την παραμορφωτική επίδραση
του αλκοόλ στις αισθήσεις, ιδιαίτερα των ειδώλων της όρασης, προσέδιδαν την
εικόνα μιας τουλάχιστον εμφανίσιμης κοπέλας, ίσως και όμορφης. Οι αναμνήσεις από
τις στιγμές που αγκαλιαστήκαμε και φιληθήκαμε, καθισμένοι στην αμμουδιά μπροστά
στα κύματα, σβήστηκαν από τα πολλά κοκτέιλ που είχα καταναλώσει. Ερχόταν διστακτικά
το ελληνικό καλοκαίρι και με προσκάλεσε για κυριακάτικη ηλιοθεραπεία και μπάνιο
στην παραλία του Τολού τη μεθεπόμενη. Αυτό δεν το ξέχασα παρά την μέθη μου.
Την επόμενη μέρα του, ας το πούμε, beach party, υπέστην το μαρτύριο του φαντάρου που
επέστρεψε στο στρατόπεδο του ξημερώματα, λίγες ώρες πριν την αναφορά, έχοντας
καταναλώσει σημαντικές ποσότητες αλκοόλ: το hangover εκείνο ήταν από τα χειρότερα που είχα
να αντιμετωπίσεις. Το πρωινό, χλωμός και το κεφάλι καζάνι, σερνόμουν απεγνωσμένα
πίσω από ασκήσεις και διαταγές, αλλά ήταν αδύνατο, στις μυρμηγκοφωλιές των φαντάρων
και παρουσία αξιωματικών που, όπως διαπίστωσα, έχουν αετίσια μάτια, να βρω τόπο
και χρόνο να ξαποστάσω, να κλείσω έστω και για λίγο τα μάτια. Το απόγευμα, ευγνώμων
στον θαλαμοφύλακα, κατάφερα να κρυφτώ σε μια γωνιά της διμοιρίας των
νεοσυλλέκτων και, κάτω από το διακριτικό και αξιόπιστο καραούλι του Γιώργου, να
πλαγιάσω στο κρεβάτι του και να αναπληρώσω μερικές από τις ώρες του χαμένου
ύπνου, πριν ξαναφέρω μπροστά μου σκόρπιες
εικόνες και λόγια από το προηγούμενο βράδι. Την «ξανθιά» Τζένη θα την
ξανάβλεπα. Δεν θα έβλαπτε αυτό κανέναν, σε τίποτε.
Η Κυριακή προαναγγέλθηκε ζεστή και ηλιόλουστη. Η έξοδος από το πρωί είχε κανονιστεί
και εξασφαλιστεί από μέρες. Ξεπέρασα ενδοιασμούς και συστολές, και ελαφριά
ντυμένος πήρα το δρόμο μου για το Τολό προς αναζήτηση της «ξανθιάς» Τζένης. Την
βρήκα παρέα με ένα ζευγάρι ξαπλωμένους στην αμμουδιά, πασαλειμμένοι με αντιηλιακά,
να απολαμβάνουν την ηλιοθεραπεία τους. Μετά από συστάσεις και τα λίγα τυπικά,
ξάπλωσα δίπλα της με τον άγριο ήλιο κατάφατσα. Τα χέρια μας αγγίξανε. Μου έβαλε
και της έβαλα αντιηλιακό. Δεν είπαμε πολλά πράγματα, αλλά και τι να λέγαμε; O σκοπός της εξόρμησής στην παραλία του
Τολού είχε κυνικά κίνητρα: να επαληθεύσω την καταλληλότητα και συμβατότητα της
κοπέλας με αντρικά μου γούστα, τούτη τη φορά κάτω από το άπλετο φως της
ανοιξιάτικης μέρας. Και καθώς είναι πιθανό σε τέτοιες περιπτώσεις, χωρίς το
αλκοόλ να επιδρά στην κρίση και να αμβλύνει τις αισθήσεις, κάπως απογοητεύθηκα.
Ήταν οι ξανθές τρίχες στη μαυρισμένη από ηλιοθεραπεία επιδερμίδα, ήταν το
αγέλαστο, θλιμμένο στόμα, ήταν η απόμακρη παρέα της, ήταν μια αποξένωση από τον
τόπο και τους ανθρώπους γύρω μου.
Μετά από λίγη ώρα χαριεντισμών και χειρονομιών και κάτι πλάνα λόγια που
ξεστόμισα για την επιθυμία να την ξαναδώ και να συνεχίσουμε την ετερόφυλη φιλία
που ξεκίνησε στο beach party και όπου αυτή μας τραβούσε (που δεν θα
ήταν μακριά στον χρόνο, είναι αλήθεια), χαιρέτισα και έφυγα, χωρίς να ακολουθήσω
τους άλλους στη θάλασσα για κολύμπι. «Θα τα πούμε στην γνωστή κεντρική
καφετέρια του Ναυπλίου, κοντά στην πλατεία…» στην επόμενη έξοδο, που όμως
δεν ήξερα πότε θα μου την έδιναν. (Πήγαινε εκεί καθημερινά.) Στο μυαλό μου είχε ήδη σχηματιστεί μιαν
αντίθετη προδιάθεση, που ο εν γένει κρυψίνους και ανειλικρινής χαρακτήρας δεν μου
επέτρεψε να εκφράσω.
Δεν υπήρξε συνέχεια, ούτε καν ένας κάποιος σταράτος και έντιμος επίλογος, όπως πολλοί έχουν το χάρισμα να κάνουν. Την επόμενη φορά που στον μικρόκοσμο της πλατείας του Ναυπλίου διασταυρώθηκαν τα βλέμματά μας, η αδιάφορη ματιά μου απομακρύνθηκε φευγαλέα, ήταν ματιά ενός αγνώστου αποξενωμένη, ενώ η δικιά της περισσότερη επίμονη, ίσως με ίχνη προσδοκίας. Χωρίς χαμόγελο, με τα ίδια θλιμμένα και απογοητευμένο χείλια, που είχα φιλήσει στο μεθύσι μου.
No comments:
Post a Comment