Monday, March 31, 2025

74 - Επιστροφή στα Πάτρια Εδάφη

Στο Ελληνικό με υποδέχτηκε ο καθαρός ουρανός και ο ζεστός ήλιος ενός υπέροχου αυγουστιάτικου Αττικού πρωϊνού. Μου άνοιξε πρόσκαιρα την καρδιά, όταν η ιδέα της επερχόμενης ελληνικής πραγματικότητα την έσφιγγε. Διότι την βασάνιζαν αδιάκοπα σκέψεις του Γολγοθά της θητείας, της άγνωστης κόλασης για την οποία δεν είχα προετοιμαστεί ψυχολογικά. Και παρά τις προσπάθειες, θα το βασάνιζαν μέχρι να διαβώ το κατώφλι της για να την υποφέρω. Στο μεταξύ, στους δυο-τρεις μήνες που μεσολαβούσαν μέχρι την κατάταξη, η αναζωογόνηση της σχέσης με την E έγινε πρωταρχική έγνοια. Με τα λίγα λεφτά που μου είχαν απομείνει, ως δείγμα καλής θέλησης και των μικρών αποθεμάτων αγάπης που ακόμα έτρεφα, της αγόρασα ως δώρο ένα ογκώδες στέρεο ραδιοκασετόφωνο. Ατυχής επιλογή! Μαρτυρούσε έλλειψη ρομαντικών ευαισθησιών, ίσως όμως αυτή η έλλειψη να ήταν χαρακτηριστικό ενός αποστεωμένου και στεγνού από εμπάθεια και βαθιά αισθήματα χαρακτήρα, που αποδίδω περισσότερο στην ανατροφή μου. Με άγχος, εκνευρισμό, και ιδρώτα στις αποπνιχτικές αίθουσες υποδοχής του Ελληνικού, και έξοδα συγκρίσιμα με το κόστος αγοράς του άχαρου και σε λίγα χρόνια παρωχημένης τεχνολογίας ραδιοκασετόφωνου, το εκτελώνισα παλεύοντας με τα τέρατα του τελωνείου που αντιμετώπισα κατά την άφιξη μου.

Το επόμενο κιόλας βράδυ επισκέφτηκα την E με το δώρο μου παραμάσχαλα. Πολλά είχαν αλλάξει από τον χωρισμό μας και την επιστροφή της από την Αμερική. Δούλευε για ένα αγύρτη-αφεντικό ελληνοϊταλικής βιοτεχνίας υφασμάτων, επίσημα ως «γραμματέας», περισσότερο ως κοπέλα για όλες τις δουλειές (συμπεριλαμβανομένου και του φτιαξίματος καφέ), που κάτι μέσης ηλικίας αφεντικά προσλαμβάνουν με κύρια κριτήρια την εμφάνιση και την ομορφιά, ίσως τρέφοντας και κρυφές ελπίδες για εξωσυζυγικές σχέσεις, και παραβλέποντας μόρφωση, συγκρότηση, ικανότητες, κτλ. ως προσόντα δευτερεύουσας σημασίας. Ο μισθός της ήταν αδιαπραγμάτευτα πενιχρός. Είχε νοικιάσει με συγκάτοικο την αδερφή της ένα φτωχικό, ημι-ισόγειο διαμέρισμα σε ένα παλιό σπίτι κοντά στην παλιά Λαχαναγορά. Το δωμάτιο της φτωχικά επιπλωμένο, με ένα στρώμα στη γωνία, ένα πτυσσόμενο τραπεζάκι, μια πατέντα στην γωνιά για το κρέμασμα των ρούχων -τόσο φτωχικά, όσο και το φοιτητικό της δωμάτιο όπου πρωτοκάναμε έρωτα. Απογοητεύτηκα και στενοχωρήθηκα, και αυτή η στενοχώρια απέσπασε την προσοχή μου από τη μουδιασμένη υποδοχή που μου επιφυλάχτηκε. Κοιμηθήκαμε μαζί, μετά από έναν κουρασμένο έρωτα ρουτίνας, που έγινε διότι, για έναν αόριστο λόγο, έπρεπε να γίνει.

Μεγαλεπήβολα πλάνα δεν μπορούσαν να γίνουν ενόψει της αποφράδας ημέρας της κατάταξης. Το μέλλον, αν υπήρχε, ήταν νεφελώδες, και για την ώρα χωρίς όνειρα και φιλοδοξίες. Και «το καράβι του έρωτα» που πριν ένα χρόνο είχε τσακιστεί στα βράχια μιας μίζερης πραγματικότητας, κανείς μας δεν ήξερε αν θα γινόταν πλόιμο και ξανά καλοτάξιδο. Επίσημα είμαστε ακόμα «αντρόγυνο» -σε μάτια γονιών και συγγενών, τουλάχιστον. Η απογοήτευση που διέκρινα στην Μάνα για το  «ξανασμίξιμο» με την Ε που λάμβανε χώρα, αντισταθμιζόταν από την συμμόρφωση μου στο κάλεσμα να υπηρετήσω την πατρίδα και να ακολουθήσω την πεπατημένη μιας καριέρας στην Ελλάδα, στο Δημόσιό της κατά προτίμηση: ελλόχευε πάντα η κρυφή ανησυχία κι ο φόβος μέσα τους γονιούς να ανέβαλα την επιστροφή μου. Είχαν στο μεταξύ αγοράσει, με το εφάπαξ της Μάνας και κάτι έσοδα από την πώληση του «πατρικού» της Αγίας Τριάδας που μεγάλωσα, ένα διαμερισματάκι σε μια νεόχτιστη πολυκατοικία στην Κάτω Τούμπα, που η Μάνα είχε διαρρυθμίσει και επιπλώσει με άγχος και κόπο, και το καμάρωνε. Είχε γίνει φοιτητικό καταφύγιο για τον Αδερφό αρχικά, ίσως να προοριζόταν και για μένα ενόψει της επιστροφής από τα ξένα και της έναρξης μιας φανταστικής σταδιοδρομίας στην Ελλάδα. Εκείνη η, κατά τον Πατέρα, «μικρή επένδυση» πραγματοποιήθηκε χωρίς την γνώμη ή την συμβουλή κανενός. (Τυπική συμπεριφορά γονιών της γενιάς τους, ιδιαίτερα του Πατέρα, να πράττουν αυτόβουλα σε τέτοια θέματα, έχοντας αποκλείσει τον διάλογο και εκ των προτέρων απορρίψει στο νου τους οποιαδήποτε αντίλογο· για λογαριασμό και το «καλό» των παιδιών, το οποίο «καλό» εκ προοιμίου γνώριζαν καλύτερα».) Παρόλα αυτά, εκείνο το διαμερισματάκι θα μπορούσε να είχε γίνει μια προσωρινή στέγη στα επόμενα βήματα στη ζωή, μέχρι να βρίσκαμε κάπως το δρόμο μας.  Δεν συνέβη, τελικά. Δεν «αξιοποιήθηκε» όπως επέμεναν και προσδοκούσαν οι γονείς.

Οι δυο-τρεις φορές που κάναμε αδιάφορο, λησμονήσιμο έρωτα στο κακόγουστο από επίχρυσο πλαίσιο κρεβάτι -επιλογή της Μάνας, που έτριζε στην παραμικρή κίνηση, δεν στοιχειοθέτησαν ξεκίνημα μιας δεύτερης συμβίωσης. Κατά βάθος δεν γνωρίζαμε για πόσο καιρό θα καταφέρναμε να επιβιώσουμε μαζί, πόσο μάλλον να συμβιώσουμε μελλοντικά. Όπως διαφαινόταν από την ψυχολογική διάθεση των πρώτων ημερών μετά την άφιξη μου και τα χλιαρότητα των αισθημάτων, οι προοπτικές δεν ήταν ευοίωνες, αλλά ενόψει της απομόνωσης στα κολαστήρια των στρατοπέδων (καθαρτήρια νεανικών ψυχών για άλλους) χρειαζόμουν κάποιο αποκούμπι. Ο κυνικός εαυτός μετρούσε μερίδες ατομικού  συμφέροντος, χωρίς να λαμβάνει υπόψη, να επιζητά και συζητά τις απόψεις και τα σχέδια της άλλης πλευράς. Ή, μάλλον, θεωρούσε δεδομένη μιαν άνευ όρων πίστη και αφοσίωση. Όφειλα να γνωρίζω, όμως, ότι βαθιές πληγές του παρελθόντος σε μια σχέση σπάνια επουλώνονται χωρίς να αφήσουν σημάδια, ειδικά όταν η ζωή μπροστά προμηνύεται δύσκολη.

Οι φίλοι των φοιτητικών χρόνων στην Θεσσαλονίκη είχαν σκορπιστεί. Περπατούσα λιγομίλητος έως αμίλητος, άτονα και άσκοπα, σε μισοσκότεινο δάσος χωρίς ξέφωτα, χαμένος, χωρίς προσανατολισμό, έχοντας συνηθίσει για χρόνια να δουλεύω με συγκεκριμένους στόχους και προθεσμίες. Κατέφυγα στον Δ που μου έδωσε κάποια ερευνητική δουλειά να κάνω: ο ίδιος έκαμε τα δικά του όνειρα για πακτωλούς κονδυλίων από προγράμματα μετά από τους λίγους μήνες sabbatical σε χώρα του ευρωπαϊκού βορρά.  Τον ενθουσιασμό του, παρά την ευφράδεια και ευκρίνεια και πειστικότητα του λόγου που τον διέκρινε, τον αντιμετώπιζα με σκεπτικισμό. Συμμετείχα στην υλοποίηση μερικών ιδεών σε ερευνητικές προτάσεις, χωρίς ελπίδες ανταμοιβής. Διότι έτσι περνούσε η ώρα και δεν είχα τίποτε καλύτερο να κάνω. Κυρίως διότι η δουλειά αποσπούσε την σκέψη μου από την θητεία που πλησίαζε. Υπό κανονικές συνθήκες τέτοιες περίοδοι γενικής απραγίας και νωθρότητας προσφέρονται για ονειροπόληση και κατάστρωση σχεδίων, αλλά τότε δεν είχα όνειρα να κάνω. Η ζωή μου για τους επόμενους δεκαοχτώ μήνες ήταν προδιαγραμμένη, καταδικασμένη: θα περνούσε σε στρατόπεδα σε κάποιες άκρες της Ελλάδας.

Από την σχέση μου με την Ε, όπως κατάλαβα μετά την επιστροφή, έλειπαν τα έντονα συναισθήματα του πρώτου καιρού του έρωτα μας. Είχαν ήδη περισταλεί από τη ρουτίνα της συμβίωσης στην Αμερική. Και κείνη η μετέωρη κατάσταση ημι-αποξένωσης, ένα «ξενέρωμα» όπως το λένε, ενώ έπρεπε να με απασχολεί, αντίθετα το αποδέχτηκα ως έχει και αδιαφόρησα. Το μοναδικό συναίσθημα που με κυρίευε, μονοτονικά εντεινόμενο στο χρόνο, ήταν μια μελαγχολία, που επιδρούσε αρνητικά στην επικοινωνία μας με την Ε, ενώ οδηγούσε σε πλήρη διακοπή κάθε διαλόγου, ακόμα και τυπικού, με το οικογενειακό περιβάλλον. Εκδηλωνόταν με ολοένα και λιγότερες κουβέντες, κατεβασμένα και συννεφιασμένα μούτρα, χωρίς την παραμικρή αχτίδα χαμόγελου. «Δεν μιλιέται αυτό το παιδί», έλεγε η Μάνα. Ο μοναδικός, «μυστήριος» και κακόμοιρος φίλος εκείνων των θλιμμένων φθινοπωρινών ημερών ήταν η ψυχή μου. Και τελικά μόνο με αυτή κατέληξα να κουβεντιάζω την μίρλα μου. Για τον υπόλοιπο κόσμο, είχα κατεβάσει μαύρες πλερέζες.

No comments:

Post a Comment