Δύσκολο να πει κανείς αν εκείνη η εγωκεντρική στάση απέναντι σε μιαν
αντιξοότητα που με αφορούσε αποκλειστικά υπήρξε καταλυτική και επιτάχυνε τον συναισθηματικό
κατήφορο που από την αναχώρηση των Σ είχαν πάρει τα πράγματα. Η χαριστική βολή δεν άργησε να δοθεί από
διαφορετική κατεύθυνση, όχι πολύ καιρό μετά από έναν ακόμα σπιτικό καυγά, όταν ως
αλόγιστη αντίδραση στο παρατεταμένο μουρμουρητό της E (στην «γκρίνια», τον χαρακτηριστικό γυναικείο τρόπο έκφρασης παραπόνων, διαμαρτυρίας
ή απλά κακής διάθεσης, που έλεγε ο Πατέρας κατά τους διαπληκτισμούς του με την
Μάνα) και από ανάγκη εκτόνωσης της έντονης ψυχολογικής πίεσης που οι συγκυρίες
ασκούσαν, πέταξα ένα φλυτζάνι στον τοίχο. Το φλυτζάνι έγινε θρύψαλα· η
«γκρίνια» της Ε σταμάτησε. Ο σκοπός μιας αψυχολόγητα βίαιης αντίδρασης εκ
μέρους μου επετεύχθη. Το ποιος είχε δίκιο, ποιος άδικο, δεν είχε σημασία εν
προκειμένω, αλλά τέτοια επεισόδια αφήνουν ανεπούλωτες πληγές.
Στο πρωτοχρονιάτικο πάρτι του Ν, είχαμε γνωριστήκαμε με ένα συμπαθή καλόπαιδο
από τη φουρνιά του 1988 στο πανεπιστήμιο -Γιάννης στο όνομα, Λαρισαίος. Η E από την μεριά της, στις απελπισμένες, όσο και
κατανοητές ενέργειες να διευρύνει έναν σχεδόν ανύπαρκτο κοινωνικό κύκλο, διατήρησε
μιαν επαφή και μετά το πάρτι, μέχρις που το εν λόγω παλικάρι μας κάλεσε για μια
«ελληνική βραδιά» με ποτό και τραγούδι και χορό στο σπίτι του. Ο Γιάννης είχε
έναν συγκάτοικο: έναν ψηλό και λεπτό μορφονιό, με κοντό μελαχρινό μαλλί. Από
την πρώτη μας συνάντηση με τον Γιάννη και τον μορφονιό συγκάτοικό του σε ένα
από τα μονοπάτια του campus που οδηγούσαν στην βιβλιοθήκη, αργότερα
στο πρωτοχρονιάτικο σουαρέ του Ν, και, τελικά, μερικούς μήνες μετά στο πάρτι
του Γιάννη, παρακινούμενος πάντα από μιαν εγγενή ανασφάλεια, που εύκολα μετασχηματίζεται
σε ζήλια, παρατηρούσα, την Ε να τον παρακολουθεί με το θελκτικό και
μελιστάλακτο της βλέμμα, εκείνο που με είχε σαγηνεύσει δυο χρόνια του Αγίου
Βαλεντίνου στην ταβέρνα της Θεσσαλονίκης, και να του χαμογελάει όταν της
επέστρεφε την ματιά. Ήταν βλοσυρό και ντροπαλό παιδί, ο συγκάτοικος του Γιάννη,
ίσως διστακτικός λόγω της παρουσίας του «συζύγου» στην ομήγυρη, ωστόσο δεν δίσταζε
να επιστρέψει τα χαμόγελα της E, έστω φευγαλέα, πριν
στρέψει το κεφάλι του κάπου άλλου. «Θα συναισθάνεται την παρουσία μου αυτός για
να στρίβει απότομα το βλέμμα του», σκέφτηκα· «αλλά το φλερτ ανάμεσά τους
είναι εμφανές!»
Γυρίσαμε αργά το βράδι στο διαμέρισμά μας πιωμένοι, όπου ξεκίνησε ένας από
τους πλέον καθιερωμένους διαπληκτισμούς, με συγκεχυμένη ή «δι’ ασήμαντον» αφορμή,
νεφελώδες αντικείμενο, αλλά εκείνη την φορά προφανή, σε μένα τουλάχιστον,
αιτία. Το όνομα του μορφονιού μόνον παρεμπιπτόντως αναφέρθηκε, καθώς ο αντρικός
εγωϊσμός χρησιμοποιεί τέτοιας λογής φτηνά τεχνάσματα για να καλύψει το μέγεθος μιας
γυμνής ζήλειας, που έχει την αντίθετη τάση: να πληγώνει αυτόν τον εγωϊσμό. Κοιμήθηκα
στον καναπέ του καθιστικού ως ένδειξη θυμού και αγανάκτησης.
Την επόμενη μέρα, Σάββατο ήταν, σηκωθήκαμε σε μια βαριά και καταπιεστική
ατμόσφαιρα, και μια συννεφιασμένη διάθεση –αμίλητοι, βλοσυροί. Η σιωπή μετά από
έναν καφέ τελικά λύθηκε, μόνον για να ξεκινήσει ένας νέος γύρος αντιπαράθεσης περι
της κατάστασης που είχε περιέλθει τελευταία η σχέσης μας, επί του τύπου των
ήλων. Προκληθείσα από μένα, μέσα από δεικτικές και αυθάδεις ερωτήσεις, και μέσα
από αφοριστικές δηλώσεις και ενδεχόμενα αβάσιμες υπόνοιες, η στάμνα έσπασε και
το δηλητήριο χύθηκε: «’Όχι, δεν με ικανοποιείς πια σεξουαλικά!», μου
είπε. Ένας θεός ξέρει πια ερώτηση ή αφορισμός μου προκάλεσε την δηκτική
απάντηση της Ε. Όσο, όμως, και να είχα εσκεμμένα προσπαθήσει, μέσα από φωνές
και χειρονομίες, να εκμαιεύσω τέτοιου είδους δήλωση από την Ε, κάθε όριο ζήλειας
ξεπεράστηκε, ενώ ο εγωϊσμός, και, ίσως, κάτι πολυτιμότερο για έναν άντρα και
μάλιστα Έλληνα -ο ανδρισμός μου, πληγώθηκαν ανεπανόρθωτα. Ψέλλισα
προσβεβλημένος, κάτι σαν: «Ναι, ε, δεν σου κάνω άλλο;», συνοδευόμενο από
βρισιές, και στο τέλος, με μια παγωμένη φωνή και το μυαλό θολωμένο είπα: «Θέλω
να φύγεις για την Ελλάδα και από τη ζωή μου, όσο γίνεται πιο γρήγορα. Από τη
Δευτέρα κιόλας, αν γίνεται.» Μείναμε σιωπηλοί και πετρωμένοι.
Δευτέρα πρωί με το μυαλό ακόμα θολωμένο, την καρδιά πληγωμένη, το είναι μου
ταπεινωμένο, αμίλητοι περπατήσαμε στην τράπεζα, εγώ δυο βήματα μπροστά από την
Ε, απέσυρα ότι σχεδόν υπήρχε ως υπόλοιπο στον τρεχούμενο μας λογαριασμό, και
από το παράπλευρο ταξιδιωτικό γραφείο, με την E πάντα αμίλητη, και συνοφρυωμένη δίπλα μου, πιθανόν εξίσου εξοργισμένη, της
αγόρασα ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή –non-exchangeable, non-refundable, τιμής άνω των $1,000. Τα όμορφα της μάτια
της τα είδα να δακρύζουν από λοξές ματιές προς το μέρος της. Η ιστορία μας,
χωρίς να το έχω πλήρως συνειδητοποιήσει, καθώς το ταξίδι της θα γινόταν σε
λίγες μέρες, είχε φτάσει και ξεπεράσει ένα σημείο χωρίς επιστροφή.
Όσο πλησίαζε η αποφράδα Παρασκευή της αναχώρησης, τον θυμό μέσα μου άρχιζε
σταδιακά να τον διαδέχεται η συνειδητοποίηση της τραγικότητας αυτού που έμελλε
να συμβεί -ενός αποχωρισμού, ίσως χωρίς επανιδείν . Όλες μας οι στιγμές, από τη
νύχτα του Αγίου Βαλεντίνου του 1986 που ερωτευτήκαμε κεραυνοβόλα, οι στιγμές της
λαχτάρας και του έρωτα, της αγάπης και της συντροφιάς δίπλα μου στην ξενιτιά, διέτρεχαν
το μυαλό μου. Και μέσα από τα μάτια της ψυχής κάποιου που δεν ερωτεύτηκε ποτέ
τόσο στην ζωή του, άρχισαν να στοιχειοθετούν την εικόνα μιας μοναδικής κι
εξαιρετικής ευτυχίας, δυσεύρετης ή και ανεπανάληπτης στο μέλλον, που θα έσβηνε.
Η καρδιά άρχισε να μαλακώνει, και η ελπίδα της ανάκλησης και της επιστροφής στη
ζεστασιά του παρελθόντος, που μάταια είναι η προσπάθεια να καταπιεστεί, άρχισε αντίθετα
να φουντώνει. Τι πηγαίναμε να καταφέρουμε στους εαυτούς μας; Γιατί να αφήσω ένα
τυφλό θυμό με ρίζες στη ζήλια να με παρασύρει σε μιαν ερωτική και ίσως προσωπική
αυτό-καταστροφή;
Δυστυχώς, είχα απελπιστικά υποτιμήσει τον δυναμισμό και το πείσμα και τον
εγωισμό της E. Θα έφευγε, ό,τι και να γινόταν, έβρεχε ή
χιόνιζε. Ο Ν καλοπροαίρετα μεσολάβησε, σε μιαν απροσδόκητη επίσκεψή ένα βράδι, να
την μεταπείσει παρουσία μου χωρίς αποτέλεσμα. Τις τελευταίες δυο μέρες της Ε στο
διαμερισματάκι στο «Χωριό των Καστανιών» έφευγα από νωρίς το πρωί πριν ξυπνήσει,
επέστρεφα αργά το βράδυ. Κοιμόμαστε χωριστά, χωρίς καμιά κουβέντα. Έφυγε νωρίς
το πρωί μιας μουντής φθινοπωρινής
Παρασκευής. Είχα σηκωθεί από τα ξημερώματα, ενώ ακόμα κοιμόταν, και πήρα το
δρόμο μου για το ‘Εργαστήριο’. Άφησα στο τραπέζι ένα δακρύβρεκτο γράμμα ευελπιστώντας
περισσότερο σε μια ψυχική λύτρωση, που προσδοκούσα μετά τον χωρισμό.
Η τραγική συνειδητοποίηση επήλθε, οι
τελευταίες σταγόνες ελπίδας σώθηκαν το πρωϊνό της Παρασκευής της πτήσης. Την
οδήγησε ο Ν με δυο βαλίτσες στο αεροδρόμιο. Δεν ήμουν μάρτυς της αναχώρησης. Μόλις
επέστρεψε, χωρίς την Ε και τα μπαγάζια της στο αμάξι του, με τηλεφώνησε για να
μου πει στεγνά: «Την άφησα στο αεροδρόμιο. Πάει, έφυγε…». Ήξερε κι αυτός
ότι η ελπίδα μου θα πέθαινε τελευταία, αλλά όφειλε να δώσει τη χαριστική βολή.
Μετά τη δουλειά γύρισα στο διαμέρισμα, το άδειο από την παρουσία της. Το αίσθημα μιας απώτερης και πρωτόγνωρης μοναξιάς με
τύλιξε. Έκλαψα γοερά όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν, όσο ποτέ για
θάνατο ή για αποχαιρετισμό (που η εμπειρία του, κατάλαβα τότε, ότι ισοδυναμεί
με αυτήν του θανάτου ενός αγαπημένου προσώπου), ή από απελπισία και την ματαίωση
της ελπίδας, κάθε ελπίδας. Μετά ήπια λίγο METAXA, έβαλα μια κασέτα να παίξει. Δεν έπρεπε. «Κάτω από φώτα κόκκινα
κοιμάται η Σαλονίκη // πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου είπες σ’ αγαπώ.»
Χωρισμός και στενοχώρια, αναμνήσεις και νοσταλγία, σκέψεις και συναισθήματα,
δαίμονες που στριφογυρίζουν αδυσώπητα στο μυαλό. Οι λυγμοί μου στο μοναχικό σαλονάκι
έγιναν ασυγκράτητοι. Το διαμέρισμα έρημο και σκοτεινό στο χλωμό φως του
λαμπατέρ, στο τραπεζάκι με την φωτογραφία μας από καλύτερες μέρες, έγινε ανυπόφορο. Είχε φύγει. Ίσως ποτέ στην ζωή μου
να ξανάβλεπα τα μάτια, το περπάτημά, τα ροδοκόκκινα χείλη και μάγουλα. Πήγα σε
ένα μπαρ για μερικές μπύρες. Στον πάγκο απέναντι ένας μοναχικός ομοφυλόφιλος
μου χαμογελούσε. Γύρισα το σκαμπό προς την αντίθετη μεριά, τέλειωσα γρήγορα την
μπύρα μου, και έφυγα τρεκλίζοντας.
No comments:
Post a Comment