Friday, April 18, 2025

77 - Ένας Φαντάρος: Λόχος Νεοσυλλέκτων (Η Συνέχεια)

Στην πρώτη πρωινή επιθεώρηση επικράτησε στον θάλαμο το άγχος και τα νεύρα των πρωτάρηδων, των «ψαριών», πέρασε όμως σχετικά ανώδυνα, χωρίς έντονες παρατηρήσεις και δυνατές φωνές πέρα από τις εντολές για προσοχή, ημιανάπαυση, κτλ. και τις αναφορές. Τις αναστολές μου να «αναφέρομαι» σε ανώτερους με δυνατή φωνή τις ξεπέρασα. Ομολογουμένως, η μόρφωση και η καλλιέργεια, μαζί με την ποιότητα της φωνής, βοηθούσαν να αρθρώνω πέντε λέξεις στην ημι-καθαρεύουσα του στρατού, χωρίς κομπιάσματα και λάθη και με την σωστή στίξη και παλμό, κάτι που μερικοί νιόβγαλτοι από κάποιο σχολείο της επαρχίας δυσκολεύονταν. Κάτι ανάλογο ίσχυε και για την προσαρμοστικότητα σε ένα περιβάλλον με ρυθμούς παντελώς ξένους ως προς το ότι είχαμε συνηθίσει στις πρότερες μας ζωές. Τις καθημερινές «υποχρεώσεις» του φαντάρου: τις αγγαρείες του κοινοβίου, τη συλλογή γοπών από το προαύλιο, την ταξινόμηση και τακτοποίηση κάποιας άχρηστης σαβούρας, τις αποψιλώσεις, τις σκοπιές στα φυλάκια, την υπηρεσία σε εστιατόρια και μαγειρεία, συνήθως κάτω από τις διαταγές «παλιών» βαρεμένων από μήνες θητείας, που εκμεταλλεύονταν δεόντως θέσεις-κλειδιά για την εύρυθμη λειτουργία του στρατοπέδου που κατείχαν, τις ατέλειωτες παρελάσεις και χαιρετισμούς, όλα αυτά τα εκτελούσα μηχανικά, ανεκτικά, στωικά· τις περισσότερες φορές βέβαια καταναγκαστικά, νευριάζοντας και αγκομαχώντας, με το αίμα να βράζει από ματαίωση και την άδικη μοίρα, χωρίς να έχω αποκτήσει συνείδηση της αναγκαιότητας τους και γενικά της σκοπιμότητας αυτής τη δοκιμασίας στις ζωές μας -και που ποτέ δεν θα αποκτούσα.

Τα πρωινά κηρύγματα του λοχαγού, του ταγματάρχη και, τα χειρότερα ανάμεσά τους, του αντιπαθέστατου διοικητή του Κέντρου, πολλές φορές διαρκούσαν ώρες, με τους φαντάρους μπάστακες σε «ημι-αναπαυτική ορθοστασία». Ήταν μια βασανιστικά επαναληπτική απαρίθμηση των καθηκόντων μας -χωρίς εις βάθος τεκμηρίωση της αναγκαιότητάς τους. Κάθε φράση ξεκινούσε από το «πρέπει να» και, για να εξηγηθεί το πρέπει, συχνά εφάπτονταν θεμάτων όπως περί «ιερών και οσίων», της πατρίδας και του έθνους που διάφοροι επιβουλεύονταν· κηρύγματα από άθλιους συνήθως ρήτορες, ώστε να δικαιολογηθεί ένα κακόγουστο οικοδόμημα που είχε χτιστεί ως προμαχώνας υπεράσπισής βωμών και εστιών· δεν απείχαν πολύ σε περιεχόμενο από επετειακές ομιλίες δασκάλων, σαν αυτές του παππού σε ομήγυρη παιδιών δημοτικού και των κηδεμόνων τους. Αν ο κύριος ή επιμέρους σκοπός εκείνων των κηρυγμάτων ήταν η αναβάθμιση του καταρρακωμένου ηθικού νέων, που το «έθνος» καταδίκασε σε κείνη φυλακή και οι περισσότεροι από μέσα και μεταξύ τους έβριζαν θεούς και δαίμονες, τότε αποτύγχαναν και ως προς την μορφή και ως προς το περιεχόμενό.

Ανάμεσα στους πολλούς που στέκονταν και άκουγαν αδιάφοροι λόγους κενούς ουσίας και νοήματος , ήταν και μερικοί, όπως εγώ, που η ιδεολογική συγκρότηση τους έκαμε να αναρωτιούνται για την σημασία, την σκοπιμότητα και την αποτελεσματικότητα του συνόλου του εγχειρήματος που λέγεται «ελληνικός στρατός», στη μορφή τουλάχιστον που το βιώναμε σε κείνη την καμπή της ιστορίας. Τέτοια ερωτηματικά, φυσικά, δεν έβρισκαν απάντηση και διέξοδο κάτω από τις περιστάσεις: η ελευθερία μας είχε περιοριστεί, είχαμε καταδικαστεί σε δεκαοκτάμηνη φυλάκιση χωρίς τεκμήρια ενοχής, χωρίς η φυλάκιση αυτή να εξαργυρώνει κάποια ένοχη πράξη ή να διορθώνει κάποιο σφάλμα, πέρα από το ότι είχαμε την ατυχία να γεννηθούμε άρρενες Έλληνες.

No comments:

Post a Comment