Tuesday, April 22, 2025

78 - Ένας Φαντάρος: Ασκήσεις Αβάστακτες, Υπηρεσίες Ανόητες

Σε λίγες μέρες από την έναρξη της βασικής εκπαίδευσης έδωσαν στον καθένα, πλην Μουσουλμάνων, το ημιαυτόματο όπλο του, και μας δίδαξαν πως να τα χρησιμοποιούμε· μας ενημέρωσαν για τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματά του· μας έδειξαν πως να το κα περιποιούμαστε και το καθαρίζουμε και να το βλέπουμε σα έναν αχώριστο σύντροφο. Περπατήσαμε πεζοπορίες πολλών χιλιομέτρων για τα πεδία βολής, με το όπλο να βαραίνει τον ώμο, ένα σακίδιο με αχρείαστα κλαπατσίμπαλα στην πλάτη, το κράνος με την ανυπόφορη φαγούρα που έφερνε στο κεφάλι, τα άρβυλα να χτυπάνε αστράγαλο και δάχτυλα, όσο και αν προσπαθούσαμε να μαλακώσουμε το δέρμα τους στιλβώνοντάς τα μια και δυο φορές τη μέρα. Το κορμί μου, το σχετικά καλομαθημένο σε προηγούμενες φάσεις της ζωής, με εξέπληξε με την αντοχή στην κούραση και τον πόνο σε κείνες τις πεζοπορίες, όταν νεότεροι από μένα γκρίνιαζαν και βλαστημούσαν αγανακτισμένοι, αν δεν είχαν καθ’ οδόν καταρρεύσει.

Με εκείνο το όπλο, το ανυπόφορο κράνος, ένα γεμάτο γεμιστήρα στη σφραγισμένη θήκη του, τον οποίο «επ’ ουδενί λόγω» δεν έπρεπε να επιχειρούσαμε να ανοίξουμε, παίρναμε τον δρόμο μας για σκοπιά σε ένα από τον δυσανάλογα μεγάλο για την έκταση και τοποθεσία του στρατοπέδου αριθμό φυλακίων που ήταν διεσπαρμένα σε απόμακρες γωνιές στην περίμετρο του στρατοπέδου, αλλά και σε επίκαιρες θέσεις εντός του. Η εξήγηση ήταν απλή: έπρεπε, τους εγκλεισμένους μέσα, να μας διατηρούν συνεχώς απασχολημένους: για ψυχολογικούς λόγους και την υποτίθεται σκληραγώγηση και το σπρώξιμο στα όρια των αντοχών μας. Συνέβαινε σχεδόν κάθε βράδυ σε όσους από εμάς δεν είχαν σχέσεις γνωριμίας, άμεσες ή έμμεσες, διαμέσου κάποιας εξωτερική διαμεσολάβησης, και «πρόσβαση» σε αξιωματικούς του Λόχου ή του Κέντρου, για όσους, με λίγες λέξεις δεν είχαν ή δεν ήταν «βύσματα». (Η λέξη «βύσμα» μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε ως υποκείμενο, είτε ως αντικείμενο για να χαρακτηρίσει έναν άνθρωπο ή αυτό το χρήσιμο στην διάθεση του κατά την διάρκεια της θητείας του).

Ενός φαντάρου οι λιγοστές στιγμές που βρίσκεται μόνος με τον εαυτό του πίσω από τους φράκτες του στρατοπέδου εμπεριέχονται στο δίωρο ή τρίωρο ή και καμιά φορά τετράωρο της σκοπιάς. Τα λεπτά και οι ώρες της περνούσαν απελπιστικά αργά και με το μόνο που θα μπορούσε να κάνει κάποιος τον πρώτο καιρό: να σκέφτεται. Οι πορτοκαλεώνες από τη μια μεριά, οι σειρές κυπαρισσιών μπροστά από ακάλυπτους χώρους με αγριόχορτα, τα πάντα από την πίσω μεριά του φράκτη σχημάτιζαν άμορφους σκοτεινούς όγκους. Η υγρασία του Ναυπλίου τον χειμώνα που πλησίαζε διαπερνούσε το μεδούλι, η καταχνιά έκρυβε τον έξω κόσμο, το στερέωμα, τα άστρα και το φεγγάρι. Είμασταν αποκλεισμένοι ακόμα και από τη φύση. Το αλύχτισμα σκυλιών από κάπου μακριά ή ο ήχος από το σύρσιμο κάποιου μικρού ζώου στα αγριόχορτα ήταν οι μόνοι θόρυβοι που διέκοπταν την απόλυτη ησυχία των περίχωρων μιας πόλης που κοιμόταν. Περιστασιακά, καταμεσής της νύχτας, ο ήχος από κάποια ανάλαφρα βήματα, το σπάσιμο ενός κλαδιού από την άλλη μεριά του φράκτη, μαρτυρούσαν την κίνηση ανθρώπινων σωμάτων: «παλιοί» φαντάροι που είχαν ξεγλιστρήσει από τη βραδινή αναφορά, μετά από κάποια συνεννόηση με κάποιο τακίμι υπαξιωματικό, και έψαχναν λαθραία είσοδο πίσω στο στρατόπεδο και το κρεβάτι τους. Κάπου στο Ναύπλιο θα διασκέδασαν και μέθυσαν το βράδι τους. Οι κακοήθεις ή τα «πειραχτήρια» από τους εξοδούχους, ιδιαίτερα αν είχαν καταναλώσει μπύρες ή ρετσίνες ή πιει από το ποτήρι κάποιας ερωτικής ματαίωσης ή η βραδιά έξω είχε αποδειχτεί περισσότερο βαρετή από τις παρέες των φαντάρων και την τηλεόραση στο ΚΨΜ, όπως συνέβαινε συχνά, εκτονώνονταν πετώντας πετραδάκια σε φυλάκια ή εφεύρισκαν περίεργους ήχους για να εκφοβίσουν «ψαρωμένους» νεοσύλλεκτους. Μπορεί μερικά από αυτά τα «καψόνια» να ήταν προσχεδιασμένα στα πλαίσια της σκληραγώγησης της φανταρίστικης ψυχής. Θρύλοι κατασκευασμένοι κυκλοφορούσαν για τον «τρελό» του Ναυπλίου, που κάθε νύχτα έκανε το γύρω του στρατοπέδου, για να προκαλέσει και να εκφοβίσει φρουρούς στα πιο απόμακρα και σκοτεινά σημεία του. Σπάνια τέτοια περιστατικά και τέτοιοι μύθοι πτοούσαν τους ωριμότερους από εμάς. Πιο συχνά, οι βηματισμοί που διακρίνονταν μέσα στα σκοτάδια και την ησυχία ήταν αυτοί της περιπόλου. Η αναμονή της ανά πάσα στιγμή συνήθως μας κρατούσε ξύπνιους και σε εγρήγορση. Καμιά φορά, όμως, η μορφή του αξιωματικού υπηρεσίας ξεγλιστρούσε αθόρυβα πίσω από την σκοπιά ενώ ονειροπολούσαμε, και μας αιφνιδίαζε: «Αλτ! Τις ει;»· «Έφοδος!»· «Αλτ! Προχώρα στο παρασύνθημα!»· «…»· «Ελεύθερος προς υπογραφή…»

Έτσι ή αλλιώς, ήταν αδύνατο να αποκοιμηθεί κάποιος μπάστακας στην παγωνιά της νύχτας. Η κύρια έγνοια ήταν να κρατήσει τα δάκτυλα των ποδιών του ζεστά, τις αρθρώσεις του γρασαρισμένες με συνεχείς κινήσεις. Τι θα μπορούσε να περάσει από το νου εκείνες τις ατέλειωτες μοναχικές ώρες στα σκοτάδια; Πέρα από την ανακύκλωση σκόρπιων αναμνήσεων από την προηγούμενη ζωή στην Αμερική, την απαρίθμηση των ημερών που πέρασαν και αυτών που έμεναν μέχρι την πρώτη άδεια τα Χριστούγεννα, ελάχιστες ήταν συνεκτικές σκέψεις και ιδέες προκύπταν· ελάχιστοι είναι και αυτοί που καταφέρνουν και σκέφτονται κάτι τις δημιουργικό υπό τις συνθήκες. Το μυαλό μισο-κοιμάται, ίσως και με τον καιρό να αργοπεθαίνει. Περισσότερο κάτι ερωτήματα χωρίς απάντηση πηγαινοέρχονταν στο μυαλό μου: «Γιατί βρίσκομαι και τι κάνω σε αυτήν την άκρη;» ή «Πως και πότε αυτή η απαίσια κατάσταση θα αλλάξει προς το καλύτερο;» ή «Θα υπάρξει ζωή στο τέλος αυτής της θητείας;» συγκρούονταν με τη θύμηση των προηγούμενων, περισσότερο φωτεινών φάσεων της ζωής και δημιουργούσαν φουρτούνες συναισθημάτων: λύπης, ματαίωσης, αγανάκτησης με τον εαυτό μου, θυμού και μίσους προς τον κόσμο γύρω μου, των «βυσμάτων», του διοικητή, των αξιωματικών, άξεστων «παλιών»·. Στο τέλος, στενοχώρια, απόγνωση και απελπισία. Η Πανδώρα βιάστηκε και βούλωσε το πιθάρι της πριν η Ελπίδα δραπετεύσει.

Τσέκαρα το ρολόι μου δεκάδες φορές στη διάρκεια κάθε βάρδιας. Καθώς πλησίαζε το τέλος της, ένα αντιφατικό μίγμα ανακούφισης και ανάτασης από τη μια, και, από την άλλη, ανησυχίας και άγχους για την συνέπεια αυτού που θα με αναπλήρωνε στην φύλαξη του τίποτε, κυριαρχούσε μέσα μου. Η ανατροφή με είχε κάνει ακριβή στην ώρα μου και τυπικό, μέχρι ανοησίας, στις υποχρεώσεις μου, αλλά είχα πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι τέτοιες αρετές, σε γενικές γραμμές, δεν αποτελούν στοιχεία της ιδιοσυγκρασίας του μέσου Έλληνα. Τελικά, καμιά φορά μετά κόπων και βασάνων, ο αντικαταστάτης μου ερχόταν. Ακόμα και αν εμφανιζόταν καθυστερημένος, παραμέριζα τον θυμό μου· στο κάτω-κάτω της γραφής είμασταν σύντροφοι στην κακομοιριά και την δυστυχία της θητείας. Τα πιασμένα πόδια μου την έκαναν βιαστικά για τον θάλαμο και το κρεβάτι, κάτω από δυο-τρεις κουβέρτες, για λίγες ώρες μονάκριβου ύπνου. Χρόνος και κουράγιο για να βγάλω τα ρούχα μου δεν υπήρχε και η υγρασία και το κρύο είχα διαπεράσει βαθιά το σώμα μου. Αλλά ο ύπνος ερχόταν δύσκολα.

Υπήρχαν λιγότερο αξιοπρεπείς υπηρεσίες από την σκοπιά, μολονότι όχι τόσο κουραστικές. Υπήρχε η φύλαξη των τουαλετών (δεν κατάλαβα ποτέ από τι), υπήρχαν οι συλλογές γοπών από το προαύλιο του λόχου, υπήρχαν οι αγγαρείες στα μαγειρεία κάτω από τις άγριες φωνές ενός συνήθως «παλιού» και ντόπιου μάγειρα, υπήρχε ο εφιάλτης της αποκομιδής των σκουπιδιών, όπου δυο φαντάροι πάνω στο καμιόνι, βουτηγμένοι μέχρι το γόνατο στα αποφάγια από το παστίτσιο της προηγούμενης μέρας, και άλλοι δυο από κάτω, αγωνίζονταν να σηκώσουν και αδειάσουν υπερχειλισμένος κάδους από μαγειρείων, ασήκωτους και γλοιώδεις… Τέτοιες όμως αγγαρείες, είτε ήταν αποφευκτές με λίγη ευστροφία την κατάλληλη στιγμή, είτε ως ομαδικές δραστηριότητες δεν απαιτούσαν πολλήν ατομική αφοσίωση, εν ολίγοις, ήταν επιδεκτικές στην παροιμιώδη «λούφα».

No comments:

Post a Comment