Βουλιάζαμε σε ένα τέλμα. Το βλέπαμε να συμβαίνει χωρίς να το παραδεχόμαστε και συζητούμε ανοιχτά, χωρίς αντιδράσεις. Το καταπιέζαμε μέσα μας. Αφεθήκαμε παρασυρμένοι από την καθημερινότητα, εγώ με τη δουλειά στο ‘Εργαστήριο’, η E να προσπαθεί ακόμα να σταθεί στα πόδια της, να ξεκινήσεις σπουδές με ό,τι προκαταρκτική μελέτη περνούσε από τα χέρια της.
Στις εξετάσεις «εφ’ όλης της ύλης», σε μια από τις ενότητες μαθημάτων
δευτερεύουσας ειδικότητας που παρακολούθησα τα δυο πρώτα χρόνια, ως
προαπαιτούμενες, απέτυχα. Ένα βράδυ μου τηλεφώνησε ο Leon στο γραφειάκι του ‘Εργαστηρίου’ που μοιραζόμουν με έναν Νοτιοκορεάτη για
να μου ανακοινώσει τα νέα. Μίλησε σε ήπιο τόνο και με σοβαρότητα -η συζήτηση εξ
αρχής φάνηκε ότι δεν δικαιολογούσε αστεία. «Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε,
παρά να ανεμίσουμε μια λευκή σημαία…», μου είπε. Δεν πολυκατάλαβα το νόημα
εκείνης της φράσης, ιδιαίτερα τα περί «λευκής σημαίας». Το μυαλό μου είχε μπλοκαριστεί
προσπαθώντας να ξεδιαλύνει και αναλογιστεί συνέπειες και επιπτώσεις. Ανάφερε,
στο τέλος, και ότι θα υπάρξει μια δεύτερη, αν και βάσει των κανονισμών
τελευταία ευκαιρία να επανεξεταστώ στο αντικείμενο το Φθινόπωρο. Ένιωσα απογοητευμένος,
σχεδόν συντριμμένος. Η αριστεία και οι αψεγάδιαστες μέχρι τότε ακαδημαϊκές αποδόσεις είχαν με κάποιον αναπάντεχο τρόπο
αμαυρωθεί. Δεν ήμουν πλέον ένας ασυναγώνιστος ερευνητής, ο άπιαστος «αριστούχος»,
ένα από τα αστέρια του ‘Εργαστηρίου’, που έκανα τους Leon και Ron «περήφανους» να με καθοδηγούν. Η ψυχολογική πίεση μπροστά στη «δεύτερη» και
τελευταία ευκαιρία θα ήταν μεγάλη και γνώριζα τον εαυτό μου αρκετά ώστε να
ανησυχώ για την απόδοση μου κάτω από την πίεση της «τελευταίας ευκαιρίας»:
δημιουργεί άγχος, η αυτοσυγκέντρωση επηρεάζεται, η πιθανότητα του πανικού που ακυρώνει
κάθε επιμελή προετοιμασία αυξάνει.
Στο σπίτι η E με άκουσε σιωπηλή –τι να καταλάβαινε από
όλα αυτά τα διαδικαστικά και τι να έλεγε; Την σημασία της συναισθηματικής συμπαράστασης
από έναν αγαπητό άνθρωπο δίπλα μου τέτοιες στιγμές, που εκ των πραγμάτων δεν θα
με βοηθούσε πρακτικά, ενώ την θεωρούσα κατά βάθος δεδομένη, την υποτίμησα: αχαριστία
λέγεται. Ξεδίπλωνα ένα εναλλακτικό σχέδιο που το μυαλό, μάλλον ενστικτωδώς,
κατάστρωνε. Θα έφευγα. Θα έγραφα στους Δ και τον Καθηγητή Κ να αιτηθώ την
εκπόνηση της διατριβής στο πιο ζεστό και φιλικό περιβάλλον της πατρίδας. Θα
προφασιζόμουν προσωπικούς λόγους για την εγκατάλειψη του εγχειρήματος «εκεί»· αναφορά
στην αποτυχία μου στις εξετάσεις θα ακουγόταν άσχημα. Άρχισα να συντάσσω μιαν
μακροσκελή επιστολή.
Τις επόμενες μέρες, το πήγαινε-έλα στο ‘Εργαστήριο’, κουβαλώντας ένα
κουβάρι από σκέψεις, έγινε αγγαρεία. Ένιωθα μια έντονη αποξένωση από το
περιβάλλον του ‘Εργαστηρίου’ και αδυνατούσα να συγκεντρωθώ σε ο,τιδήποτε επιστημονικό
και ερευνητικό. Ο Νοτιοκορεάτης, ο καλοπροαίρετος και φιλικός συνάδερφος του
μικρού δωματίου που μοιραζόμαστε, άρχισε να με εκνευρίζει: η μυρωδιά του
φαγητού του, ακόμα και ο ήσυχος ολιγόλεπτος υπνάκος που έπαιρνε κάθε απόγευμα ρίχνοντας
το κεφάλι πάνω στο γραφειάκι. Μετά από μερικές μέρες, καθώς το σοκ από την
ανακοίνωση με το ανέμισμα της «λευκής σημαίας» του Leon εξασθένιζε, η θάλασσα
της ψυχής άρχισε να καλμάρει, και να διαγράφονται καθαρότερα οι συνέπειες μιας
ενδεχόμενης επιστροφής στην Ελλάδα: πέρα από τη σφραγίδα του αποτυχημένου για τα
μάτια πολλών, σίγουρα στα δικά μου, και έναν πληγωμένο εγωισμό, θα σήμαινε
μεγαλύτερο ρίσκο και αβεβαιότητα και, πιθανόν, αφού θα έκαιγα τις λίγες γέφυρες
που είχα στήσει στην Αμερική, θα κατέληγα πριν από κάθε τι άλλο σε κάποιο
στρατόπεδο. Τελικά, πήρα την απόφαση να σφίξω τα δόντια, και να επιμείνω, να
καταβάλω μιαν ύστατη προσπάθεια που το ξεπέρασμα του σκοπέλου απαιτούσε. To πείσμα και η εγκαρτέρηση και η επιμονή,
χαρίσματα που διέθετα σε σχετική αφθονία, θα στέκονταν στο πλευρό μου. Εκ των
υστέρων φάνηκε η σωστή απόφαση. Αλλά ποιος θα μπορούσε να πει δρόμο θα έπαιρνα αν
τελικά επέστρεφα στην Ελλάδα τότε; Σίγουρα θα ήταν πολύ διαφορετικός!
No comments:
Post a Comment