Η μέρα έφτασε. Η μελαγχολία είχε ήδη μετα σε βαθιά κατάθλιψη. Ο Πατέρας, χωρίς να κρύβει μιαν ικανοποίηση για την πορεία που έπαιρνε η ζωή μου μετά την επιστροφή από τα ξένα, μας οδήγησε στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως μου, στο Ναύπλιο. Καθόμουν στην γωνιά του πίσω καθίσματος, αμίλητος και σκυθρωπός, κοιτάζοντας αδιάφορα την φύση να τρέχει πίσω από το παράθυρο. Η Μάνα στο κάθισμα του συνοδηγού, όπου την ανάγκασα να καθίσει παρά την ακατανόητη επιμονή της να κάτσω εγώ μπροστά, μπορεί να μην έδειχνε ευδιάθετη, αλλά, ίσως προκατειλημμένος, διάβαζα στο πρόσωπο και την συμπεριφορά και εκείνης μιαν βαθιά ικανοποίηση που θα εκπλήρωνα άλλη μιαν υποχρέωση, θα αποτίναζα ένα ακόμα βάρος (όπως της άρεσε να λέει σε τέτοιες περιπτώσεις) στο δρόμο προς την μικροαστική καταξίωση ενός νομοταγούς και κομφορμιστή «ακαδημαϊκού» πολίτη. Οποιαδήποτε θέση στο δημόσιο και ανέλιξη μέσα από αυτό προϋπόθετε φυσικά απολυτήριο από το στρατό –το απολυτήριο ήταν κάτι εκ των ων ουκ άνευ. Καμιά έγνοια ή στενοχώρια εκ μέρους των γονιών για την ψυχολογική μου κατάσταση, καμιά δύσκολη ερώτηση για τις σκέψεις και το ύφος μου. Η εκπλήρωση μιας θητείας -το στεγνό, πρακτικό «καθήκον» προς τον εαυτό μου (και για πολλούς προς την πατρίδα!)- και οι επιπτώσεις της στον ψυχική υγεία και υλική ευημερία του καθενός δεν χρειαζόταν να διυλίζεται μέσα από αδιέξοδους διαλόγους και αναφορά στην ανώμαλη ψυχική κατάσταση των στιγμών. Στα μάτια των γονιών ήμουν φτιαγμένος από σίδερο, είχα, κατά βάθος, πλήρη συνείδηση της αναγκαιότητας και ατσάλινη θέληση να φέρω αυτό το καθήκον σε πέρας, χωρίς πολλές ψυχικές αναταράξεις. Ό,τι και να ήταν αυτό που μου συνέβαινε θα περνούσε…
Ήταν μια άχαρη Κυριακή του Νοέμβρη -αποφράδα. Φτάσαμε στο Ναύπλιο από το
προηγούμενο βράδι της κατάταξής μου. Φάγαμε ψαρικά σε ένα εστιατόρια από τα
λίγα ανοιχτά, άδειο από πελάτες, με τον Πατέρα να αραδιάζει το οικείο
ρεπερτουάρ συμβουλών περί «φιλότιμου», περί αξιοπρεπούς και δυναμικής αντίδρασης
σε προσβολές και επιβουλές. Τον άκουγα αμίλητος με το μυαλό μου να
στριφογυρίζει στον στρόβιλο μιας αγωνίας για το σκοτεινό και άγριο άγνωστο. Στο
Γ΄ κατηγορίας ξενοδοχείο που επέλεξε -πάντα έψαχνε Γ΄ κατηγορίας καταλύματα για
κάποια ανάγκης προσωρινής διαμονής- δεν μπόρεσα να κοιμηθώ παραπάνω από
λιγοστές ώρες. Το άθλιο πρωϊνό του ξενοδοχείου έγινε κόμπος στο στομάχι, οι
κινήσεις μου ρομποτικές, το μυαλό σκεπασμένο από θολούρα. Με άφησαν λίγα λεπτά
(μάλλον πολλά λεπτά, εξαιτίας της υπερβολικής και μη υγιούς τυπικότητας που
είχε η Μάνα με ραντεβού και υποχρεώσεις) πριν από την προκαθορισμένη προθεσμία
στην πύλη του στρατοπέδου. Ούτε που χαιρετηθήκαμε. Δεν ενοχλήθηκαν, ήταν
ευχαριστημένοι. Φύγανε. Δεν προσδοκούσαν τίποτε λιγότερο από μένα, παρά υπακοή
και αγόγγυστη υποταγή στο κάλεσμα της μοίρας. Την είδαν και απήλθαν.
Περίμενα έξω από την πύλη μαζί με δυο-τρεις άλλους τυπικούς, πίνοντας τον
φραπέ που είχα πάρει καθ’ οδόν. Εκατέρωθεν της πύλης κατά μήκος του δρόμου ο πέτρινος
φράκτης του στρατοπέδου κατέληγε σε υπερυψωμένα φυλάκια στις γωνίες του. Ανάμεσα
στο χώρο του στρατοπέδου και τον δρόμο μια σειρά από ασβεστωμένες αγέρωχες
λεύκες μπλόκαραν τη θεά του εσωτερικού χώρου από τους περαστικούς. Μέσα από το
άνοιγμα της πύλης διέκρινα έναν δρομάκι άδειο από ένστολους ανθρώπους που οδηγούσε
σε ένα λευκό κεντρικό κτίριο ανάμεσα σε πεύκα και την γαλανόλευκη στο ιστό του
προαυλίου. Ήταν το διοικητήριο.
Ήμουν από τους πρώτος εκείνο το μαλακό ηλιόλουστο πρωϊνό, αλλά σιγά-σιγά,
κατά μήκος του χωματένιου, επιμελώς αποψιλωμένου από αγριόχορτα πεζοδρομίου, ΙΧ
και ταξί, σταματούσαν, άλλα περίμεναν παρκαρισμένα παραπέρα μέχρι κάποιο
κάλεσμα και έναν τελευταίο αποχαιρετισμό, άλλα έφευγαν αμέσως, έχοντας
παραδώσει και άλλους νεοσύλλεκτους σαν και μένα στην ίδια κακή μοίρα. Τα
πρόσωπα όλων σκυθρωπά και αμίλητα, μάρτυρες της νευρικότητας και ανησυχίας της
πρώτης μέρας. Οι δυο φρουροί της πύλης, καμιά φορά με την προσοχή τους αποσπασμένη
από τη σοβαρότητα του καθήκοντος της φύλαξης, μακριά από το βλέμμα του υπαξιωματικού
της υπηρεσίας, έριχναν περιπαιχτικά, ίσως σαρδόνια, χαμόγελα προς την μεριά του
μικρού νεανικού πλήθους έξω από την πύλη, σα να του έλεγαν: «Που να ξέρετε τι σας
περιμένει!»
Κάποιος έκανε την αρχή. Είχε το κουράγιο και διάβηκε την πύλη, δείχνοντας στον αξιωματικό την ταυτότητα και το φύλλο κατάταξης. Μέτρησα δέκα-δώδεκα νεοσύλλεκτους να έχουν περάσει την πύλη και, μετά την κορύφωση των ρυθμών της καρδιάς και ένα έντονο φτερούγισμα στο στομάχι, όπως συμβαίνει στις κρίσιμες στιγμές μιας μεγάλης αρχής, ακολούθησα αυτό που επέβαλλε η ανάγκη. Μπήκα σε έναν αθέμιτο χορό και θα τον χόρευα. Μάζεψα κι εγώ το απαραίτητο κουράγιο και θάρρος, αναπλήρωσα τα εξαντλημένα αποθέματά τους, ξεπέρασα τα φράγματα που έθετε η έμφυτη δειλία μου. Πέρασα την πύλη μαζί με άλλους αγνώστους, μελλοντικούς συντρόφους στο βάσανο της θητείας. Ήταν η πρώτη από πεντακόσιες-σαράντα-έξι μέρες.
No comments:
Post a Comment