To κεφάλαιο της ζωής στην Αμερική πλησίαζε στο τέλος του. Συνέπιπτε με αυτό του Ψυχρού Πολέμου και του ανταγωνισμού των εξοπλισμών, που εν μέρει ήταν η αιτία για την γενναιόδωρη χρηματοδότηση της έρευνας που έκανα -κάτι που με ιδεολογικούς συμβιβασμούς είχα δεχτεί εξ αρχής. Όπως συνέπιπτε και με την από πολλούς (συμπεριλαμβανομένου κι εμού) αναμενόμενη κατάρρευση της ΕΣΣΔ και του «υπαρκτού σοσιαλισμού», που στην αιτιολόγηση και τις προοπτικές του είχα επενδύσει σημαντική προσπάθεια τα φοιτητικά μου χρόνια.
Το τελευταίο καλοκαίρι μου εκεί, του 1990, παρουσίασα κομμάτια της δουλειάς
μου στο προσωπικό του ‘Εργαστηρίου’ με απροσδόκητη για τον χαρακτήρα μου αυτοπεποίθηση
και λίγα μόνον νεύρα. Κατά τα φαινόμενα, η εγγύτητα της στιγμής της επιστροφής
στα πάτρια και τα λίγα εμπόδια που είχα ακόμα να ξεπεράσω μου έδιναν φτερά. Την
ίδια ηρεμία και αυτοπεποίθηση διατήρησα ενόψει ενός διεθνούς και περίβλεπτου στον
επιστημονικού μας τομέα συνεδρίου στο Dallas που το ‘Εργαστήριο’, με έστειλε, μαζί με τον Ευ.,
έναν Κύπριο συνάδερφο, που δούλευε, όπως κι εγώ, κάτω από τις φτερούγες του Ron, ώστε να «ανακοινώσουμε» τις δουλειές μας
στην αφρόκρεμα των ερευνητών στην περιοχή μας.
Ο Ευ. ήταν ένας χαρακτηριστικά άνετος και χαλαρός τύπος, όπως φαινόταν από
το βαρύ περπάτημα και αργόσυρτη ομιλία του. Προβλήματα και έγνοιες τον άγγιζαν
ξώφαλτσα και του δημιουργούσαν ελάχιστο άγχος. Και η παρέα του στο συνέδριο θα επιδρούσε
επιπλέον καταπραϋντικά. Είχε κατάμαυρα, μακριά και σπαστά μαλλιά, μουστάκι, και
προφανώς τριχωτό στήθος, ίσως και πλάτη. H υπόθεση μου επαληθεύτηκε όταν τον είδα με το
φανελάκι στο δωμάτιο του ξενοδοχείου που μοιραστήκαμε. Η εμφάνιση του θύμιζε εκείνη
του Μανόλη Αγγελόπουλου, του τσιγγάνου βάρδου των λαϊκών πάλκων, που τα
τραγούδια του αγαπήσαμε και τραγουδούσαμε ως φοιτητές. Ενώ η στάση και το bravado του μπροστά στις τριβές με την
καθημερινότητα παρομοιαζόταν με αυτήν του καταπιεσμένου και κατατρεγμένου από
το περιβάλλον του, ο οποίος, αφενός, αντιδρούσε φραστικά σε αντιξοότητες με
εκφράσεις (μεταξύ μας, βέβαια) όπως: «Το κωλοπτυχίο που θα μας δώσουν, θα το
πετάξω στα σκουπίδια…» ή «Να δω τι στο διάολο θα κάνω όταν τελειώσω από
εδώ…», αφετέρου, υπέμενε στωικά την πραγματικότητα με την άχαρη, και την μάλλον
χωρίς σημαντικό μελλοντικό αντίκρισμα έρευνα που καλείτο επί πληρωμή να
διεξάγει, και υπέκυπτε αδιαμαρτύρητα στην καθοδήγηση του Ron. Εν
τέλει, οι δύο μας, από διαφορετική άποψη και με τις διαφορετικές μας προσωπικότητες
και στυλ, βγάλαμε τον Ron
(και κατ’ επέκταση το ‘Εργαστήριο’ που αντιπροσωπεύαμε σε κείνο το forum) ασπροπρόσωπους. Έτσι έδειξε φωτεινό του πρόσωπο
και σχόλια μπροστά μας σε τρίτους (“Both of my boys made me proud!”) μαρτυρούσαν στο τέλος του συνεδρίου.
Η διατριβή με τις υπογραφές των επιβλεπόντων τελικά κατατέθηκε,
καλογραμμένη και φινιρισμένη. Το τελευταίο εμπόδιο, το κρίσιμο και εξουθενωτικό
viva voce, μπροστά σε πολυμελή επιτροπή καθηγητών, γνωστών
και αγνώστων, περαιώθηκε επιτυχώς -με λίγα κομπιάσματα, ατελείς απαντήσεις,
ρωγμές σε συνειρμούς, που οι φιλικά προσκείμενοι από του παραβρισκόμενους κάπως
βοήθησαν να καλυφτούν. Δεν ξέρω τι συζητήθηκε στην εικοσάλεπτη συνεδρία της
επιτροπής που έλαβε χώρος in absentia, αλλά στο τέλος ο Leon ξεπρόβαλλε από την κλειστή πόρτα και με
συνεχάρη, γελαστός ως πάντα, σφίγγοντας μου δυνατά το χέρι. Το τετριμμένο σαιξπηρικό
“All’s well that ends well” πέρασε ως τελευταία σκέψη από ένα
εξαντλημένο μυαλό, μαζί με το ρίγος από ένα αίσθημα ολοκλήρωσης και ένα ακόμα
μεγάλο βάρος που σηκώθηκε.
Λίγες μέρες πριν την αναχώρηση μου στη μεγάλη αίθουσα εκδηλώσεων του
πανεπιστημίου έλαβε χώρα η απονομή των πτυχίων, το αποκορύφωμα της διαδρομής
μου στην Αμερική. Ο μόνος που με συνόδευσε, και αυτός χάριν στην καλή του
προαίρεση και σε μιαν συμπάθεια που μου έτρεφε, ίσως και από ένα αίσθημα
λύπησης που θα προκαλούσε στον κόσμο η εικόνα ενός απελπιστικά μόνου, χωρίς φίλους
και οικογένεια, σε μια τελετή μεγάλης για τον ίδιο συμβολικής σημασίας, ήταν ο
συγκάτοικος μου των τελευταίων βδομάδων, από τότε που άφησα το διαμέρισμα στο «Χωριό
των Καστανιών», ο αξιαγάπητος Γιάννης ο Λαρισαίος. Η παρουσία του ξεπέρασε
ακόμα και κείνες τις χαμηλές προσδοκίες από το πρωϊνό της απονομής, αποθανατίζοντας
τις στιγμές της απονομής στην φωτογραφική του μηχανή για τους μεταγενέστερους
μας. Ο κύκλος των σπουδών που πήρε είκοσι χρόνια ζωής έκλεισε οριστικά!
Τα έσοδα από την πώληση του αυτοκινήτου μόλις επάρκεσαν για την αποπληρωμή των
χρεών στην πιστωτική κάρτα, για την αποστολή πολλών κουτιών από βιβλία και
συγγράμματα που είχα με τα χρόνια συλλέξει, για να νοικιάσω την τήβεννο, και για
να συντηρηθώ επαρκώς για τις υπόλοιπες μέρες, για να πάρω ένα δώρο την Ε, να
κεράσω ένα τελευταίο δείπνο την Tina, και βέβαια το εισιτήριο της επιστροφής. Ο Ινδός πανεπιστημιακός που
αγόρασε το αυτοκίνητο, με το «κλείσιμο» της συναλλαγής, μου πρόσφερε γεύμα σε
ένα Κινέζικο εστιατόριο, χειρονομία που με εξέπληξε ευχάριστα και τη δέχτηκα με
χαρά. Αλλά κατά την φορολογική εκκαθάριση
από το Inland Revenue, για το πιστοποιητικό που χρειάζεται κάποιος
πριν εγκαταλείψει ‘νόμιμα’ τη χώρα, προέκυψε ένα τεράστιο χρεωστικό υπόλοιπο,
από κάποιο λάθος στις δηλώσεις μου, το οποίο αδυνατούσα να ξεχρεώσω. Ο
αναπάντεχα ευγενικός υπάλληλος της εφορίας, μάλλον έχοντας αντιληφθεί τις
δυσκολίες που θα είχα να ξεπληρώσω ένα τέτοιο χρέος προς την αναίσθητη κρατική
μηχανή, μου είπε χαμογελώντας: “OK L, let’s settle on a debit balance of $1,200...”, και μου έδωσε το σχετικό σημείωμα για να το τακτοποιήσω στο ταμείο, μετά
τη γενναιόδωρη έκπτωση που πρόσφερε. Έφυγα πανικοβλημένος· το υπόλοιπο στο
λογαριασμό μου δεν ξεπερνούσε τις μερικές δεκάδες δολάρια. Δεν υπήρχε άλλη
επιλογή από το να «δραπετεύσω» από τη χώρα παράνομα ή ημι-παράνομα, σχεδόν πεπεισμένος
για το σοβαρό ενδεχόμενο να συλληφθώ, το αργότερο την επόμενη φορά που θα
πατούσα πόδι ξανά στις ΗΠΑ.
Την παραμονή της αναχώρησης μου πέρασα από το ‘Εργαστήριο’ για να αποχαιρετίσω και ευχαριστήσω: τον Leon, τον Ron και δυο-τρεις άλλους συναδέρφους που μου συμπαραστάθηκαν με γνώσεις και πειράματα στην έρευνά μου. Ήταν το έθιμο, κατάλαβα, ο επιβλέπων να προσφέρει ένα γεύμα στο φοιτητή του μετά την αποφοίτηση και πριν την οριστική αναχώρηση. Δεν το είχα υπόψιν και την φυσική πρόταση του Ron και του Leon για γεύμα που μου προτάθηκε, δεν είχα άλλη επιλογή παρά να τη δεχτώ, εν γνώσει της αμηχανίας και των προβλημάτων συμπεριφοράς που θα δημιουργούσε. Με τέτοιες εκδηλώσεις ποτέ δεν τα πήγαινα καλά και μου φαινόταν μεγάλη δοκιμασία, όπως συμβαίνει σε άκρως εσωστρεφείς τύπους, ειδικά χωρίς τα δεκανίκια του αλκοόλ, όταν για άλλους είναι μια απλή, αβίαστη άσκηση κοινωνικότητας. Οι ανησυχίες μου κάπως καταπραΰνθηκαν όταν με συμφωνία του Ron, που θα πλήρωνε για το γεύμα, καλέσαμε και τον Ευ. που κατά τύχη μου βρισκόταν στον χώρο του ‘Εργαστηρίου’ εκείνο το μεσημέρι. Η παρουσία του θα με διευκόλυνε σημαντικά, ιδιαίτερα όταν η συζήτηση γύρω από το τραπέζι ξέφευγε από καθαρά επιστημονικά θέματα, σε προσωπικά και οικογενειακά. Και χαλάρωσα, μέχρι τα τελευταία αντίο.
No comments:
Post a Comment