Η νέα φουρνιά των Ελλήνων φοιτητών, η τάξη του 1989-90, απαρτιζόταν κυρίως (όπως
αναμενόταν) από άρρενες· μάλιστα αποκλειστικά από άρρενες στην περιοχή των
σπουδών μου. Ανάμεσα τους, τύπους που υπό άλλες συνθήκες, σε άλλους χρόνους και
τόπους, θα προσπερνούσα στους χώρους του πανεπιστημίου χωρίς πολλές κουβέντες
και προοπτική φιλίας. Οι μόνες παράμετροι που μας συνέδεαν ήταν η κοινή μητρική
γλώσσα και το ότι βρεθήκαμε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από έναν τόπο, από μιαν κουκίδα
στην γεωγραφία του πλανήτη, που τύχαινε να είναι η γενέτειρά μας και θεωρούσαμε
πατρίδα -με λιγότερη ή περισσότερη περηφάνια.
Ανάμεσά τους ήταν ο Χ, που εγγράφηκε το φθινόπωρο του 1989 στο ερευνητικό
δυναμικό του ‘Εργαστηρίου’ ως υποψήφιος για μάστερ. Αναγκαστικά συζητήσαμε γύρω
από τη συσσωρευμένη εμπειρία των δύο χρόνων που είχα, του ‘Εργαστηρίου’ και του
κόσμου του. Τον κατατόπισα διακριτικά, χωρίς συμβουλές και καθοδήγηση: ο
καθένας μας, μετά από μια ηλικία, είναι σε θέση και έχει τον δικό του τρόπο του
να προσαρμόζεται στην εκάστοτε πραγματικότητα.
Σχεδόν τα πάντα γύρω από τον Χ, η φυσιογνωμία, η προσωπικότητα, οι αντιλήψεις
και ιδέες, ο τρόπο ομιλίας, μαζί με την κακοσμία της αναπνοής του, με απωθούσαν.
Στα λόγια, εξέφραζε μιαν άκαμπτη, αυτάρεσκη, δικαιοφανή αγιογραφία του εαυτού του·
με στόμφο και ένταση φωνή υπεράσπιζε γνώμες και απόψεις διαμέσου μιαν αδιαμφισβήτητης
πολυμάθεια. Είχε αθλητικό σώμα, ξανθωπό, σγουρό μαλλί, γαλάζια μάτια, και ένα
στρατιωτικό μουστάκι, χαρακτηριστικά, που μαζί με την βροντερή φωνή και ένα επιβλητικό,
όσο και αλαζονικό γέλιο, παρέπεμπαν σε αξιωματικούς, και μάλιστα της Γερμανικής
Αυτοκρατορίας του περασμένου αιώνα. Παρεμπιπτόντως, είχε παράλληλα αποκτήσει αξιόλογη
γερμανική παιδεία και μιλούσε καλά την γερμανική γλώσσα, αν και την καταγωγή
και το οικογενειακό περιβάλλον και υπόβαθρο του τα κάλυπτε ένα πέπλο
μυστικότητας. Η πρώτη επιπόλαια σκέψη που έκανα ήταν να το παρομοιάσω με πρότυπο
ανθρώπου της Άριας φυλής στη ναζιστική Γερμανία. Η δεύτερη, που πιθανόν να μην
απείχε πολύ από την αλήθεια, ότι προερχόταν από οικογένεια με παρόν και
παρελθόν στο στράτευμα, με ακροδεξιές έως και φασιστικές αντιλήψεις, που έχει
παίξει κάποιον ρόλο στον ελληνικό στρατό.
Στο μπάσκετ, όσες φορές μονομαχήσαμε σε φιλικά μονοτέρματα, και παρά το ότι
το ανάστημά του ήταν συγκρίσιμο με το δικό μου, πάντα έβγαινα ηττημένος: είχε
αντιγράψει και τελειοποιήσει τις κινήσεις και φιγούρες του Νίκου Γκάλη, ενός από
τα είδωλά του, το μοναδικό στον αθλητισμό. Εκτός από το μπάσκετ, την συλλογή
πεταλούδων, ελληνοκεντρικές ιστορικές αφηγήσεις, έτρεφε ένα πάθος για τα καθαρά
μαθηματικά, που έβρισκα δύσκολο να νοήσω ως φυσιολογικό σε εκείνο το
σταυροδρόμι της καριέρας μας. Ένα πρακτικό ζήτημα engineering που απαιτούσε προσεγγίσεις, καλή μεν γνώση, αλλά βασική
χρήση εφαρμοσμένων μαθηματικών, και συχνά εμπειρική αντιμετώπιση, το
επεξεργαζόταν μέχρι εξαντλήσεως (του θέματος, της ενέργειας του ίδιου και του
επιβλέποντος του) με μιαν ιδιότυπα παράδοξη για το επιτευκτό αποτέλεσμα, αυστηρά
αφηρημένη μαθηματική μέθοδο, αντιπαραγωγική στα πλαίσια του αντικειμένου μας,
και συχνά χωρίς απτό αποτέλεσμα. Με άλλα λόγια, στη χρήση λογικής και μαθηματικής
αυστηρότητας ήταν ανελαστικός, μέχρι και αδιάλλακτος, χωρίς, όπως μου ήταν
φανερό, να διαθέτει εξαιρετική μαθηματική ιδιοφυία και, κυρίως, χωρίς η επίλυση
των τεχνικών προβλημάτων του αντικειμένου που είχε επιλέξει να θεραπεύσει να
προϋποθέτει χρήση μεθόδων «καθαρών μαθηματικών» και αποδείξεις θεωρημάτων και
λημμάτων.
Το χειρότερο γύρω από τον Χ δεν ήταν ούτε η δυσοσμία της αναπνοής του, ούτε
οι ανορθόδοξες μέθοδοι που χρησιμοποιούσε για να διαπραγματευτεί τα προβλήματα engineering που του ανατέθηκαν. Άλλωστε, η
επιλογή της μεθόδου ήταν υπόθεση αποκλειστικά δική του και του συμπαθητικού, μικροκαμωμένου,
με ένα μικρό φαλακρό κεφαλάκι, Ινδικής καταγωγής επιβλέποντα του, ο οποίος
αντιμετώπιζε τον Χ και τις αυστηρές μαθηματικές προσεγγίσεις του, αρχικά με
σκεπτικισμό, αργότερα με υπομονή και καρτερικότητα, και τελικά με ανοχή. (Δεν
με εξέπληξε να μάθω εκ των υστέρων ότι ο Χ, αφού ανάλωσε τρία χρόνια για να
ολοκληρώσει την εργασία άφησε το ‘Εργαστήριο’ και το πανεπιστήμιο για ένα άλλο
των μεσοδυτικών πολιτειών, αν και μόνον εικασίες θα μπορούσα να γίνουν για τα
πραγματικά κίνητρα πίσω από εκείνη τη μετάβαση.) Για μένα, το χειρότερο στοιχείο της
προσωπικότητάς του Χ, κρίνοντας, ίσως προκατειλημμένος, από ατομική σκοπιά, ήταν οι ξύλινες ιδεολογικοπολιτικές τοποθετήσεις
και οι άκρως συντηρητικές μέχρι και φασίζουσες ιδεοληψίες που εξέφραζε. Θα
στερείτο ακρίβειας και θα ήταν απλουστευτικό αν τις τοποθετούσα απλά σε ένα φάσμα
διαμετρικά αντίθετο από αυτό του κομμουνιστικού που ενστερνίστηκα ως φοιτητής. Τον
ασυμβίβαστο ακραίο εθνικισμό, τα περί ανωτερότητας της ελληνικής φυλής, τον
συνάδοντα μιλιταρισμό, το εθνοτικό μίσος για όλους του γείτονες της πατρίδας
και ‘έγχρωμες’ μειονότητες της, τα θεωρητικοποιούσε και παρουσίαζε με ιστορικά και
επιστημονικά στοιχεία και ιδεολογικοπολιτικούς συνειρμούς, που ο Χ συνέθετε σε
αδιαμφισβήτητες αποδείξεις της ιστορικής αλήθειας. Ήθελα, δεν ήθελα, είχα γίνει
μόνιμος συνομιλητής πολιτικών ζητημάτων με τον Χ στην έρημο της ξενιτιάς και
της μοναξιάς μου τον πρώτο καιρό μετά την αναχώρηση της Ε.
Ήταν η εποχή που, μετά τη απόσχιση
της σοσιαλιστικής δημοκρατίας της Μακεδονίας από τη Γιουγκοσλαβία, το θέμα της εν
Ελλάδι σλαβομακεδονικής μειονότητας και η σχετική ονοματολογία του
περιφρονητικά αποκαλούμενου «κρατιδίου» έρχονταν στο προσκήνιο, πυροδοτώντας έναν
στείρο και άκομψο εθνικισμό. Ακολούθησαν πολλές πολιτικές αντιπαραθέσεις γύρω
από αυτά τα θέματα με το Χ, όπου έχανα την ψυχραιμία μου και άρχιζα να φωνάζω συχνά
παρουσία άλλων, ενώ ο ίδιος, προς τιμήν του, διατηρούσε μιαν αξιοζήλευτη ψυχραιμία
και, χάριν της φωνής του, μια επιβλητική νηφαλιότητα. Συμπέρανα ότι ήταν από
τους ανθρώπους, που θα απαντούσε, χωρίς δεύτερη σκέψη, το πολεμικό κάλεσμα, θα
εγκατέλειπε δουλειά, σπουδές, και οικογένεια αν είχε, για να πάρει τα όπλα και
να αντιμετωπίσει τον Σλάβο ή τον Τούρκο επίβουλο του έθνους και της καθαρότητας
της φυλής. Καθόλου τυχαία, στο επιστημονικό βιογραφικό του, χρόνια μετά την
σύντομη περίοδο που μας βρήκε μαζί στην Αμερική, είχε αναφερθεί (ασυνήθιστα) μακροσκελώς
στην στρατιωτική του θητεία. Και καθώς συμβαίνει με πολλούς συμπατριώτες μας, ο
εθνικισμός και η εθνική ομφαλοσκόπηση, η αρχαιολαγνεία, η ιστορική αλαζονεία, η
αστήρικτη βεβαιότητα της γενετικής καθαρότητας και ανωτερότητα της φυλής και της
ιδέας ενός λαού περιούσιου με ξεχωριστή θέση στο παγκόσμιο στερέωμα, όλες αυτές
οι αντιλήψεις συνοδεύονται από μια θρησκοληψία. Εθνικισμός και ορθοδοξία πάνε χέρι-χέρι
στην πατρίδα μας. Έτσι, ο ΧΑ, παρέα με τον πρώην συγκάτοικό μας Φ, που δεν
εκδηλωνόταν πολιτικά, ήταν τακτικοί θαμώνες της ελληνορθόδοξης εκκλησίας στις καθιερωμένες
κυριακάτικες λειτουργίες.
Αν η έλλειψη φυσικών ή πνευματικών χαρισμάτων χαρακτήριζε τον Φ, ο Χ, παρά
την ακαμψία και ψυχρότητα των τρόπων και, ας μην ξεχνάμε, τη δυσοσμία της
αναπνοής του, διέθετε αρκετά φυσικά προτερήματα: ένα αθλητικό σώμα, μιαν
επιβλητική φωνή, γαλανό χρώμα ματιών και ξανθωπό μαλλιών, κι εν γένει μια φυσιογνωμία,
που τον καθιστούσε δυνητικά ελκυστικό στη θηλυκή κοινότητα στο Jones Tower, όπου είχε εγκατασταθεί, και επίσης, υποθέτω, ανάμεσα στον μη
ευκαταφρόνητο πληθυσμό των Ελληνοαμερικανίδων, δεύτερης και τρίτης γενιάς, που
είχε την ευκαιρία να γνωρίσει στην κυριακάτικη λειτουργία και άλλες εκδηλώσεις
της εκκλησίας. Στην πρώτη περίπτωση, αλλά και στις περιστασιακές εξορμήσεις μας
σε φοιτητικά night-clubs γύρω από το campus, όπου ο ανταγωνισμός από κατά κανόνα σωματώδεις,
ανδροπρεπής, και έξαλλους Αμερικάνους φοιτητές
που τα κατέκλυζαν τα σαββατοκύριακα, ήταν άνισος για πνευματώδεις, άχαρους και
βλοσυρούς τύπους σαν κι εμάς, ενώ οι χριστιανορθόδοξες αντιλήψεις και άλλες προκαταλήψεις
που πήγαζαν από τη θρησκοληψία του στέκονταν εμπόδιο στη σύναψη ευκαιριακών
σχέσεων με το άλλο φύλο. Δυο ευκαιρίες για τέτοιου είδους σχέσεις που
παρουσιάστηκαν τις παράκαμψε χωρίς πολλές συζητήσεις. Την πρώτη με τη
δικαιολογία ότι η κοπέλα ήταν «βαριά», δηλαδή υπέρβαρη, όπως μου εξήγησε με το
βροντερό γέλιο του, ενώ την δεύτερη απόρριψε πάραυτα επειδή σε μια από τις
πρώτες στιγμές ρομαντικής οικειότητας στο δωμάτιο του ξεπέρασε τα όρια μιας
ακατανόητης σε μένα χριστιανικής ηθικής, επιχειρώντας να του προσφέρει
στοματικό έρωτα.
Ο Σ, αν και επίσης θαμώνας της
ορθόδοξης εκκλησίας, δεν θα είχε καμιά αντίρρηση επ’ αυτού. Ήταν ο δεύτερος
Έλληνας από την ίδια φουρνιά που είχε ξεκινήσει μεταπτυχιακές σπουδές στη σχολή
μας, αν και ακαδημαϊκά κινείτο σε διαφορετικό αντικείμενο και μακριά από το αυτόνομο
‘Εργαστήριο’. Ένοικοι με τον Χ στο Jones Tower, συνδέθηκαν με μια
στενότερη φιλική σχέση, αν και ήταν φανερό ότι ο Σ δεν έχαιρε την ίδια εκτίμηση
με εμένα. Πλαισίωνε πάντως τον Χ σε κάθε σχεδόν κοινωνική εκδήλωση στο Jones Tower, στο campus, στην
Εκκλησία, και σε σποραδικές εξόδους σε bar και night-clubs, εν ολίγοις οπουδήποτε
και οποτεδήποτε θα δινόταν η παραμικρή ευκαιρία στον Σ να γνωρίσει και να
συνάψει σχέσεις με κοπέλες. Ήταν αυτό που θα αποκαλούσαμε σεξουαλικά
πεινασμένο, αλλά, σε αντίθεση με τον συνεσταλμένο και εξίσου στερημένο Φ και
τον σοβαρό Χ, η προφανώς μακροχρόνια απουσία γυναικείας συντροφιάς από την ζωή
του και οι απελπισμένες προσπάθειες σε κοινωνικό περιβάλλον να την αποκτήσεις, γινόταν
εμφανής -είτε στενάχωρα, είτε διασκεδαστικά για την παρέα: από τον αδιάκριτο τρόπο
που προσέγγιζε τους στόχους του και τις φλύαρες συζητήσεις με τον κουραστικό τόνο
φωνής του, διάσπαρτες με τετριμμένα και κακόγουστα υπονοούμενα, που ξεκινούσε
χωρίς ενδοιασμούς. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν χωρίς εξαιρέσεις αντίθετο από το
επιθυμητό. Γινόταν γρήγορα φορτικός στην τυχαία θηλυκή παρέα που πλησίαζε και που,
παρά τις όποιες καλές προθέσεις, παρά μιαν ενδεχόμενα προσποιητή
συγκαταβατικότητα, εξαντλούσε γρήγορα τα όριά της υπομονής της, και με κάποιο
τρόπο, είτε απότομο, είτε ευγενικό, απομακρυνόταν με την πρώτη ευκαιρία, αφήνοντάς
τον Σ σύξυλο και με ένα χαμόγελο απορίας για την ατυχή έκβαση που είχε μια
ακόμα επιχείρηση άσκησης γοητείας. Αν και διέθετε μια συμπαθητική, μελαμψή όψη,
με τα χαρακτηριστικά της τσιγγάνικης μειονότητας να συνάδουν με το επίθετο του,
ωστόσο, ο φλύαρος λόγος έπασχε από έλλειψη πνεύματος και εκλεπτυσμένου χιούμορ,
ενώ το μειδίαμα που επιστράτευε στο «καμάκι» του πρόδιδε ανυπομονησία και
απελπισία. Οι χαριτωμένες γυναίκες που στόχευε και που κατά κανόνα ανήκαν σε υψηλότερη
εμφανισιακή κατηγορίας από τον ίδιον, μάλλον δεν έβρισκαν ελκυστικά, ούτε το
περιεχόμενο του λόγου του, ούτε τα συνοδευτικά χαμόγελα και μοιραία κάθε
απόπειρα στενότερης επαφής οδηγείτο σε αποτυχία – σε «χυλοπίτα», όπως λέμε.
Οφείλω πάντως να εγκωμιάσουμε το πείσμα και την επιμονή του Σ σε αυτόν τον
τομέα, όπως και το απαράμιλλο θάρρος, απέναντι σε αλλεπάλληλες ματαιώσεις και
προσβολές.
No comments:
Post a Comment