Thursday, March 27, 2025

73 - Αντίο, America!

 Την άλλη μέρα πέταξα για την πατρίδα. Στην πόλη του Columbus και την πολιτεία του Ohio δεν έχω επιστρέψει μέχρι σήμερα και κατά τα φαινόμενα δεν θα επιστρέψω ξανά. Πολλούς από τους ανθρώπους που έτυχε να γνωρίσω, να σφίξω το χέρι τους, να γελάσω μαζί τους, να συζητήσω πολιτικά και επιστημονικά θέματα, δεν θα τους ξανάβλεπα -ζωντανούς τουλάχιστον. Ο Leon,  από τους γεροντότερος του ‘Εργαστηρίου’, ο άνθρωπος που όλοι θυμούνται για το «μεταδοτικό γέλιο» και το χιούμορ του, ο πρώτος που με υποδέχτηκε τέσσερα χρόνια πριν στο ‘Εργαστήριο’ με ένα ελληνικό ‘Τι κάνεις, Λ;’ πέθανε είκοσι χρόνια μετά τον αποχαιρετισμό μας -«ειρηνικά» κατά τη νεκρολογία. O Ron, με το κομψό μουστάκι κάτω από τα σλάβικα ζυγωματικά, διακρίθηκε με πολλά βραβεία και τιμές στο μονοσήμαντο και στενό επιστημονικό αντικείμενο, που υπηρέτησε με ζήλο σε όλη την ακαδημαϊκή του καριέρα. H Tina πήρε το δρόμο που από τότε λαχταρούσε: έφυγε για το Salt Lake City και τα κεντρικά της εταιρίας της, όπου δούλεψε, είμαι απόλυτα βέβαιος, εξίσου σκληρά, παντρεύτηκε, έκανε μια κόρη. Της έστειλα ένα γράμμα όσο ήμουν φαντάρος, είτε από μοναξιά, είτε από απελπισία, είτε από τις φρούδες ελπίδες που σε κάποια φάση καλλιέργησα για μιαν αναγέννηση της επιστημονικής μου καριέρας στις ΗΠΑ. Η απάντηση και φωτογραφία που εσώκλεισε στην απάντησή της με γέμισαν χαρά: δεν με είχε ξεχάσει, είχε εκτιμήσει τον χρόνο μαζί, μοιραστήκαμε ένα μικρό, αλλά διακριτό κομμάτι της ζωής μας. Και ενόσω ζούσαμε, κάποιες θολές εντυπώσεις στη μνήμη, ως αόρατα νήματα, θα μας συνέδεαν. Στην πρώτη και τελευταία επικοινωνία μας στο Facebook μετά από χρόνια μου έγραψε για τον πόνο που ένιωσε όταν χωρίσαμε, για την επιστροφή που είχα προ-αποφασίσει ερήμην της. Είχα προσπαθήσει τότε να της  εξηγήσω τις συνθήκες: του απένταρου φοιτητή, του χωρίς μεγάλη πείρα από ζωή και μετέωρου νέου που έψαχνε δρόμους στην ομίχλη, για τις δυνάμεις που τον ώθησαν σε εκείνη την κατεύθυνση, αντί για άλλη. Έμεναν ανάμεσα μας οι λίγες αξέχαστες στιγμές που μοιραστήκαμε.

Όσο για τους μετρημένους άλλους -φίλους, συναδέρφους, συγκάτοικους, που ο τόπος κι ο καιρός μας έφεραν κοντά, έστω και απρόθυμα, το internet και social media της σύγχρονης εποχής μου επέτρεψαν να παρακολουθώ, που και που, τα ίχνη που αφήνουν στον κόσμο. Οι περισσότεροι υπάρχουν. Εκτός από τους Σ που εξαφανίστηκαν στα βάθη του Midwest, λίγους μήνες μετά την έναρξη της φιλίας μας, πριν τελικά εγκατασταθούν με την οικογένειά τους στην Ευρώπη, ο Ν ήταν δυστυχώς ο άλλος με τον οποίο κάποια επαφή μετά την αναχώρηση, επαφή έστω στοιχειώδης, έστω διαδικτυακή, αποδείχτηκε αδύνατη. Μετά τη γνωριμία μου με την Tina ξεκόψαμε. Ήταν, όμως, ο τελευταίος από εκείνο τον κόσμο που θα αποχαιρετούσα. Απένταρος, χωρίς αρκετά χρήματα ακόμα και για ταξί στο αεροδρόμιο, τον παρακάλεσα και προσφέρθηκε, με τον πειρακτικό τρόπο του, να με πάει με τις δυο τεράστιες βαλίτσες μου στο αεροδρόμιο. Εκεί με άφησε με μια ξερή και χαλαρή χειραψία, χωρίς συγκίνηση εκατέρωθεν. Αναρωτήθηκα τότε πόσο θα ζούσε για να απολαύσει τη ζωή του μετά τα ατελείωτα, βασανιστικά χρόνια δουλειάς με έναν στυγνό επιβλέποντα-εκμεταλλευτή, τον τρόπο ζωής και διαβίωσης, που είτε είχε συνειδητά επιλέξει, είτε εκ των πραγμάτων αναγκάστηκε να ακολουθήσει. Φαίνεται ότι είναι ακόμα ζωντανός. Όπως είπε κάποιος, ο άνθρωπος είναι ανθεκτικό όν -χρειάζεται καιρός και προσπάθεια για να πεθάνει από ανθυγιεινό τρόπο ζωής.

Πέρα από την στενοχώρια του αποχαιρετισμού με την Tina, δεν ένιωσα κάποια λύπη κατά την αναχώρησή μου, παρά το σκιάχτρο της στρατιωτικής θητείας που είχε άρχισε να ορθώνεται δυσοίωνο και να με φοβίζει, σκορπίζοντας όνειρα και ματαιώνοντας σχέδια για το εγγύς μέλλον. Είχα αποκομίσει γνώσεις που, σύμφωνα με το υπαρξιακό σκέλος των κοσμοθεωριών μου, ανεξάρτητα μορφής και περιεχόμενου, έχουν αξία·  «οι γνώσεις και οι σπουδές ποτέ δεν πάνε χαμένες», είχα γαλουχηθεί από τους γονείς. Απόκτησα μοναδικές εμπειρίες ζωής, κατάφερα να σταθώ μόνος σε ξένη χώρα, βρέθηκα κάτω από την ίδια «συζυγική» στέγη με τη γυναίκα που ένα βράδι στη Θεσσαλονίκη είχα ερωτευθεί, απόλαυσα τις γλυκές στιγμές ενός εφήμερου έρωτα, ένιωσα πίκρες και ηδονές, γεύτηκα απογοητεύσεις από αποτυχίες, σκόνταψα, έπεσα και ξανασηκώθηκα, ένιωσα τις χαρές μικρών επιτυχιών, εκπλήρωσα στόχους και σκοπούς, ίσως και να ικανοποίησα μερικώς φιλοδοξίας της εφηβείας. Επεβίωσα και ωρίμασα. Γνώρισα έναν τρόπο ζωής, που πολλοί τον ανήγαγαν στο κυνήγι ενός «ονείρου» μέσα από έναν ανταγωνισμό, πολλές φορές ανελέητο, με συνανθρώπους– της ματεριαλιστικής κατανάλωσης και του πλουτισμού, της απόκτηση ισχύος και φήμης, της αναγνώρισης από τον περίγυρο. Ο τρόπος ζωής αυτός, όμως, απαιτούσε την υποταγή σε μιαν ομοιομορφία, μιαν μονοδιάστατη και απαρέγκλιτη αφοσίωση της ύπαρξης και του πνεύματος σε συγκεκριμένους και περιορισμένους στόχο, συχνά προδιαγραμμένους κα επιβεβλημένους από ένα ακλόνητο σύστημα, και έναν καταναγκασμό. Δεν με χωρούσε και τον άφησα.

No comments:

Post a Comment